Η ιστορία με τον Άδωνι Γεωργιάδη και το «μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο;» προς τον δημοσιογράφο Νίκο Ελευθερόγλου δεν αφορά πλέον μόνο τον υπουργό Υγείας.
Αφορά και εμάς.
Τους δημοσιογράφους.
Τα Μέσα Ενημέρωσης.
Και κυρίως αφορά ένα ερώτημα που ο δημοσιογραφικός κόσμος αποφεύγει πολλές φορές να θέσει στον εαυτό του:
Πού ακριβώς βάζουμε το όριο;
Γιατί εάν θεωρούμε φυσιολογικό ένας υπουργός, όταν ακούει μια ερώτηση που δεν του αρέσει, να απαντά στον δημοσιογράφο ρωτώντας τον αν «έχει πάρει κάνα μπάφο», τότε ας το πούμε καθαρά.
Ας αποδεχθούμε ότι αυτό είναι πλέον το επίπεδο του δημόσιου πολιτικού διαλόγου.
Και ας είμαστε έτοιμοι για όσα θα ακολουθήσουν.
Το «αστειευόμουν» δεν λύνει το πρόβλημα
Ο Άδωνις Γεωργιάδης επανήλθε.
Εξήγησε ότι έκανε χιούμορ, ότι ήθελε να δείξει πόσο παράλογο θεωρούσε το πολιτικό σενάριο που του παρουσίασε ο δημοσιογράφος και ότι, όταν αντιλήφθηκε πως ο συνομιλητής του ενοχλήθηκε, ζήτησε συγγνώμη και απέσυρε τη φράση.
Αυτό πρέπει να καταγραφεί.
Και η συγγνώμη έχει σημασία.
Δεν σημαίνει όμως ότι εξαφανίζεται το ευρύτερο ζήτημα.
Γιατί η συζήτηση δεν αφορά μόνο εάν ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος δέχθηκε ή όχι τη συγγνώμη.
Αφορά το πώς έχουμε φτάσει να θεωρούμε περίπου φυσιολογικό ένας υπουργός να περνά από την πολιτική απάντηση στην προσωπική ειρωνεία.
Και μετά όλοι να συνεχίζουν σαν να μη συνέβη τίποτα.
Αν η ερώτηση είναι παράλογη, απάντησέ της
Η ερώτηση ήταν πολιτική.
Μπορεί να ήταν σωστή.
Μπορεί να ήταν λανθασμένη.
Μπορεί το σενάριο να ήταν πιθανό ή εντελώς εξωπραγματικό.
Δεν έχει σημασία.
Ο δημοσιογράφος ρώτησε εάν θα μπορούσε να υπάρξει, υπό συγκεκριμένες εκλογικές συνθήκες, κυβέρνηση συνεργασίας με άλλον πρωθυπουργό.
Και ο υπουργός μπορούσε να απαντήσει:
«Όχι».
Να εξηγήσει γιατί.
Να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του.
Να αποδομήσει το σενάριο.
Να το χαρακτηρίσει πολιτικά ανεδαφικό.
Αυτό είναι πολιτική αντιπαράθεση.
Το «μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο;» δεν είναι πολιτικό επιχείρημα.
Είναι σχόλιο για εκείνον που έκανε την ερώτηση.
Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξαίρεση γίνεται κανονικότητα
Ένας πολιτικός μπορεί να κάνει μια άστοχη δήλωση.
Όλοι μπορούν.
Μπορεί να παρασυρθεί.
Μπορεί να ζητήσει συγγνώμη.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν ο δημόσιος διάλογος συνηθίζει σταδιακά αυτή τη γλώσσα.
Σήμερα είναι ο «μπάφος».
Αύριο θα είναι κάποια άλλη προσωπική ειρωνεία.
Μεθαύριο κάποιος δημοσιογράφος θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο.
Και λίγο αργότερα θα εμφανιστεί ένας πολιτικός αντίπαλος που θα θεωρήσει ότι δικαιούται να κατεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Και τότε δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος τον ξεκίνησε.
Γιατί ο αντίλογος θα κατέβει αναπόφευκτα στο ίδιο επίπεδο
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο.
Ο τρόπος με τον οποίο μιλά η εξουσία δημιουργεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα της απαντήσουν.
Όταν ο πολιτικός διάλογος γίνεται προσωπικός, η απάντηση γίνεται προσωπική.
Όταν γίνεται προσβλητικός, εμφανίζονται προσβολές και από την άλλη πλευρά.
Όταν κυριαρχούν οι κραυγές, ο πιο ψύχραιμος αρχίζει να φαίνεται αδύναμος και τελικά όλοι αναγκάζονται να φωνάζουν περισσότερο.
Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος διάλογος στον οποίο δεν κερδίζει το καλύτερο επιχείρημα.
Κερδίζει η καλύτερη ατάκα.
Το καλύτερο βίντεο των 20 δευτερολέπτων.
Η μεγαλύτερη προσβολή.
Το μεγαλύτερο viral.
Και στο τέλος χάνει η ενημέρωση.
Εδώ υπάρχει ευθύνη και των Μέσων
Είναι εύκολο για εμάς τους δημοσιογράφους να καταγγέλλουμε τους πολιτικούς.
Δυσκολότερο είναι να εξετάζουμε και τη δική μας συμπεριφορά.
Γιατί πολλές φορές αυτό ακριβώς το μοντέλο δημόσιας συζήτησης το επιβραβεύουμε.
Η ακραία ατάκα γίνεται τίτλος.
Η σύγκρουση γίνεται πρώτο θέμα.
Η προσβολή κόβεται σε βίντεο και αναπαράγεται παντού.
Ο πολιτικός που δημιουργεί συνεχώς ένταση γνωρίζει ότι θα βρίσκεται συνεχώς στην επικαιρότητα.
Και κάπου εκεί δημιουργείται ένα παράδοξο:
Καταγγέλλουμε την τοξικότητα και ταυτόχρονα την κάνουμε το πιο εμπορεύσιμο προϊόν της πολιτικής ενημέρωσης.
Αυτό πρέπει κάποτε να συζητηθεί σοβαρά.
Όχι «μαύρο» στις απόψεις – όρια στη συμπεριφορά
Τα Μέσα δεν χρειάζεται να αποφασίζουν ποιος πολιτικός δικαιούται να ακούγεται και ποιος όχι.
Αυτό θα ήταν επίσης προβληματικό.
Χρειάζεται όμως να υπάρχει κάτι πολύ απλούστερο:
κοινό επαγγελματικό όριο απέναντι στην προσωπική απαξίωση δημοσιογράφων.
Και αυτό πρέπει να ισχύει για όλους.
Για υπουργό της Νέας Δημοκρατίας.
Για στέλεχος του ΠΑΣΟΚ.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Για οποιοδήποτε κόμμα.
Για οποιονδήποτε πολιτικό.
Γιατί αν το όριο εφαρμόζεται μόνο στον πολιτικό που αντιπαθούμε, δεν είναι δημοσιογραφική αρχή.
Είναι πολιτική επιλογή.
Το πραγματικό τεστ είναι να εφαρμόζεται και σε εκείνον με τον οποίο συμφωνούμε.
Και η αντίδραση Ελευθερόγλου έχει σημασία
Ο Νίκος Ελευθερόγλου επανήλθε σήμερα στο περιστατικό.
Ευχαρίστησε όσους τον στήριξαν και τις δημοσιογραφικές ενώσεις που παρενέβησαν.
Και είπε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από ολόκληρη την τηλεοπτική αντιπαράθεση:
«Η δουλειά κανενός δεν είναι πλάκα».
Στάθηκε μάλιστα και σε μια άλλη διάσταση.
Ότι όταν χρησιμοποιούνται αναφορές σε ουσίες ως αστείο, υπάρχουν άνθρωποι και οικογένειες που πραγματικά δίνουν μάχη με τις εξαρτήσεις.
Αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όταν απέναντί του βρίσκεται ο υπουργός Υγείας.
Και σήμερα ήρθε η κυβερνητική κάλυψη
Υπάρχει πλέον και η επίσημη κυβερνητική τοποθέτηση.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι ο υπουργός εξήγησε πως επρόκειτο για μεταφορική χρήση του λόγου και ζήτησε συγγνώμη, επομένως για την κυβέρνηση δεν υπάρχει περαιτέρω θέμα.
Θεμιτή πολιτική θέση.
Αλλά για τη δημοσιογραφία το ερώτημα δεν χρειάζεται να κλείσει επειδή το έκλεισε η κυβέρνηση.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι η κομματική τύχη του Άδωνι Γεωργιάδη.
Είναι το επίπεδο στο οποίο θέλουμε να διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος.
Τα ίδια μέτρα για όλους
Αυτό είναι τελικά το σημαντικότερο.
Ο δημοσιογραφικός κόσμος δεν χρειάζεται «εχθρούς».
Χρειάζεται κανόνες.
Και οι κανόνες αποκτούν αξία μόνο όταν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος.
Όταν πολιτικός προσβάλλει δημοσιογράφο επειδή δεν του αρέσει μια ερώτηση, η αντίδραση πρέπει να είναι καθαρή.
Όχι επειδή ο πολιτικός λέγεται Άδωνις Γεωργιάδης.
Αλλά επειδή είναι υπουργός και απέναντί του βρίσκεται ένας δημοσιογράφος που κάνει τη δουλειά του.
Και ακριβώς την ίδια στάση πρέπει να έχουμε αύριο εάν στη θέση του βρίσκεται ένας υπουργός άλλης κυβέρνησης.
Γιατί διαφορετικά ξέρουμε πού οδηγεί αυτό
Εάν αποδεχθούμε ως «χαβαλέ» τους μπάφους, τα τσιριχτά και τις προσωπικές προσβολές, δεν μπορούμε μετά να εκπλησσόμαστε όταν η άλλη πλευρά απαντήσει με αντίστοιχη γλώσσα.
Και τότε θα έχουμε όλοι συμβάλει σε έναν δημόσιο διάλογο στον οποίο κανείς δεν ακούει κανέναν.
Οι πολιτικοί θα προσβάλλουν.
Οι δημοσιογράφοι θα απαντούν.
Τα κόμματα θα κόβουν αποσπάσματα.
Τα social media θα πολλαπλασιάζουν την ένταση.
Και ο πολίτης θα προσπαθεί μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο να καταλάβει ποιος έχει πραγματικά κάτι να του πει.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι εάν πρέπει να «τιμωρηθεί» ένας συγκεκριμένος υπουργός.
Το σοβαρότερο ερώτημα είναι αν ο δημοσιογραφικός κόσμος θέλει να υπερασπιστεί ένα στοιχειώδες επίπεδο δημόσιας συζήτησης.
Για όλους.
Χωρίς κομματικές εξαιρέσεις.
Χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Γιατί διαφορετικά ας μην παραπονιόμαστε για το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου.
Θα έχουμε αποδεχθεί ότι αυτό είναι το επίπεδο που μας αρκεί.



