Ένα πραγματικό ιστορικό περιστατικό, μια εντυπωσιακή σύμπτωση και στο τέλος ένα συμπέρασμα που παρουσιάζεται περίπου ως δεδομένο.
Κάπως έτσι στήνεται το επιχείρημα που κυκλοφορεί τις τελευταίες ώρες για την υπόθεση Γκιλφόιλ – Παπασταύρου από τα τρολ της ΝΔ και τα “φερέφωνα” του Μητσοτάκη
Η λογική είναι η εξής:
Το 1993 ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Γουόρεν Κρίστοφερ μίλησε για εκλογές στην Ελλάδα πριν αυτές προκηρυχθούν.
Λίγους μήνες αργότερα η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της και έγιναν πράγματι εκλογές.
Άρα —κατά το επιχείρημα— οι Αμερικανοί «γνώριζαν ακριβώς» πότε ο Αντώνης Σαμαράς θα έριχνε την κυβέρνηση.
Μόνο που ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο υπάρχει ένα τεράστιο κενό:
η απόδειξη.
Ναι, ο Κρίστοφερ πράγματι μίλησε για εκλογές
Ας ξεκινήσουμε από το κομμάτι που είναι πραγματικό.
Ο Γουόρεν Κρίστοφερ επισκέφθηκε την Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1993 και συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στον Αστέρα Βουλιαγμένης.
Από εκείνη την επίσκεψη έμεινε στην ελληνική πολιτική ιστορία η περίφημη αναφορά του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στις ελληνικές εκλογές.
Μεταγενέστερες αναδρομές καταγράφουν ότι ο Κρίστοφερ αναφέρθηκε σε εκλογές το φθινόπωρο ή τον Οκτώβριο, δημιουργώντας τότε τεράστιες εντυπώσεις.
Η αμερικανική πλευρά επιχείρησε στη συνέχεια να μετριάσει όσα είχαν ειπωθεί.
Άρα το περιστατικό δεν είναι εφεύρεση.
Συνέβη.
Και ασφαλώς ήταν πολιτικά εντυπωσιακό.
Από πού προκύπτει όμως ότι «ήξεραν τι θα έκανε ο Σαμαράς»;
Εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Από μια αμερικανική αναφορά σε πιθανές πρόωρες εκλογές πώς περνάμε στο συμπέρασμα:
«Οι Αμερικανοί γνώριζαν ακριβώς τότε πότε ο Σαμαράς θα έριχνε την κυβέρνηση»;
Πού είναι η τεκμηρίωση;
Υπάρχει έγγραφο;
Υπάρχει τηλεγράφημα;
Υπάρχει αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό αρχείο;
Υπάρχει μαρτυρία Αμερικανού αξιωματούχου ότι γνώριζαν εκ των προτέρων τις αποχωρήσεις των βουλευτών;
Υπάρχει στοιχείο που συνδέει την επίσκεψη Κρίστοφερ του Ιουνίου με τις κοινοβουλευτικές εξελίξεις του Σεπτεμβρίου;
Το ιστορικό γεγονός από μόνο του δεν τα αποδεικνύει αυτά.
Το ότι κάποιος προέβλεψε ένα γεγονός που τελικά συνέβη δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε ή οργάνωνε τον μηχανισμό που το προκάλεσε.
Αλλιώς κάθε σωστή πολιτική πρόβλεψη θα αποτελούσε αυτομάτως απόδειξη συνωμοσίας.
Και υπάρχει μια σημαντική χρονολογική λεπτομέρεια
Η επίμαχη δήλωση Κρίστοφερ έγινε τον Ιούνιο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έπεσε τότε.
Οι καθοριστικές εξελίξεις σημειώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1993.
Σύμφωνα με το αρχείο της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης, η κυβέρνηση έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της μετά τις αποχωρήσεις βουλευτών, οι οποίες συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τον Αντώνη Σαμαρά και την Πολιτική Άνοιξη.
Η Βουλή διαλύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου.
Οι εκλογές προκηρύχθηκαν και πραγματοποιήθηκαν στις 10 Οκτωβρίου 1993.
Αυτή είναι η τεκμηριωμένη αλληλουχία των γεγονότων.
Το επιπλέον συμπέρασμα ότι ο Κρίστοφερ γνώριζε τον Ιούνιο το επιχειρησιακό σχέδιο που θα οδηγούσε στην απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας τρεις μήνες αργότερα χρειάζεται ξεχωριστή απόδειξη.
Και τώρα χρησιμοποιείται το 1993 για να εξηγηθεί η Γκιλφόιλ
Και εδώ γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον το επιχείρημα.
Η Wall Street Journal δημοσίευσε ένα εξαιρετικά σοβαρό ρεπορτάζ για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε δείπνο στην Αθήνα τον περασμένο Μάρτιο και ενώ γινόταν συζήτηση για τη Ρουμανία, η Αμερικανίδα πρέσβης φέρεται να είπε ότι αυτό μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε χώρα και «μπορούμε να το κάνουμε και εδώ».
Σύμφωνα πάντα με το ρεπορτάζ, ο Σταύρος Παπασταύρου αντέδρασε λέγοντας ουσιαστικά ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια κυβέρνηση που έχει εκλεγεί από τον ελληνικό λαό.
Υπάρχει όμως μια απαραίτητη δημοσιογραφική υποσημείωση:
η πλευρά Γκιλφόιλ αμφισβητεί την περιγραφή της συγκεκριμένης συνομιλίας.
Άρα μέχρι να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία, μιλάμε για μια πολύ σοβαρή δημοσιογραφική αποκάλυψη της WSJ, όχι για παραδοχή που έχει επιβεβαιώσει δημοσίως η ίδια η πρέσβης.
Το παράδοξο της υπεράσπισης
Και εδώ εμφανίζεται ένα πραγματικά περίεργο σημείο.
Αν κάποιος θεωρεί προβληματική την ιδέα ότι μια ξένη δύναμη μπορεί να επηρεάζει ή να επιχειρεί να επηρεάσει την τύχη δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, η φυσιολογική αντίδραση είναι να ζητήσει διευκρινίσεις.
Όχι να πει περίπου:
«Ε, αυτά τα κάνουν οι Αμερικανοί από παλιά».
Γιατί αυτό δεν αποτελεί διάψευση.
Ούτε αποδόμηση.
Και πολύ περισσότερο δεν απαντά στο σημερινό ερώτημα:
ειπώθηκε ή όχι η συγκεκριμένη φράση που αποδίδει η Wall Street Journal στην Αμερικανίδα πρέσβη;
Αυτό είναι που χρειάζεται να αποσαφηνιστεί.
Ούτε η Γκιλφόιλ αποδεικνύει το 1993 ούτε ο Κρίστοφερ αποδεικνύει τη Γκιλφόιλ
Εδώ βρίσκεται τελικά ο πυρήνας του λογικού σφάλματος.
Έχουμε δύο διαφορετικές ιστορίες που απέχουν 33 χρόνια.
Το 1993 έχουμε μια πραγματική και εντυπωσιακή δήλωση Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών περί επερχόμενων ελληνικών εκλογών.
Το 2026 έχουμε ένα ρεπορτάζ της Wall Street Journal που αποδίδει στην Αμερικανίδα πρέσβη μια εξαιρετικά σοβαρή φράση σχετικά με κυβερνήσεις άλλων χωρών.
Η πρώτη ιστορία δεν αποδεικνύει τη δεύτερη.
Και η δεύτερη δεν αποτελεί αναδρομική απόδειξη ότι το 1993 οι ΗΠΑ γνώριζαν ή καθοδηγούσαν τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά.
Για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο χρειάζονται στοιχεία.
Όχι δύο περιστατικά τοποθετημένα δίπλα δίπλα και μια γραμμή που τα ενώνει εκ των υστέρων.
Και κάτι τελευταίο για το «διαχρονικά και διακομματικά»
Υπάρχει ασφαλώς μια απολύτως θεμιτή ιστορική συζήτηση για την αμερικανική επιρροή στην ελληνική πολιτική ζωή.
Και είναι μεγάλη.
Αφορά δεκαετίες, διαφορετικές κυβερνήσεις και πολύ διαφορετικές ιστορικές περιόδους.
Αλλά ακριβώς επειδή πρόκειται για τόσο σοβαρό θέμα, απαιτεί τεκμήρια και όχι πολιτικά βολικές βεβαιότητες.
Το πραγματικό περιστατικό Κρίστοφερ αξίζει να καταγράφεται.
Η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993 επίσης.
Η σημερινή αποκάλυψη της Wall Street Journal ακόμη περισσότερο.
Αλλά το «άρα οι Αμερικανοί γνώριζαν ακριβώς πότε ο Σαμαράς θα ρίξει τον Μητσοτάκη» δεν είναι ιστορικό γεγονός. Είναι συμπέρασμα.
Και μέχρι να παρουσιαστεί η απόδειξη που ενώνει τα δύο γεγονότα, πρέπει να αντιμετωπίζεται ακριβώς ως αυτό.
Γιατί διαφορετικά δεν κάνουμε ιστορική ανάλυση.
Παίρνουμε ένα πραγματικό γεγονός, συμπληρώνουμε μόνοι μας το κομμάτι που λείπει και μετά χρησιμοποιούμε το συμπέρασμα ως απόδειξη της αρχικής μας υπόθεσης.



