«Φωτιά» στα καύσιμα και οι πολίτες πληρώνουν: Ιταλία και Γαλλία παρεμβαίνουν – Στην Ελλάδα ακόμη συζητούν για τα μέτρα

Η νέα άνοδος των τιμών των καυσίμων επαναφέρει με ένταση το ζήτημα της προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς το κόστος της ενέργειας δεν σταματά στην αντλία αλλά περνά στις μεταφορές, στην παραγωγή, στα προϊόντα και τελικά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Την ώρα που Ιταλία και Γαλλία χρησιμοποιούν συγκεκριμένα εργαλεία συγκράτησης των τιμών, στην Ελλάδα η συζήτηση στρέφεται ξανά στον ΕΦΚ, στις επιδοτήσεις και στους ελέγχους της αγοράς.

Ένας ακόμη δύσκολος λογαριασμός αρχίζει να σχηματίζεται για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Οι διεθνείς αναταράξεις στην αγορά ενέργειας έχουν επαναφέρει τα καύσιμα στο επίκεντρο και μαζί τους ένα πρόβλημα που στην Ελλάδα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της εξάρτησης μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας από τις οδικές μεταφορές.

Και το καύσιμο δεν αφορά μόνο εκείνον που σταματά στο πρατήριο για να γεμίσει το αυτοκίνητό του.

Αφορά τον επαγγελματία που κινείται καθημερινά.

Τον αγρότη που χρησιμοποιεί μηχανήματα.

Τον μεταφορέα.

Το φορτηγό που μεταφέρει προϊόντα από την παραγωγή στο κατάστημα.

Τον επαγγελματία του τουρισμού.

Το κόστος θέρμανσης.

Και τελικά την τιμή που βλέπει ο καταναλωτής στο ράφι.

Γι’ αυτό η νέα ενεργειακή πίεση δεν αποτελεί ένα απομονωμένο πρόβλημα της αγοράς καυσίμων. Μπορεί να μετατραπεί σε νέο πληθωριστικό κύμα εάν οι αυξήσεις έχουν διάρκεια.

Η κυβέρνηση έχει ήδη πάρει μέτρα – το ερώτημα είναι αν αρκούν

Η εικόνα χρειάζεται να αποτυπωθεί με ακρίβεια.

Η κυβέρνηση έχει ήδη εφαρμόσει μέσα στο 2026 μέτρα για τα καύσιμα.

Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση των οικονομικών μέτρων της ΔΕΘ, εφαρμόστηκε επιδότηση του πετρελαίου κίνησης στο δίκτυο, η οποία έφθασε τα 20 λεπτά ανά λίτρο τον Απρίλιο και τον Μάιο, τα 15 λεπτά τον Ιούνιο και τα 10 λεπτά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος υπολογίστηκε στα 211 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα εφαρμόστηκε Fuel Pass για την περίοδο Απριλίου-Μαΐου, ύψους 60 ευρώ για τις νησιωτικές περιοχές και 50 ευρώ στην υπόλοιπη χώρα, με κόστος 113 εκατ. ευρώ.

Άρα, η πραγματική συζήτηση δεν είναι εάν υπήρξαν παρεμβάσεις.

Είναι εάν οι παρεμβάσεις που έγιναν επαρκούν απέναντι στη νέα κατάσταση που δημιουργείται.

Και κυρίως εάν υπάρχει έτοιμος μηχανισμός που μπορεί να ενεργοποιείται όταν οι διεθνείς τιμές ξεφεύγουν, χωρίς οι πολίτες να περιμένουν κάθε φορά νέες κυβερνητικές ανακοινώσεις.

Το παράδειγμα της Ιταλίας

Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το τι συμβαίνει ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η Ιταλία έχει ενεργοποιήσει ελάφρυνση των ειδικών φόρων στα καύσιμα και πάνω σε αυτή την παρέμβαση έρχεται πλέον να προστεθεί μια πολύ συγκεκριμένη κίνηση της Eni.

Ο ιταλικός ενεργειακός όμιλος ανακοίνωσε ότι από τις 28 Σεπτεμβρίου 2026 θέτει ανώτατη τιμή στα καύσιμα που διαθέτει μέσω του δικτύου Enilive.

Το πλαφόν ορίζεται στα:

1,99 ευρώ το λίτρο για τη βενζίνη και
2,19 ευρώ το λίτρο για το diesel.

Σύμφωνα με την ίδια την Eni, οι τιμές αυτές βρίσκονται περίπου 17 λεπτά χαμηλότερα από τα τρέχοντα μέσα επίπεδα.

Το μέτρο θα εφαρμοστεί αρχικά για 30 ημέρες και υπάρχει δυνατότητα παράτασής του μέχρι το τέλος του έτους, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και του εφοδιασμού.

Και υπάρχει μία ιδιαίτερα σημαντική λεπτομέρεια: η ίδια η Eni αναφέρει ότι το συγκεκριμένο πλαφόν συνδέεται με την ελάφρυνση των ειδικών φόρων που βρίσκεται σε ισχύ στην Ιταλία.

Άρα εδώ βλέπουμε στην πράξη έναν συνδυασμό κρατικής φορολογικής παρέμβασης και εμπορικής πολιτικής μεγάλης ενεργειακής εταιρείας.

Και στη Γαλλία υπάρχει πλαφόν

Αντίστοιχη πολιτική έχει εφαρμοστεί και στη Γαλλία από την TotalEnergies.

Η εταιρεία είχε εφαρμόσει μέσα στο 2026 πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και τον Ιούνιο ανακοίνωσε ότι διατηρεί ανώτατη τιμή 1,99 ευρώ ανά λίτρο για βενζίνη και diesel σε 1.200 πρατήρια αγροτικών περιοχών, καθώς και σε πρατήρια αυτοκινητοδρόμων σε συγκεκριμένες περιόδους αυξημένων μετακινήσεων.

Νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής, η TotalEnergies είχε εφαρμόσει ευρύτερα ανώτατες τιμές στο δίκτυό της στη Γαλλία.

Παράλληλα, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα διεύρυνση της στοχευμένης στήριξης απέναντι στις αυξημένες τιμές των καυσίμων, επεκτείνοντας την κάλυψη σε περισσότερους χαμηλόμισθους εργαζόμενους που διανύουν μεγάλες αποστάσεις και προβλέποντας πρόσθετη βοήθεια για επαγγελματικούς κλάδους που πλήττονται ιδιαίτερα από το ενεργειακό κόστος.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι υπάρχει μία μαγική ευρωπαϊκή συνταγή.

Είναι ότι υπάρχουν διαφορετικά διαθέσιμα εργαλεία.

Γιατί το θέμα είναι ιδιαίτερα σοβαρό για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα η συζήτηση έχει πρόσθετες διαστάσεις.

Η γεωγραφία της χώρας, η νησιωτικότητα, οι αποστάσεις και η περιορισμένη δυνατότητα χρήσης μαζικών μεταφορών σε πολλές περιοχές καθιστούν το αυτοκίνητο αναγκαίο μέσο μετακίνησης για μεγάλο αριθμό πολιτών.

Στην Κεφαλονιά, για παράδειγμα, η λογική «χρησιμοποιήστε περισσότερο τα μέσα μαζικής μεταφοράς» έχει αντικειμενικά διαφορετική εφαρμογή από ό,τι στο κέντρο της Αθήνας.

Για χιλιάδες κατοίκους της περιφέρειας το ΙΧ δεν αποτελεί πολυτέλεια.

Αποτελεί εργαλείο δουλειάς και βασικό μέσο καθημερινής μετακίνησης.

Γι’ αυτό και κάθε νέα αύξηση στην αντλία γίνεται άμεσα αισθητή.

Οι δηλώσεις που άναψαν πολιτική φωτιά

Σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα και οι δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που προκάλεσαν αντιδράσεις τις προηγούμενες ημέρες.

Η αντιπολίτευση κατηγορεί κυβερνητικά στελέχη ότι αντί να αναγνωρίζουν την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, εμφανίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις να μεταφέρουν την ευθύνη στον ίδιο τον πολίτη.

Εδώ βρίσκεται και ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση.

Για έναν εργαζόμενο που βλέπει σημαντικό μέρος του εισοδήματός του να κατευθύνεται σε καύσιμα, τρόφιμα, ενοίκιο και ενέργεια, η συζήτηση δεν είναι θεωρητική.

Είναι καθημερινή.

Και η πολιτική επικοινωνία μπορεί εύκολα να λειτουργήσει αντίστροφα όταν δίνεται η εντύπωση ότι η οικονομική δυσκολία αντιμετωπίζεται ως προσωπική αδυναμία του πολίτη.

Το μεγάλο ερώτημα του ΕΦΚ

Κάπως έτσι επιστρέφει αναπόφευκτα στο τραπέζι το ζήτημα του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

Μια μείωση του ΕΦΚ θα μπορούσε να λειτουργήσει άμεσα πάνω στην τελική τιμή, εφόσον μετακυλιστεί στον καταναλωτή.

Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια απόφαση έχει δημοσιονομικό κόστος και η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί την ανάγκη προστασίας των δημόσιων οικονομικών.

Αυτή είναι η πραγματική πολιτική επιλογή που πρέπει να συζητηθεί: πόσο δημοσιονομικό χώρο είναι διατεθειμένο το κράτος να χρησιμοποιήσει για να απορροφήσει ένα μέρος ενός εξωτερικού ενεργειακού σοκ και ποιοι καταναλωτές πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα.

Τέσσερα εργαλεία βρίσκονται στο τραπέζι

Με βάση και όσα εφαρμόζονται διεθνώς, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες παρεμβάσεων.

Η πρώτη είναι η προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα κίνησης και, ενόψει χειμώνα, στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Η δεύτερη είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου μέρος των πρόσθετων φορολογικών εσόδων που δημιουργούνται όταν αυξάνονται οι τιμές θα μπορούσε να επιστρέφει με στοχευμένο τρόπο στους καταναλωτές.

Η τρίτη αφορά εντατικούς ελέγχους στα περιθώρια κέρδους σε ολόκληρη την αλυσίδα, από τη διύλιση και την εμπορία μέχρι το πρατήριο.

Και η τέταρτη αφορά την αντιμετώπιση έκτακτων ή υπερβολικών κερδών σε περιόδους μεγάλης ενεργειακής αναταραχής, με κανόνες που θα είναι εκ των προτέρων γνωστοί και τεκμηριωμένοι.

Ο δύσκολος χειμώνας δεν αφορά μόνο το ρεζερβουάρ

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί η νέα αύξηση των καυσίμων αποκλειστικά ως πρόβλημα των οδηγών.

Το πετρέλαιο και τα καύσιμα αποτελούν βασικό συντελεστή κόστους σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία.

Ακριβότερη μεταφορά σημαίνει πίεση στην τελική τιμή του προϊόντος.

Ακριβότερη παραγωγή σημαίνει πίεση στον παραγωγό.

Ακριβότερο diesel σημαίνει επιβάρυνση στον αγρότη και στον επαγγελματία.

Ακριβότερο πετρέλαιο θέρμανσης σημαίνει έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα για τα νοικοκυριά.

Γι’ αυτό και η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής δεν θα κριθεί από τον αριθμό των ανακοινώσεων αλλά από το τι τελικά θα πληρώνει ο πολίτης.

Η Ελλάδα έχει ήδη δαπανήσει σημαντικά ποσά για τη συγκράτηση του κόστους των καυσίμων μέσα στο 2026.

Τώρα όμως δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα.

Και το πραγματικό ερώτημα είναι εάν απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα θα συνεχιστούν οι αποσπασματικές παρεμβάσεις ή θα δημιουργηθεί ένας μόνιμος και προβλέψιμος μηχανισμός προστασίας, ο οποίος θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές ξεπερνούν συγκεκριμένα επίπεδα.

Γιατί η διεθνής κρίση μπορεί πράγματι να μην αποφασίζεται στην Αθήνα.

Το ποιος όμως θα επωμιστεί το κόστος της –το κράτος, η αγορά ή σχεδόν αποκλειστικά ο καταναλωτής– είναι πολιτική επιλογή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ