Δύο δημόσιες συγκρούσεις του Άδωνι Γεωργιάδη με δημοσιογράφους μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έχουν δημιουργήσει νέο κύκλο συζήτησης γύρω από την επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης, σε μια περίοδο κατά την οποία στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας έχει ήδη ανοίξει η συζήτηση για συμπεριφορές υπουργών και «αλαζονεία».
Η πρώτη περίπτωση ήταν η πολυσυζητημένη απάντηση του υπουργού Υγείας στον δημοσιογράφο Νίκο Ελευθερόγλου, όταν, απαντώντας σε ερώτηση για πολιτικά σενάρια, του είπε: «Μήπως έχετε πάρει κάναν μπάφο πριν έρθετε στην εκπομπή;». Η φράση προκάλεσε αντιδράσεις και ο Άδωνις Γεωργιάδης έδωσε στη συνέχεια εξηγήσεις.
Ακολούθησε η πολύ έντονη αντιπαράθεση με δημοσιογράφους του MEGA News 104,6, όπου η συζήτηση ξέφυγε από το αρχικό αντικείμενο και έφτασε μέχρι τα Τέμπη, το ξυλόλιο και αναφορές του υπουργού σε «κομπογιαννίτες» που είχαν φιλοξενηθεί στα μέσα ενημέρωσης.
Το Μαξίμου προσπάθησε να κλείσει το θέμα
Οι δύο υποθέσεις έφτασαν αναπόφευκτα στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.
Ο Παύλος Μαρινάκης απέφυγε να καταδικάσει συνολικά τον υπουργό Υγείας. Για το πρώτο περιστατικό παρέπεμψε στις εξηγήσεις του ίδιου του Άδωνι Γεωργιάδη, σημειώνοντας ότι επρόκειτο, σύμφωνα με τον υπουργό, για μεταφορική χρήση του λόγου και ότι είχε ζητήσει συγγνώμη.
«Άρα, νομίζω ότι δεν υπάρχει κάποιο παραπάνω θέμα», ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, ο Παύλος Μαρινάκης φρόντισε να μην υιοθετήσει μια συνολική επίθεση εναντίον δημοσιογραφικού οργανισμού, λέγοντας ότι δεν θέλει τέτοιες συμπεριφορές να αποδίδονται συλλήβδην «είτε σε ένα κανάλι είτε σε ένα σύνολο ανθρώπων που δουλεύουν σε έναν δημοσιογραφικό οργανισμό».
Η διατύπωση έχει πολιτικό ενδιαφέρον: το Μαξίμου δεν «αδειάζει» τον υπουργό του, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να βάλει όρια στη γενίκευση μιας αντιπαράθεσης με τα μέσα ενημέρωσης.
Γιατί προβληματίζουν τα νέα μέτωπα
Το ουσιαστικότερο ζήτημα για τη ΝΔ δεν είναι πλέον μόνο τι ειπώθηκε σε μία ή δύο τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές αντιπαραθέσεις.
Είναι εάν συμφέρει πολιτικά την κυβέρνηση να ανοίγει διαρκώς καινούργια μέτωπα, και μάλιστα με δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης.
Σύμφωνα με σημερινό πολιτικό ρεπορτάζ, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπάρχει προβληματισμός για τις νέες αντιπαραθέσεις που δημιουργούνται, την ώρα που συνεχίζεται και η εσωκομματική συζήτηση που άνοιξε η Ντόρα Μπακογιάννη με την αναφορά της σε φαινόμενα αλαζονείας υπουργών.
Η μία ανάγνωση στο εσωτερικό της ΝΔ είναι γνωστή: ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι από τα στελέχη που βγαίνουν συστηματικά μπροστά, υπερασπίζονται τις κυβερνητικές επιλογές και αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη προσέγγιση: ότι η ένταση μπορεί να συσπειρώνει ένα κομματικό ακροατήριο, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει την πολιτική συζήτηση από το κυβερνητικό έργο στις προσωπικές συγκρούσεις ενός υπουργού.
Και στη μέση ο Μητσοτάκης
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό στοιχείο.
Ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας και στη συζήτηση που άνοιξε η Ντόρα Μπακογιάννη για συμπεριφορές υπουργών, υπενθύμισε ουσιαστικά ποιος έχει τον τελευταίο λόγο.
Για τα κυβερνητικά στελέχη, είπε, εκείνος που «κρίνει και αξιολογεί» πιθανές τέτοιες συμπεριφορές είναι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος «βλέπει, αξιολογεί, παρατηρεί» και τελικά λαμβάνει τις αποφάσεις.
Άρα το πολιτικό ερώτημα δεν είναι εάν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συμφωνεί ή διαφωνεί προσωπικά με το ύφος του υπουργού Υγείας.
Το ερώτημα είναι εάν το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί ότι οι συνεχείς συγκρούσεις του Άδωνι Γεωργιάδη εξακολουθούν να λειτουργούν θετικά για την κυβέρνηση ή εάν κάποια στιγμή θα θεωρηθεί ότι δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν.
Μέχρι στιγμής, δημόσια τουλάχιστον, δεν υπάρχει αποδοκιμασία από τον πρωθυπουργό.
Και αυτό είναι το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα μέχρι τώρα δεδομένα. Οποιαδήποτε πληροφορία περί τηλεφωνήματος –ή περί μη τηλεφωνήματος– από τη Νέα Υόρκη προς τον υπουργό Υγείας παραμένει πολιτικό παρασκήνιο και όχι επιβεβαιωμένο γεγονός.
Το βέβαιο είναι ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης βρίσκεται ξανά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Και για μια κυβέρνηση που ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ακρίβεια, ενεργειακό κόστος και μια ήδη ανοιχτή εσωκομματική συζήτηση περί «αλαζονείας», το ερώτημα που τίθεται πλέον μέσα στη ΝΔ είναι απλό:
Χρειάζεται αυτή τη στιγμή να ανοίγουν και νέα μέτωπα;



