Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις. Αυτό είναι γεγονός και δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί.
Άλλο όμως αυτό και άλλο το συμπέρασμα ότι τα σημερινά δεδομένα αποτελούν περίπου προαναγγελία του αποτελέσματος των εκλογών του 2027.
Γιατί όταν διαβάζουμε μια δημοσκόπηση, πρέπει να τη διαβάζουμε ολόκληρη.
Και η τελευταία ALCO είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Από το 40,56% στο 24,3%
Το άρθρο ξεκινά από τη «θριαμβευτική νίκη» της ΝΔ το 2023. Πράγματι, στις εκλογές του Ιουνίου 2023 η ΝΔ συγκέντρωσε 40,56%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ 17,83%.
Το 41% επομένως δεν είναι κατασκευή. Είναι εκλογικό γεγονός.
Υπάρχει όμως ένα δεύτερο δεδομένο που δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τη συζήτηση: στη σημερινή πρόθεση ψήφου της ALCO η ΝΔ καταγράφεται στο 24,3%.
Η σύγκριση εκλογικού αποτελέσματος και πρόθεσης ψήφου δεν είναι απολύτως ομοειδής και επομένως δεν επιτρέπεται να αφαιρέσουμε μηχανικά 16 μονάδες και να ισχυριστούμε ότι αυτή είναι η πραγματική εκλογική απώλεια.
Επιτρέπεται όμως να διαπιστώσουμε κάτι πολύ απλούστερο:
η σημερινή εκλογική βάση που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις απέχει σημαντικά από εκείνη που έδωσε στη ΝΔ το 40,56% του 2023.
Και αυτό αποτελεί εξίσου σημαντικό πολιτικό δεδομένο με την πρωτιά της.
Ναι, η αντιπολίτευση έχει πρόβλημα – αλλά έχει και η κυβέρνηση
Το ισχυρότερο επιχείρημα του άρθρου είναι πραγματικό.
Η κυβερνητική φθορά δεν έχει μετατραπεί μέχρι στιγμής σε αντίστοιχη ενίσχυση ενός συγκεκριμένου αντιπολιτευτικού κόμματος.
Στην ALCO η ΝΔ βρίσκεται στο 24,3%, η ΕΛΑΣ στο 14,4% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%. Η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος είναι 9,9 μονάδες.
Αυτό πράγματι δημιουργεί πρόβλημα στην αντιπολίτευση.
Μόνο που η ίδια δημοσκόπηση δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα στην κυβέρνηση.
Στο ερώτημα εάν πρέπει να δοθεί τρίτη ευκαιρία στον Κυριάκο Μητσοτάκη, 25% απαντά θετικά και 67% ζητά αλλαγή διακυβέρνησης.
Άρα συνυπάρχουν δύο πραγματικότητες:
η κυβέρνηση διατηρεί καθαρή κομματική πρωτιά, ενώ ταυτόχρονα μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα πολιτών δηλώνει ότι επιθυμεί αλλαγή διακυβέρνησης.
Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.
Το 58% που επίσης υπάρχει στη δημοσκόπηση
Υπάρχει και ένα ακόμη εύρημα.
Στην ερώτηση για την απόδοση της κυβέρνησης, το 20% δηλώνει «πολύ/αρκετά» ικανοποιημένο, το 21% «λίγο» και 58% «καθόλου».
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα για τα μέτρα της ΔΕΘ: 48% δηλώνει ότι δεν το ωφελούν καθόλου και 34% ότι το ωφελούν λίγο. Δηλαδή 82% βρίσκεται στις δύο χαμηλότερες βαθμίδες αξιολόγησης.
Αυτά δεν αποδεικνύουν ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Αποδεικνύουν όμως ότι η σημερινή πρωτιά της ΝΔ δεν πρέπει να συγχέεται με γενικευμένη ικανοποίηση από την κυβερνητική πολιτική.
Και η περίφημη «αξιοπιστία»;
Εδώ βρίσκεται ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα επιλεκτικής ανάγνωσης.
Πράγματι, μεταξύ Μητσοτάκη, Τσίπρα και Ανδρουλάκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται στην ερώτηση για το ποιος θεωρείται περισσότερο αξιόπιστος ως προς την εφαρμογή όσων ανακοίνωσε στη ΔΕΘ.
Τα ποσοστά είναι:
Μητσοτάκης 27%, Τσίπρας 14,5%, Ανδρουλάκης 12,5%.
Μόνο που υπάρχει μία απάντηση μεγαλύτερη από όλες:
«Κανένας»: 40%.
Αν λοιπόν κρατήσουμε το 27% ως απόδειξη πολιτικής υπεροχής, οφείλουμε να αναφέρουμε και το 40% που δεν εμπιστεύεται κανέναν από τους συγκεκριμένους πολιτικούς αρχηγούς.
Το ίδιο συμβαίνει με τα προγράμματα.
Το πρόγραμμα της ΝΔ προηγείται ως περισσότερο ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο με 23%.
Αλλά και εκεί πρώτη μεμονωμένη απάντηση είναι το «κανένα» με 32%.
Άρα το μήνυμα της δημοσκόπησης δεν είναι απλώς «οι πολίτες εμπιστεύονται περισσότερο τη ΝΔ».
Είναι ταυτόχρονα ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν βρίσκει πειστική πολιτική επιλογή.
«Εξαϋλώθηκαν» Κωνσταντοπούλου και Καρυστιανού;
Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Υπάρχει σαφής δημοσκοπική υποχώρηση.
Στην ALCO η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφεται στο 3,5% και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 3,1%. Η ίδια δημοσιευμένη σύγκριση της ALCO εμφανίζει μάλιστα την Ελπίδα να υποχωρεί από 7,8% σε 3,1%.
Η λέξη όμως «εξαϋλώθηκαν» είναι πολιτικός χαρακτηρισμός και όχι δημοσκοπικό μέγεθος.
Και υπάρχει ένας ακόμη λόγος.
Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, μέτρηση της RealPolls κατέγραφε το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού σε διψήφια επίπεδα, ενώ μεταγενέστερες μετρήσεις κατέγραψαν σημαντική υποχώρηση.
Αυτό δείχνει μεγάλη μεταβλητότητα.
Δεν αποδεικνύει ότι μια πολιτική δύναμη που υποχωρεί σήμερα δεν μπορεί να ανακάμψει μέχρι τις εκλογές, όπως ακριβώς μια σημερινή πρωτιά δεν εγγυάται το αποτέλεσμα του 2027.
Το 2019 δεν ήταν τόσο απλό όσο παρουσιάζεται
Υπάρχει επίσης μια ιστορική απλούστευση.
Το άρθρο υποστηρίζει ουσιαστικά ότι αποτελεί «λανθασμένη αντίληψη» η άποψη πως το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο συνέβαλε στη νίκη της ΝΔ το 2019 και αποδίδει τη νίκη κυρίως στο κυβερνητικό πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το δεύτερο μπορεί ασφαλώς να αποτελεί πολιτική ερμηνεία.
Δεν μπορεί όμως να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένη μοναδική αιτία του εκλογικού αποτελέσματος.
Το επίσημο αποτέλεσμα του 2019 ήταν ΝΔ 39,85% και ΣΥΡΙΖΑ 31,53%.
Γιατί ψήφισαν εκατομμύρια διαφορετικοί άνθρωποι ένα κόμμα είναι σύνθετο ερώτημα. Οικονομία, κυβερνητική φθορά, πρόγραμμα, αρχηγός, κομματική ταύτιση, αρνητική ψήφος και προσδοκία αλλαγής μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα.
Η εκ των υστέρων επιλογή ενός μόνο παράγοντα αποτελεί ερμηνεία, όχι εκλογικό δεδομένο.
Και το 2023;
Η νίκη του 2023 ήταν αναμφισβήτητη.
Στις δεύτερες εκλογές η ΝΔ έλαβε 40,56% και 158 έδρες. Ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίστηκε στο 17,83%.
Αυτό αποτελεί ιστορικό γεγονός.
Από εκεί όμως μέχρι το συμπέρασμα ότι το ίδιο «θα συμβεί και στις κάλπες του 2027» υπάρχει ένα τεράστιο λογικό κενό.
Οι εκλογές του 2027 δεν έχουν γίνει.
Και τα σημερινά δεδομένα περιγράφουν πολύ διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο του Ιουνίου 2023.
Η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται, αλλά η ALCO την καταγράφει στο 24,3% στην πρόθεση ψήφου. Η RealPolls επίσης καταγράφει πρωτιά, αλλά σε πρόσφατη μέτρησή της το προβάδισμα από τη δεύτερη ΕΛΑΣ ήταν 8,9 μονάδες, ενώ περίπου επτά στους δέκα ερωτηθέντες δεν θεωρούσαν πιθανή την αυτοδυναμία.
Αυτά δεν προβλέπουν ποιος θα κερδίσει.
Δείχνουν όμως ότι το εκλογικό τοπίο παραμένει ανοικτό και διαφορετικό από το 2023.
Το πραγματικό παράδοξο
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον πολιτικό εύρημα της περιόδου.
Η κυβέρνηση έχει σημαντική φθορά.
Η αντιπολίτευση δεν έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής να μετατρέψει αυτή τη φθορά σε συγκροτημένη πλειοψηφική εναλλακτική.
Η ΝΔ προηγείται καθαρά.
Αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από εκείνο που δηλώνει σήμερα ότι θα ψηφίσει κάποιο συγκεκριμένο κόμμα της αντιπολίτευσης δηλώνει ότι θέλει αλλαγή διακυβέρνησης.
Αυτό είναι το πολιτικό κενό που περιγράφουν σήμερα οι μετρήσεις.
Και αφορά και τις δύο πλευρές.
Για την αντιπολίτευση το ερώτημα είναι προφανές: γιατί ένα 67% που ζητά αλλαγή δεν μετακινείται μαζικά προς κάποιον συγκεκριμένο αντίπαλο της ΝΔ;
Για την κυβέρνηση υπάρχει το ακριβώς αντίστροφο: γιατί, ενώ παραμένει πρώτη και οι αντίπαλοί της δυσκολεύονται να την απειλήσουν εκλογικά, μόνο το 25% στην ALCO ζητά να της δοθεί τρίτη ευκαιρία;
Αυτά τα δύο ερωτήματα μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα.
Η κάλπη του 2027 δεν έχει ανοίξει ακόμη
Γι’ αυτό το «και το ίδιο θα συμβεί στις κάλπες του 2027» δεν αποτελεί ανάλυση δημοσκόπησης.
Αποτελεί πολιτική πρόβλεψη του αρθρογράφου.
Σήμερα ξέρουμε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:
η ΝΔ είναι πρώτη, αλλά απέχει αισθητά από τα εκλογικά ποσοστά του 2023. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι μεγάλη, αλλά δεν έχει συγκεντρωθεί σε έναν ενιαίο αντιπολιτευτικό πόλο.
Αυτή είναι η πραγματική αντίφαση του πολιτικού σκηνικού.
Και πιθανότατα αυτή —και όχι οι πανηγυρισμοί της μιας πλευράς ή οι βεβαιότητες της άλλης— θα είναι μία από τις κεντρικές μεταβλητές μέχρι να φτάσει η χώρα στην κάλπη.



