Ο Άδωνις Γεωργιάδης επέστρεψε στην πολυσυζητημένη τηλεοπτική αντιπαράθεσή του με τον δημοσιογράφο Νίκο Ελευθερόγλου και έδωσε τη δική του εξήγηση: έκανε πλάκα.
Μάλιστα, όπως είπε, όλοι οι παριστάμενοι γέλασαν εκτός από τον δημοσιογράφο.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο σημείο της υπόθεσης.
Γιατί το αν μια φράση είναι αστεία δεν κρίνεται μόνο από εκείνον που την εκστομίζει.
Κυρίως όταν εκείνος που την εκστομίζει δεν βρίσκεται σε μια ιδιωτική παρέα, αλλά είναι υπουργός της κυβέρνησης και μιλά σε δημοσιογράφο που του υποβάλλει πολιτική ερώτηση σε ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή.
Η ερώτηση ήταν πολιτική – όχι προσωπική
Ας επιστρέψουμε σε αυτό που πραγματικά συνέβη.
Ο Νίκος Ελευθερόγλου έθεσε στον υπουργό ένα υποθετικό πολιτικό σενάριο: εάν μετά τις εκλογές η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία και απαιτηθεί συνεργασία, θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση με διαφορετικό πρωθυπουργό;
Ο Γεωργιάδης μπορούσε να απαντήσει ότι θεωρεί το σενάριο πολιτικά αδύνατο.
Μπορούσε να εξηγήσει γιατί.
Μπορούσε να το απορρίψει κατηγορηματικά.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε μια προσωπική αιχμή περί χρήσης κάνναβης.
Αυτό ακριβώς καταγράφηκε στον τηλεοπτικό αέρα, με τον δημοσιογράφο να απαντά ότι δεν καπνίζει και ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσει τον ίδιο τρόπο συζήτησης.
Αμέσως μετά ο υπουργός είπε ότι έκανε πλάκα.
Το περιστατικό, επομένως, δεν αμφισβητείται. Το μόνο που συζητείται είναι πώς αξιολογείται.
«Δεν περίμενα ότι θα θιγεί»
Τώρα ο υπουργός λέει ότι εξεπλάγη επειδή ο δημοσιογράφος ενοχλήθηκε.
Αλλά αυτό το επιχείρημα αντιστρέφει κάπως παράξενα τους ρόλους.
Δεν είναι ο αποδέκτης μιας προσωπικής αιχμής εκείνος που πρέπει να δικαιολογήσει γιατί ενοχλήθηκε.
Ο δημόσιος αξιωματούχος είναι εκείνος που οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις λέξεις που επιλέγει.
Και πράγματι ο Γεωργιάδης έκανε κάτι που πρέπει να καταγραφεί: ζήτησε συγγνώμη όταν αντιλήφθηκε ότι ο Ελευθερόγλου ενοχλήθηκε.
Αυτό όμως δεν μετατρέπει αναδρομικά την αρχική φράση σε επιτυχημένο αστείο.
Ο ίδιος ο Ελευθερόγλου εξήγησε γιατί δεν γέλασε
Υπάρχει μάλιστα ένα στοιχείο που δεν πρέπει να εξαφανίζεται από τη συζήτηση.
Ο Νίκος Ελευθερόγλου επανήλθε την επόμενη ημέρα και εξήγησε δημόσια τη στάση του.
Έθεσε το ζήτημα των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν εξαρτήσεις και σημείωσε ότι όταν χρησιμοποιούνται τέτοια θέματα ως αντικείμενο αστεϊσμού πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη προσοχή.
Και πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο απλό:
Η δουλειά ενός δημοσιογράφου είναι να κάνει ερωτήσεις.
Δεν είναι «πλάκα».
Επομένως η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το αν ο υπουργός είχε χιουμοριστική πρόθεση.
Αφορά το πώς αντιλαμβάνεται ένας υπουργός την πολιτική αντιπαράθεση όταν μια ερώτηση δεν του αρέσει.
Η συγγνώμη είναι θετική. Το «σιγά το θέμα» όμως τι ακριβώς προσθέτει;
Εδώ υπάρχει μια αντίφαση.
Από τη μία:
«Ζήτησα συγγνώμη».
Από την άλλη:
«Εξεπλάγην που εθίγη» και περίπου «σιγά το θέμα».
Μια συγγνώμη έχει μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από την απλή αναγνώριση ότι μια φράση ήταν άστοχη.
Δεν χρειάζεται μετά να εξηγηθεί ότι ο άλλος μάλλον δεν κατάλαβε το χιούμορ.
Γιατί διαφορετικά η συζήτηση μεταφέρεται από το «δεν έπρεπε να το πω» στο «δεν καταλαβαίνω γιατί ενοχλήθηκες».
Και αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το ύφος
Η συγκεκριμένη ιστορία θα ήταν μάλλον ασήμαντη εάν αντιμετωπιζόταν ως ένα μεμονωμένο λεκτικό ολίσθημα.
Το πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στο είδος του δημόσιου διαλόγου που θέλουμε.
Ένας υπουργός διαθέτει μικρόφωνο, θεσμική εξουσία και τεράστια δημόσια προβολή.
Ένας δημοσιογράφος έχει δικαίωμα να του υποβάλει ακόμη και μια ερώτηση που εκείνος θεωρεί παράλογη.
Η απάντηση μπορεί να είναι σκληρή.
Μπορεί να είναι ειρωνική.
Μπορεί να αποδομήσει πλήρως το πολιτικό σενάριο.
Αλλά όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το επιχείρημα στον ίδιο τον συνομιλητή, το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης αλλάζει.
Και αυτό είναι το πραγματικό θέμα.
Όχι αν γέλασαν δύο ή τρεις άνθρωποι στο στούντιο.
Το «αστειευόμουν» δεν είναι πολιτικό επιχείρημα
Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ένας από τους πλέον έμπειρους πολιτικούς της χώρας και ασφαλώς γνωρίζει να υπερασπίζεται τις θέσεις του.
Γι’ αυτό ακριβώς δεν χρειάζεται τέτοιες ατάκες για να απαντήσει σε μια ερώτηση.
Αν θεωρεί αδύνατο να υπάρξει κυβέρνηση συνεργασίας με πρώτο κόμμα τη ΝΔ και άλλον πρωθυπουργό, ας εξηγήσει πολιτικά γιατί.
Αυτό έχει ενδιαφέρον.
Το αν ο δημοσιογράφος «κατάλαβε την πλάκα» δεν έχει.
Και ίσως αυτό είναι τελικά το απλούστερο συμπέρασμα της ιστορίας:
η συγγνώμη μπορεί να κλείσει ένα προσωπικό επεισόδιο. Δεν ακυρώνει όμως τη συζήτηση για το ύφος με το οποίο ένας υπουργός επιλέγει να απαντά σε μια απολύτως θεμιτή πολιτική ερώτηση.



