Υπάρχουν πράγματι στοιχεία στις τελευταίες δημοσκοπήσεις που μπορούν να προκαλούν κάποια ικανοποίηση στο Μέγαρο Μαξίμου. Υπάρχει όμως μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο «βλέπω ενδείξεις ανάκαμψης» και στο «έχω ξαναχτίσει εκλογική βάση 35%».
Και αυτή η απόσταση είναι σήμερα ίσως το σημαντικότερο πολιτικό πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας.
Τα στοιχεία της GPO που δημοσιοποιήθηκαν μετά τη ΔΕΘ είναι χαρακτηριστικά. Το 36,2% αξιολογεί θετικά τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο 44,6% θεωρεί ότι το πρόγραμμα που παρουσίασε είναι κοστολογημένο.
Αυτά είναι αναμφίβολα θετικά ευρήματα για την κυβέρνηση.
Αλλά υπάρχει μία λεπτομέρεια που δεν μπορεί να προσπεραστεί:
Στην εκτίμηση ψήφου η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 30,6%.
Άρα πού ακριβώς βρίσκεται το 35%;
Άλλο η δυνητική δεξαμενή, άλλο η ψήφος
Η κυβέρνηση μπορεί πράγματι να έχει μια δυνητική εκλογική δεξαμενή μεγαλύτερη από το σημερινό δημοσκοπικό της ποσοστό. Αυτό όμως ισχύει σχεδόν για κάθε μεγάλο κόμμα.
Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα δεν είναι πόσοι πολίτες θεωρούν κοστολογημένες τις εξαγγελίες σου. Είναι πόσοι τελικά είναι διατεθειμένοι να σε ψηφίσουν.
Και σήμερα μεταξύ αυτών των δύο αριθμών υπάρχει αισθητή απόσταση.
Το 44,6% που θεωρεί κοστολογημένο ένα πρόγραμμα δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε 44,6% εκλογικής επιρροής. Ούτε το 36,2% που αξιολογεί θετικά τις εξαγγελίες σημαίνει ότι έχει επιστρέψει στη ΝΔ.
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να αναγνωρίζει ότι ένα μέτρο είναι οικονομικά ρεαλιστικό και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι δεν αρκεί για τη δική του καθημερινότητα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Η ακρίβεια ακυρώνει μεγάλο μέρος της πολιτικής απόδοσης
Το πιο ανησυχητικό ίσως στοιχείο για τη Νέα Δημοκρατία είναι το 23,5% που την εμπιστεύεται για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για ανάπτυξη, δημοσιονομική σταθερότητα, επενδύσεις, αύξηση εσόδων και μειώσεις φόρων. Όλα αυτά αποτελούν μέρος μιας απολύτως θεμιτής πολιτικής επιχειρηματολογίας.
Ο πολίτης όμως κάνει στο τέλος έναν πολύ απλούστερο υπολογισμό.
Τι μένει στην τσέπη μου στο τέλος του μήνα;
Πόσο κοστίζει το σούπερ μάρκετ;
Πόσο έχει το ενοίκιο;
Πόσο πληρώνω για ενέργεια, υπηρεσίες και βασικές καθημερινές ανάγκες;
Και όταν μόλις περίπου ένας στους τέσσερις εμπιστεύεται την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, τότε υπάρχει ένα πολιτικό πρόβλημα που καμία επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να εξαφανίσει.
Και ξαφνικά εμφανίζεται το πρόβλημα της μεσαίας τάξης
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το εύρημα για τη μεσαία τάξη.
Ο Αλέξης Τσίπρας συγκεντρώνει 21,3% στην εμπιστοσύνη για την ενίσχυσή της και η Νέα Δημοκρατία 20,8%.
Η διαφορά των 0,5 μονάδων από μόνη της δεν επιτρέπει ασφαλώς θριαμβευτικά πολιτικά συμπεράσματα. Δημοσκοπικά είναι οριακή.
Πολιτικά όμως το εύρημα έχει σημασία για έναν διαφορετικό λόγο.
Η μεσαία τάξη υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες της εκλογικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Εάν λοιπόν ένα τμήμα αυτού του ακροατηρίου αρχίζει να αμφιβάλλει για το ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει καλύτερα τα οικονομικά του συμφέροντα, τότε η ΝΔ έχει πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από μια απλή απώλεια δύο ή τριών δημοσκοπικών μονάδων.
Γιατί για να επιστρέψει προς το 35% δεν αρκεί να συσπειρώσει το παραδοσιακό κομματικό της ακροατήριο.
Πρέπει να ξανακερδίσει αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους.
Η ΔΕΘ δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να άλλαξε το παιχνίδι
Αυτό είναι και το κρίσιμο ζήτημα μετά τις εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης.
Η ΔΕΘ μπορεί να βελτίωσε επιμέρους ποιοτικούς δείκτες. Μπορεί να ενίσχυσε την εικόνα δημοσιονομικής αξιοπιστίας της κυβέρνησης. Μπορεί να έδωσε επιχειρήματα στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Δεν φαίνεται όμως μέχρι στιγμής να έχει προκαλέσει το μεγάλο δημοσκοπικό άλμα που χρειάζεται η ΝΔ.
Και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή το επόμενο εκλογικό στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι απλώς η πρωτιά.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως πρώτο κόμμα.
Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο:
Μπορεί να ξαναφτάσει σε ποσοστά που θα καταστήσουν ρεαλιστική την αυτοδυναμία;
Στο 30% ή στο 31%, η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Και η απόσταση μέχρι το 35% δεν είναι «μόλις τέσσερις μονάδες». Στα μεγέθη ενός κόμματος εξουσίας πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που πρέπει να πειστούν να επιστρέψουν.
Υπάρχει όμως ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τη ΝΔ
Θα ήταν εξίσου λάθος να διαβάσουμε τις δημοσκοπήσεις μονόπλευρα.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει ένα τεράστιο πολιτικό πλεονέκτημα: την αδυναμία της αντιπολίτευσης να μετατρέψει την κυβερνητική φθορά σε δική της καθαρή κυριαρχία.
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τις επιμέρους κυβερνητικές φθορές, η ΝΔ εξακολουθεί να βρίσκεται καθαρά στην πρώτη θέση.
Η κυβέρνηση, επομένως, δεν βρίσκεται απέναντι σε έναν αντίπαλο που την καταδιώκει δημοσκοπικά.
Βρίσκεται κυρίως απέναντι στον δικό της χαμένο ψηφοφόρο.
Και αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική εκλογική μάχη.
Το πραγματικό «ταμείο» θα γίνει στην τσέπη
Γι’ αυτό και η συζήτηση περί νέας «βάσης 35%» είναι σήμερα πρόωρη.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ένα κομμάτι του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να αναγνωρίζει στη ΝΔ στοιχεία αξιοπιστίας. Υπάρχει επίσης σημαντικό πλεονέκτημα στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Αλλά υπάρχουν ταυτόχρονα δύο τεράστια προειδοποιητικά φώτα:
ακρίβεια και μεσαία τάξη.
Και εκεί θα κριθεί τελικά το παιχνίδι.
Γιατί οι εκλογές δεν θα κριθούν από το πόσοι θεωρούν ένα πρόγραμμα «κοστολογημένο», αλλά από το πόσοι αισθάνονται ότι η οικονομική πολιτική βελτίωσε πραγματικά τη ζωή τους.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να βλέπει ξανά μπροστά της το 35%.
Ακόμη όμως δεν το έχει.
Και μέχρι να μετατραπεί η θετική αξιολόγηση ορισμένων κυβερνητικών επιλογών σε πραγματική πρόθεση επιστροφής στην κάλπη, η αυτοδυναμία θα παραμένει περισσότερο πολιτικός στόχος παρά δημοσκοπική πραγματικότητα.



