Η Ευρώπη ξαναβάζει στο τραπέζι μέτρα περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης, καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου προκαλούν ανησυχία ενόψει του χειμώνα. Μείωση της κατανάλωσης στις ώρες αιχμής, χαμηλότερη θέρμανση στα δημόσια κτίρια και περιορισμός του περιττού φωτισμού βρίσκονται μεταξύ των επιλογών. Για την Ελλάδα, όμως, το άμεσο πρόβλημα δεν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως έλλειψη καυσίμων αλλά ως κόστος: πόσο θα πληρώσουν τελικά τα νοικοκυριά για να ζεσταθούν.
Οι εικόνες της ενεργειακής κρίσης του 2022 επιστρέφουν στη συζήτηση στην Ευρώπη.
Σβηστά φώτα σε δημόσια κτίρια, περιορισμός της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στις ώρες αιχμής, χαμηλότερες θερμοκρασίες στη θέρμανση δημόσιων χώρων και κίνητρα προς τους πολίτες για μεταφορά της κατανάλωσης σε διαφορετικές ώρες.
Δεν σημαίνει ότι από αύριο οι Ευρωπαίοι –ή οι Έλληνες– καλούνται υποχρεωτικά να κλείσουν τα καλοριφέρ.
Σημαίνει όμως ότι η εξοικονόμηση ενέργειας επιστρέφει στην ευρωπαϊκή ατζέντα καθώς οι αγορές φυσικού αερίου και πετρελαίου βρίσκονται ξανά υπό πίεση.
Και για ένα ελληνικό νοικοκυριό το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:
Πόσο θα κοστίσει φέτος να ζεστάνει το σπίτι του;
Η Ευρώπη ξανακοιτάζει τη συνταγή του 2022
Στις Βρυξέλλες επανέρχεται η συζήτηση για μέτρα διαχείρισης της ζήτησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Η λογική είναι γνωστή από την προηγούμενη μεγάλη ενεργειακή κρίση.
Όταν περιορίζεται η ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος –και ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής– μπορεί να μειωθεί και η ανάγκη λειτουργίας μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο.
Αυτό με τη σειρά του περιορίζει τη συνολική κατανάλωση αερίου και μειώνει την πίεση στα αποθέματα.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση περιλαμβάνει επίσης την καλύτερη αξιοποίηση των έξυπνων μετρητών, ώστε η κατανάλωση να μεταφέρεται, όπου είναι δυνατό, σε ώρες χαμηλότερης ζήτησης.
Για παράδειγμα, ενεργοβόρες συσκευές όπως ηλεκτρικοί θερμοσίφωνες, πλυντήρια ή άλλες οικιακές συσκευές μπορούν να λειτουργούν σε χρονικές ζώνες στις οποίες το ηλεκτρικό σύστημα δέχεται μικρότερη πίεση.
Ξανά στο τραπέζι δημόσια κτίρια και φωτισμός
Ακόμη πιο γνώριμες είναι οι παρεμβάσεις στον δημόσιο τομέα.
Ο περιορισμός της θέρμανσης σε δημόσια κτίρια και η μείωση του περιττού δημόσιου φωτισμού αποτελούν επιλογές που έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά στην Ευρώπη.
Το κρίσιμο όμως είναι ότι δεν πρέπει να παρουσιάζονται οι σημερινές συζητήσεις σαν να έχει ήδη επιβληθεί υποχρεωτικό δελτίο ενέργειας στα ελληνικά νοικοκυριά.
Αυτό δεν προκύπτει.
Η κατεύθυνση αυτή τη στιγμή είναι η μείωση της ζήτησης και η προετοιμασία για το ενδεχόμενο ενός δυσκολότερου ενεργειακά χειμώνα.
Και η προετοιμασία έχει έναν βασικό λόγο: την κατάσταση στις διεθνείς αγορές.
Φυσικό αέριο και πετρέλαιο ξαναγράφουν τον λογαριασμό
Η άνοδος του φυσικού αερίου έχει άμεση και έμμεση επίδραση στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Δεν αφορά μόνο τα σπίτια που χρησιμοποιούν αέριο για θέρμανση.
Το φυσικό αέριο παραμένει σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή και συνεπώς η αύξηση της τιμής του μπορεί να περάσει και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, η άνοδος του πετρελαίου δημιουργεί δεύτερο μέτωπο.
Το Brent έχει κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι μέσα στην τρέχουσα ενεργειακή αναταραχή, ενώ και οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν παρουσιάσει μεγάλη άνοδο.
Το αποτέλεσμα είναι ένας δύσκολος συνδυασμός για χώρες όπως η Ελλάδα:
ακριβότερο πετρέλαιο, ακριβότερο φυσικό αέριο και κίνδυνος μεταφοράς του κόστους και στην ηλεκτρική ενέργεια.
Το μεγάλο ελληνικό πρόβλημα: πόσο θα κοστίσει η θέρμανση
Για την Ελλάδα, η εικόνα έχει μία σημαντική ιδιαιτερότητα.
Το άμεσο ζήτημα δεν είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει φυσικό αέριο ή πετρέλαιο.
Είναι η τιμή στην οποία θα φτάσουν αυτά τα καύσιμα στον καταναλωτή.
Οι πρώτες εκτιμήσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης έχουν δημιουργήσει έντονη ανησυχία, καθώς γίνεται λόγος για εξαιρετικά υψηλή τιμή εκκίνησης εάν οι διεθνείς τιμές παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα.
Και εδώ πρέπει να γίνει μία σημαντική διάκριση.
Άλλο η εμπορική τιμή του πετρελαίου θέρμανσης και άλλο το επίδομα θέρμανσης.
Το επίδομα δεν αποτελεί γενική μείωση της τιμής ανά λίτρο για όλους τους καταναλωτές. Χορηγείται σε δικαιούχους βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων.
Επομένως, το πραγματικό κόστος για κάθε νοικοκυριό θα εξαρτηθεί από την τιμή διάθεσης όταν ξεκινήσει η περίοδος θέρμανσης, την κατανάλωση και το εάν το νοικοκυριό δικαιούται κρατική ενίσχυση.
Γιατί το 1,75 ή ακόμη και τα 2 ευρώ προκαλούν φόβο
Εάν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για τιμές κοντά στα επίπεδα που αναφέρονται σήμερα, το κόστος γίνεται εξαιρετικά βαρύ.
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει το μέγεθος.
Για γέμισμα 500 λίτρων, τιμή 1,75 ευρώ σημαίνει:
875 ευρώ.
Στα 2 ευρώ το λίτρο:
1.000 ευρώ.
Για 1.000 λίτρα, αντίστοιχα, μιλάμε για 1.750 έως 2.000 ευρώ πριν υπολογιστεί οποιαδήποτε ενίσχυση που μπορεί να δικαιούται ένα νοικοκυριό.
Επομένως, η ενεργειακή κρίση για έναν οικογενειακό προϋπολογισμό δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε φυσική έλλειψη καυσίμου για να γίνει πραγματική.
Αρκεί το καύσιμο να υπάρχει αλλά να γίνεται οικονομικά δυσπρόσιτο.
Ο κρίσιμος παράγοντας των ευρωπαϊκών αποθηκών
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο ιδιαίτερη σημασία έχει και η πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει μετά την κρίση του 2022 συγκεκριμένο πλαίσιο αποθήκευσης, ακριβώς για να περιορίσει τον κίνδυνο ελλείψεων κατά τους χειμερινούς μήνες.
Όμως τα χαμηλότερα αποθέματα αυξάνουν την ανάγκη εισαγωγών.
Και μεγάλο μέρος αυτών πρέπει να καλυφθεί μέσω LNG.
Εκεί αρχίζει ένα δεύτερο πρόβλημα: η Ευρώπη δεν αγοράζει LNG μόνη της.
Ανταγωνίζεται την Ασία και άλλες αγορές για τα ίδια φορτία.
Όσο αυξάνεται ο διεθνής ανταγωνισμός τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η πίεση στις τιμές.
Γιατί συζητείται μεγαλύτερη ευελιξία στους στόχους
Στην ευρωπαϊκή συζήτηση βρίσκεται επίσης η μεγαλύτερη ευελιξία στους στόχους αποθήκευσης.
Η ΕΕ έχει ήδη κινηθεί προς ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο για την πλήρωση των αποθηκών, ώστε ένας αυστηρός στόχος σε συγκεκριμένη ημερομηνία να μην οδηγεί τους αγοραστές σε υποχρεωτικές αγορές όταν οι τιμές είναι εξαιρετικά υψηλές.
Η λογική είναι απλή.
Εάν όλοι γνωρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει πάση θυσία να αγοράσει τεράστιες ποσότητες μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία, η αγορά μπορεί να προεξοφλήσει αυτή τη ζήτηση.
Και αυτό μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος των Ευρωπαίων καταναλωτών.
Ο δύσκολος χειμώνας θα κριθεί τελικά στον λογαριασμό
Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει λόγος να δημιουργείται η εικόνα ότι αύριο η Ελλάδα θα μείνει χωρίς φυσικό αέριο ή ότι έχει ήδη αποφασιστεί υποχρεωτικό κλείσιμο της θέρμανσης στα σπίτια.
Υπάρχει όμως λόγος σοβαρής ανησυχίας για το κόστος.
Γιατί ακόμη και με επαρκή ενεργειακό εφοδιασμό, ένα νοικοκυριό που θα πρέπει να πληρώσει εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες ευρώ για τη θέρμανσή του αντιμετωπίζει ένα απολύτως πραγματικό πρόβλημα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική πίεση των επόμενων εβδομάδων.
Εάν οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα καθώς πλησιάζει η έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η συζήτηση στην Ελλάδα θα μεταφερθεί αναπόφευκτα στα μέτρα στήριξης.
Ποιοι θα πάρουν επίδομα; Πόσο θα είναι; Θα διευρυνθούν τα εισοδηματικά όρια; Θα χρειαστούν πρόσθετες παρεμβάσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα καθορίσουν εάν ο χειμώνας του 2026-27 θα εξελιχθεί σε μια ακόμη μεγάλη δοκιμασία για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Γιατί μπορεί η Ευρώπη να μιλά ξανά για εξοικονόμηση ενέργειας.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά όμως το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο πεζό:
όχι αν θα υπάρχει θέρμανση – αλλά αν θα μπορούν να την πληρώσουν.



