«Κακομοίρηδες», ΜΜΜ και γεμάτοι δρόμοι: Όταν οι δηλώσεις στελεχών της ΝΔ γίνονται πολιτικό πρόβλημα

Την ώρα που η ακρίβεια και τα καύσιμα πιέζουν τα νοικοκυριά, διαδοχικές τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών προκαλούν αντιδράσεις και ανοίγουν συζήτηση για την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία και την καθημερινότητα

Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να έχει ζητήσει επανειλημμένα από υπουργούς και βουλευτές μεγαλύτερη προσοχή στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, όμως μέσα σε λίγες ημέρες μια σειρά δηλώσεων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας δημιούργησε νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Και αυτή τη φορά το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι οι δηλώσεις δεν αφορούν κάποιο δευτερεύον πολιτικό ζήτημα.

Αφορούν την ακρίβεια, τα καύσιμα και τελικά το πορτοφόλι των πολιτών.

Την ώρα που η κυβέρνηση προετοιμάζει παρεμβάσεις για να περιορίσει την επιβάρυνση από τις αυξημένες τιμές των καυσίμων, κυβερνητικά στελέχη εμφανίζονται να χρησιμοποιούν ως απόδειξη αντοχής της οικονομίας την κίνηση στους δρόμους ή να αντιπαραθέτουν τους «νοικοκύρηδες» στους «κακομοίρηδες».

Και το ερώτημα που δημιουργείται είναι εύλογο:

Πόσο βοηθούν την ίδια την κυβέρνηση τέτοιες δηλώσεις;

Θεοχάρης: «Υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες»

Η τελευταία περίπτωση που προκάλεσε αντιδράσεις ήταν αυτή του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη.

Σε τηλεοπτική αντιπαράθεση στο Action24 με την Τόνια Αντωνίου του ΠΑΣΟΚ, ο Χάρης Θεοχάρης είπε:

«Έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη. Υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες. Δεν υπάρχουν μόνο κακομοίρηδες».

Όταν η συνομιλήτριά του τον ρώτησε εάν χαρακτηρίζει «κακομοίρη» εκείνον που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, ο ίδιος απάντησε ότι εκείνη χρησιμοποιεί αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Λίγο αργότερα πρόσθεσε:

«Εκπροσωπούμε τους νοικοκύρηδες».

Ο υφυπουργός διευκρίνισε στη συνέχεια ότι η Νέα Δημοκρατία είναι λαϊκό κόμμα και ότι εκπροσωπεί και ανθρώπους που τα βγάζουν πέρα με δυσκολία. Αυτή η διευκρίνιση αποτελεί απαραίτητο μέρος του συμφραζομένου της συζήτησης.

Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, είχε ήδη δημιουργηθεί.

Διότι η χρήση του δίπολου «νοικοκύρης – κακομοίρης» σε μια συζήτηση για την οικονομική κατάσταση των πολιτών είναι εξαιρετικά εύκολο να εκληφθεί ως απαξιωτική για όσους δυσκολεύονται.

Κουλκουδίνας: Αν δεν αντέχεις τη βενζίνη, υπάρχει και το ΜΜΜ

Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε προκαλέσει αντιδράσεις και ο βουλευτής της ΝΔ Σπύρος Κουλκουδίνας.

Μιλώντας στο Κανάλι της Βουλής για τις αυξημένες τιμές των καυσίμων, υποστήριξε ότι η ελληνική οικονομία «προς το παρόν αντέχει», χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων ως επιχείρημα την κυκλοφορία των αυτοκινήτων.

Στην ίδια συζήτηση ανέφερε ότι εάν κάποιος δεν αντέχει το κόστος, μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσο μαζικής μεταφοράς. Η τοποθέτηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από κόμματα της αντιπολίτευσης.

Το πρόβλημα εδώ είναι περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό.

Η ύπαρξη κυκλοφοριακής κίνησης δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο οικονομικής ευημερίας.

Πολλοί εργαζόμενοι χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό τους επειδή είναι απαραίτητο για να πάνε στη δουλειά τους. Σε πολλές περιοχές της χώρας —και ασφαλώς σε νησιωτικές περιοχές όπως η Κεφαλονιά— η επιλογή «πάρε το μετρό» απλώς δεν υπάρχει.

Το γεγονός ότι κάποιος εξακολουθεί να αγοράζει βενζίνη δεν αποδεικνύει ότι δεν πιέζεται οικονομικά.

Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι δεν έχει άλλη επιλογή.

Τσιάρας: Η «υπερκατανάλωση» και οι γεμάτοι δρόμοι

Στη συνέχεια ήρθαν οι δηλώσεις του Κώστα Τσιάρα.

Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, μιλώντας για την οικονομική κατάσταση των πολιτών, υποστήριξε ότι υπάρχει «υπερκατανάλωση παντού που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει» και αναφέρθηκε στην εικόνα γεμάτων δρόμων, εστιατορίων και άλλων δραστηριοτήτων ως στοιχείο της πραγματικής οικονομίας.

Και εδώ όμως υπάρχει μια ουσιαστική διάκριση.

Άλλο η συνολική κατανάλωση μιας οικονομίας και άλλο η οικονομική κατάσταση κάθε νοικοκυριού.

Μπορούν ταυτόχρονα να υπάρχουν γεμάτα καταστήματα και εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες που δυσκολεύονται.

Η μία εικόνα δεν ακυρώνει αυτομάτως την άλλη.

Και είχε προηγηθεί το «τζάμπα πέθανε»

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια φράση κυβερνητικού στελέχους προκαλεί πολιτική συζήτηση λόγω του τρόπου με τον οποίο ακούγεται στην κοινωνία.

Τον Φεβρουάριο του 2024 η τότε υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χριστίνα Αλεξοπούλου είχε χρησιμοποιήσει τη φράση «το τζάμπα πέθανε», κατά τη διάρκεια συζήτησης για το κόστος μετακίνησης και στέγασης των εκπαιδευτικών στα νησιά.

Η φράση προκάλεσε τότε έντονες αντιδράσεις, ακριβώς επειδή το ζήτημα αφορούσε εργαζομένους που αντιμετώπιζαν πραγματικό πρόβλημα με το αυξημένο κόστος ζωής.

Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μια «άτυχη στιγμή»

Αν υπήρχε μόνο μία τέτοια δήλωση, θα μπορούσε εύκολα να αποδοθεί σε μια κακή διατύπωση.

Όταν όμως μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα συσσωρεύονται διαφορετικές δηλώσεις από διαφορετικά κυβερνητικά στελέχη, δημιουργείται ένα διαφορετικό πολιτικό ζήτημα.

Δημιουργείται η εντύπωση ότι ένα τμήμα του κυβερνητικού προσωπικού δεν αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο που την αντιλαμβάνονται οι πολίτες την πίεση της καθημερινότητας.

Και αυτή η εντύπωση μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επιβαρυντική από μια διαφωνία για έναν οικονομικό δείκτη.

Οι πολίτες δεν χρειάζονται μαθήματα για το πώς θα μετακινηθούν

Ένας πολίτης που βλέπει τη βενζίνη να ακριβαίνει δεν χρειάζεται έναν πολιτικό να του εξηγήσει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει λεωφορείο.

Το γνωρίζει.

Όπως γνωρίζει εάν υπάρχει λεωφορείο εκεί όπου κατοικεί.

Γνωρίζει πόσο πληρώνει στο πρατήριο.

Γνωρίζει πόσο του κοστίζει να πάει στη δουλειά.

Γνωρίζει πόσο του μένει από τον μισθό στο τέλος του μήνα.

Και, κυρίως, γνωρίζει πολύ καλά εάν η οικονομική του κατάσταση βελτιώθηκε ή χειροτέρεψε.

Γι’ αυτό η πολιτική συζήτηση για την ακρίβεια χρειάζεται να γίνεται με στοιχεία, συγκεκριμένα μέτρα και απαντήσεις.

Όχι με χαρακτηρισμούς.

Το πραγματικό πρόβλημα για τη ΝΔ

Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσία.

Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει μέτρα για τα καύσιμα και τη θέρμανση, αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα που απαιτεί κρατική παρέμβαση.

Την ίδια στιγμή, στελέχη της δημιουργούν με τις δηλώσεις τους μια εντελώς διαφορετική εικόνα: ότι οι γεμάτοι δρόμοι αποτελούν απόδειξη πως η οικονομία «αντέχει», ότι η λύση για όποιον δυσκολεύεται με τη βενζίνη είναι το μέσο μαζικής μεταφοράς ή ότι η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να περιγραφεί μέσα από το δίπολο «νοικοκύρηδες» και «κακομοίρηδες».

Αυτές οι δύο εικόνες δύσκολα συμβαδίζουν.

Εάν χρειάζονται έκτακτα μέτρα για τα καύσιμα, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Εάν υπάρχει πρόβλημα, εκείνοι που το βιώνουν δεν είναι «κακομοίρηδες».

Είναι πολίτες που περιμένουν λύσεις.

Και σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια βρίσκεται ψηλά στην πολιτική αντιπαράθεση, η μεγαλύτερη ζημιά για μια κυβέρνηση μπορεί τελικά να μην προέρχεται μόνο από τις τιμές στην αντλία.

Μπορεί να προέρχεται και από τον τρόπο με τον οποίο μιλούν γι’ αυτές οι ίδιοι οι άνθρωποί της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ