Μια φράση του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη στην τηλεόραση του MEGA προκαλεί πολιτική συζήτηση, καθώς χρησιμοποίησε τους όρους «κακομοίρηδες» και «νοικοκύρηδες» επιχειρώντας να περιγράψει δύο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις για την οικονομία.
Η δήλωση έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου, στη διάρκεια πολιτικής αντιπαράθεσης στο «MEGA Σαββατοκύριακο», με αντικείμενο μεταξύ άλλων την ακρίβεια, τα μέτρα της ΔΕΘ, το ιδιωτικό χρέος, το επίδομα ανεργίας και την κοστολόγηση των προγραμμάτων των κομμάτων.
Και επειδή η ακριβής διατύπωση έχει σημασία, ο Χάρης Θεοχάρης είπε:
«Τα προγράμματα και οι περιγραφές της πραγματικότητας από τα άλλα κόμματα είναι ότι όλη η Ελλάδα είναι κακομοίρηδες. Είναι τα κόμματα του κακομοίρη. Υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες σε αυτή τη χώρα».
Η φράση αυτή είναι καταγεγραμμένη αυτούσια στο ρεπορτάζ του MEGA.
Η αντιπαράθεση που προηγήθηκε
Η δήλωση δεν έγινε αποκομμένη από μια ευρύτερη οικονομική συζήτηση.
Ο υφυπουργός υπερασπιζόταν την κυβερνητική επιλογή να διατηρηθούν δημοσιονομικά περιθώρια, υποστηρίζοντας ότι οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι και ότι η κυβέρνηση πρέπει να διαθέτει αποθέματα για ενδεχόμενες μελλοντικές κρίσεις.
Παράλληλα επέμενε στην ανάγκη ανάπτυξης της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι δεν αρκεί η αναδιανομή χρημάτων αλλά χρειάζεται να μεγαλώσει η οικονομική «πίτα».
Η συζήτηση, ωστόσο, είχε ήδη οξυνθεί γύρω από την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και ειδικά όσων δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Ο ίδιος ο Θεοχάρης αναφέρθηκε σε πολίτες που δεν μπορούν να βγάλουν τον μήνα, των οποίων τα χρήματα τελειώνουν στα μέσα του μήνα ή έχουν κόκκινα δάνεια, αμφισβητώντας όμως ότι η συγκεκριμένη κατάσταση αφορά το 60% του ελληνικού λαού.
Και ακριβώς μέσα σε αυτή την αντιπαράθεση χρησιμοποίησε την έκφραση «κόμματα του κακομοίρη» και αντιπαρέβαλε την ύπαρξη «νοικοκύρηδων».
Το πολιτικό πρόβλημα της διατύπωσης
Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίξει ότι ο υφυπουργός δεν χαρακτήρισε ευθέως «κακομοίρηδες» τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες.
Και πράγματι, εάν μείνουμε αυστηρά στην ακριβή φράση του, είπε ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν «όλη την Ελλάδα» ως κακομοίρηδες και χαρακτήρισε εκείνα «κόμματα του κακομοίρη».
Αυτό είναι διαφορετικό από το να πει κάποιος ευθέως ότι «οι φτωχοί είναι κακομοίρηδες».
Ωστόσο, πολιτικά δημιουργείται ένα προφανές ερώτημα από την αντιπαραβολή που επέλεξε:
Γιατί απέναντι στον «κακομοίρη» τοποθετείται ο «νοικοκύρης»;
Ο «νοικοκύρης» στην καθημερινή ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί εισοδηματική κατηγορία. Περιέχει και αξιολογική διάσταση: τον άνθρωπο που οργανώνει τη ζωή του, φροντίζει το σπίτι και τις υποχρεώσεις του και διαχειρίζεται σωστά όσα διαθέτει.
Αντίστοιχα, η λέξη «κακομοίρης» δεν σημαίνει απλώς πολίτης με χαμηλό εισόδημα.
Κουβαλά σαφώς αρνητική και υποτιμητική χροιά.
Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη αντιπαραβολή μπορεί εύλογα να επικριθεί ως προβληματική πολιτική ρητορική: δημιουργεί την εντύπωση ότι η οικονομική κατάσταση ενός ανθρώπου συνδέεται με την προσωπική του στάση ή αξία.
Ο πολίτης που δεν βγάζει τον μήνα δεν είναι κοινωνική ταυτότητα
Εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα.
Ένας εργαζόμενος που πληρώνει υψηλό ενοίκιο και δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα δεν παύει να είναι «νοικοκύρης».
Ένας επαγγελματίας με κόκκινο δάνειο δεν χάνει αυτή την ιδιότητα.
Μια οικογένεια που πιέζεται από το κόστος τροφίμων, ενέργειας και στέγασης δεν μπορεί να κατατάσσεται μέσα από χαρακτηρισμούς που αφήνουν έστω και εμμέσως να εννοηθεί προσωπική αποτυχία.
Οι οικονομικές δυσκολίες αποτελούν κοινωνικό και οικονομικό δεδομένο που μπορεί να μετρηθεί με εισόδημα, αγοραστική δύναμη, κόστος στέγασης, χρέος και πραγματική κατανάλωση.
Δεν αποτελούν μέτρο προσωπικής αξίας.
Τι υποστήριξε πάντως ο Θεοχάρης
Για να αποτυπωθεί ολόκληρη η εικόνα, πρέπει να καταγραφεί και η ουσία της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Ο Χάρης Θεοχάρης υποστήριξε ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη χορήγηση επιδομάτων και στην αναδιανομή, αλλά πρέπει να στηρίζεται στην ανάπτυξη.
«Η πίτα μεγαλώνει, πρέπει να συνεχίσει να μεγαλώνει και προφανώς πρέπει να φτάνει και στον τελευταίο Έλληνα πολίτη», ανέφερε.
Παράλληλα υποστήριξε ότι η ΝΔ έχει προτείνει αναπτυξιακά μέτρα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται να καταργηθεί το επίδομα ανεργίας.
Αυτή είναι η πολιτική θέση που επιχείρησε να υπερασπιστεί.
Η επιλογή των λέξεων, όμως, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα.
Από την οικονομική αντιπαράθεση στον κοινωνικό χαρακτηρισμό
Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα μπορούν να διαφωνούν για τα πάντα: για το ύψος των επιδομάτων, τη φορολογία, τα δημοσιονομικά περιθώρια, τον κατώτατο μισθό, τις επιχειρήσεις και το κοινωνικό κράτος.
Μπορούν επίσης να υποστηρίζουν ότι οι αντίπαλοί τους υπερβάλλουν στην περιγραφή των κοινωνικών προβλημάτων.
Όταν όμως η πολιτική συζήτηση περνά από τους οικονομικούς δείκτες στους χαρακτηρισμούς των ανθρώπων, δημιουργείται διαφορετικό πρόβλημα.
Η φράση «κόμματα του κακομοίρη» και η άμεση συνέχεια «υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες σε αυτή τη χώρα» δεν αποτελεί έναν τεχνικό οικονομικό όρο.
Αποτελεί πολιτική ρητορική.
Και ως τέτοια θα κριθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν στην Ελλάδα υπάρχουν μόνο «νοικοκύρηδες» ή μόνο άνθρωποι που δυσκολεύονται οικονομικά.
Προφανώς υπάρχουν πολύ διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες.
Το ερώτημα είναι εάν ένας κυβερνητικός αξιωματούχος πρέπει να χρησιμοποιεί τέτοιους χαρακτηρισμούς σε μια δημόσια συζήτηση για πολίτες που βρίσκονται αντιμέτωποι με οικονομικές δυσκολίες.
Γιατί μπορεί κανείς να διαφωνεί με την οικονομική πολιτική της αντιπολίτευσης χωρίς να χρειάζεται να χωρίσει τη δημόσια συζήτηση ανάμεσα στα «κόμματα του κακομοίρη» και στους «νοικοκύρηδες».
Και τελικά αυτή ακριβώς η επιλογή λέξεων είναι που μετέτρεψε μια συζήτηση για οικονομικά προγράμματα σε μια πολύ διαφορετική πολιτική αντιπαράθεση.



