Μια απλή φθινοπωρινή στιγμή, ένα βαρελάκι, λίγος μούστος από Μαυροδάφνη και μια σκέψη για όσα πραγματικά έχουν αξία στη ζωή. Ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος μοιράστηκε ένα όμορφο κείμενο που μυρίζει Κεφαλονιά, παρέα και φθινόπωρο.
«Να γίνει κρασί η μελαγχολία».
Με αυτή τη φράση ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος περιγράφει μια πραγματική πράξη που γίνεται αφορμή για μια μικρή, αλλά πολύ ανθρώπινη σκέψη για τη ζωή.
Καθώς το καλοκαίρι απομακρύνεται, το φως λιγοστεύει, οι ημέρες μικραίνουν και ο αέρας γίνεται πιο δροσερός, έρχεται εκείνη η ιδιαίτερη μελαγχολία του φθινοπώρου.
Και ο ίδιος βρήκε τον δικό του τρόπο να την αντιμετωπίσει.
Όχι πίνοντας κρασί.
Φτιάχνοντάς το.
Ετοίμασε λοιπόν το βαρελάκι του για να το γεμίσει με μούστο από την, όπως τη χαρακτηρίζει, υπέροχη Μαυροδάφνη του φίλου και κουμπάρου του, Γεωργάτου.
Και κάπου εκεί η διαδικασία της οινοποίησης μετατρέπεται σε εικόνα ζωής.
Ο μούστος θα μείνει στο βαρέλι, θα αρχίσει να βράζει, τα σάκχαρα θα ζυμωθούν και σιγά σιγά θα γεννηθεί το κρασί.
Μαζί τους, όπως όμορφα γράφει ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος, μπορεί να «ζυμωθεί» και λίγη από τη φθινοπωρινή μελαγχολία.
Για να έρθει ύστερα ο χειμώνας.
Να ανοίξει το βαρέλι, να γεμίσουν τα ποτήρια και, όταν το κρύο οδηγήσει την παρέα «στου καλού κουμπάρου το σπίτι», να αρχίσουν οι κουβέντες γύρω από ένα ποτήρι καλό κρασί.
Μια εικόνα απλή, καθημερινή και ταυτόχρονα τόσο γνώριμη.
Γιατί τελικά ίσως δεν χρειάζεται κάθε μελαγχολία να εξαφανίζεται.
Κάποιες φορές αρκεί να της δώσεις χρόνο.
Να την αφήσεις να ωριμάσει, να αλλάξει μορφή και να γίνει κάτι διαφορετικό.
Όπως ακριβώς ο μούστος μέσα στο βαρέλι.
Και ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος το συνοψίζει σε μία φράση:
«Να αφήνεις τη μελαγχολία να ζυμωθεί… και να γίνει κρασί.»



