Τέμπη: Ο Τριαντόπουλος στο Ειδικό Δικαστήριο και το ερώτημα που επιστρέφει – Ποιος έδωσε την εντολή;

Μήπως έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε ακόμη και τις ειδήσεις που κάποτε θα προκαλούσαν πολιτικό σεισμό; Ο Χρήστος Τριαντόπουλος, υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ την περίοδο της τραγωδίας των Τεμπών, παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με την αλλοίωση του χώρου. Και μαζί με την παραπομπή επιστρέφει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση: ποιος αποφάσισε τις παρεμβάσεις στον τόπο της τραγωδίας και ποια ακριβώς ήταν η αλυσίδα των εντολών;

Υπάρχουν ειδήσεις που περνούν.

Και υπάρχουν ειδήσεις που κανονικά θα έπρεπε να σταματούν για λίγο ολόκληρη την πολιτική συζήτηση.

Η παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση του αποκαλούμενου «μπαζώματος» στα Τέμπη ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Κι όμως, μέσα στον καταιγισμό της καθημερινότητας, της ακρίβειας, των δημοσκοπήσεων, των κομματικών αντιπαραθέσεων και της διαρκούς παραγωγής ειδήσεων, υπάρχει ο κίνδυνος ακόμη και μια τέτοια εξέλιξη να αντιμετωπιστεί περίπου ως μία ακόμη είδηση της ημέρας.

Δεν είναι.

Δεν παραπέμπεται ένας οποιοσδήποτε κυβερνητικός παράγοντας

Υπάρχει μια λεπτομέρεια που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ο Χρήστος Τριαντόπουλος την περίοδο του σιδηροδρομικού δυστυχήματος ήταν υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ. Αυτό ακριβώς αναφέρεται και στα δημοσιεύματα για την εισαγγελική πρόταση που προηγήθηκε της παραπομπής του.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Ο ίδιος ο Τριαντόπουλος είχε δηλώσει δημόσια, σε συνέντευξή του τον Μάρτιο του 2023, ότι είχε βρεθεί στην περιοχή με εντολή του πρωθυπουργού, προκειμένου να διαχειριστεί από κοντά την κατάσταση μετά την τραγωδία. Η συγκεκριμένη δήλωση έχει επανέλθει και στην κοινοβουλευτική συζήτηση γύρω από την υπόθεση.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε εντολή για το μπάζωμα.

Και πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί σε αυτό.

Δημιουργεί όμως ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό και δημοσιογραφικό ερώτημα:

ποια ακριβώς ήταν η αποστολή του Τριαντόπουλου στο πεδίο, ποιες αποφάσεις ελήφθησαν όσο βρισκόταν εκεί, από ποιους και με ποια αλυσίδα εντολών;

Το «μπάζωμα» δεν είναι πλέον κάτι που μπορεί να εξαφανιστεί με έναν λεκτικό καβγά

Ο Τριαντόπουλος έχει αρνηθεί ότι έδωσε εντολή για μπάζωμα.

Τον Μάρτιο του 2024 είχε δηλώσει στη Βουλή ότι δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα, ότι δεν συμμετείχε στις συνεδριάσεις του Συντονιστικού και ότι οι σχετικές παρεμβάσεις αποφασίστηκαν από τους αρμοδίους έπειτα από αίτημα της Πυροσβεστικής.

Αυτή είναι η δική του θέση και πρέπει να καταγράφεται.

Όμως σήμερα υπάρχει ένα νέο και πολύ σοβαρό δεδομένο:

η υπόθεση έφτασε μέχρι την παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο.

Αυτό δεν σημαίνει καταδίκη. Ο Τριαντόπουλος τεκμαίρεται αθώος και το δικαστήριο είναι εκείνο που θα αποφασίσει.

Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση για όσα συνέβησαν στον χώρο των Τεμπών δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται σαν μια περιθωριακή πολιτική καταγγελία.

Τι συνέβη πραγματικά εκείνες τις ημέρες;

Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί για τα στοιχεία που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύσκεψη της 3ης Μαρτίου 2023.

Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι σε αυτή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Χρήστος Τριαντόπουλος, ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, κυβερνητικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες, καθώς και στελέχη των αρμόδιων υπηρεσιών.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί για την εισαγγελική έρευνα, από τον χώρο απομακρύνθηκαν μεγάλες ποσότητες χώματος και υλικών, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις διαμόρφωσης του σημείου.

Ακριβώς γι’ αυτό το ερώτημα παραμένει:

ποιος αποφάσισε τι;

Ποιος είχε την επιχειρησιακή αρμοδιότητα;

Ποιος ζήτησε τις συγκεκριμένες εργασίες;

Ποιος ενημερώθηκε;

Ποιος συμφώνησε;

Και ποια ήταν η συμμετοχή κάθε πολιτικού και υπηρεσιακού παράγοντα;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν με κομματικά συνθήματα.

Είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν με στοιχεία.

Το μεγάλο λάθος θα ήταν να ξεχάσουμε

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.

Τα Τέμπη δεν είναι μόνο μια δικαστική υπόθεση.

Είναι ένα τεστ για τη συλλογική μας μνήμη.

Η καθημερινότητα είναι εξαντλητική. Οι πολίτες έχουν να αντιμετωπίσουν λογαριασμούς, ακρίβεια, δουλειά, οικογένεια, προβλήματα υγείας, στεγαστικό κόστος.

Και η επικαιρότητα αλλάζει με τέτοια ταχύτητα ώστε ακόμη και γεγονότα τεράστιας σημασίας να εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες από τις πρώτες σελίδες.

Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί με τα Τέμπη.

Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Και πέρα από την αναζήτηση των αιτιών που οδήγησαν στη σύγκρουση, υπάρχει και η υποχρέωση να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη μετά.

Ούτε προδικασμένες ενοχές ούτε συλλογική αμνησία

Υπάρχουν δύο λάθη που πρέπει να αποφύγει η δημόσια συζήτηση.

Το πρώτο είναι να καταδικάζονται άνθρωποι πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη.

Το δεύτερο –και εξίσου επικίνδυνο– είναι να αντιμετωπίζεται η παρέλευση του χρόνου σαν υποκατάστατο της απάντησης.

Ο Χρήστος Τριαντόπουλος θα έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.

Η κυβέρνηση έχει επίσης δικαίωμα να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή για όσα συνέβησαν.

Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν δικαίωμα να συνεχίζουν να ζητούν απαντήσεις.

Και η κοινωνία έχει δικαίωμα να μάθει ολόκληρη την αλήθεια.

Η παραπομπή ξανανοίγει μια συζήτηση που κάποιοι θεωρούσαν τελειωμένη

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική σημασία της εξέλιξης.

Όσοι θεωρούσαν ότι η υπόθεση των Τεμπών θα απομακρυνόταν σταδιακά από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Ένας άνθρωπος που την περίοδο της τραγωδίας ήταν υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ οδηγείται στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τους χειρισμούς στον χώρο μετά το δυστύχημα.

Δεν είναι απόδειξη ενοχής.

Είναι όμως μια εξέλιξη τεράστιας θεσμικής και πολιτικής βαρύτητας.

Και δημιουργεί ξανά την ανάγκη να απαντηθεί το ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της υπόθεσης:

Ποιος αποφάσισε την αλλοίωση του χώρου των Τεμπών, ποιος έδωσε τις σχετικές εντολές και ποιος γνώριζε τι συνέβαινε;

Τα Τέμπη δεν δικαιούμαστε να τα συνηθίσουμε

Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο επικίνδυνο.

Όχι μόνο να μη μάθουμε την αλήθεια.

Αλλά να κουραστούμε να τη ζητάμε.

Να γίνει η τραγωδία ακόμη μία υπόθεση στο ατελείωτο αρχείο της ελληνικής επικαιρότητας.

Να οργιστούμε, να περάσουν μερικοί μήνες και στη συνέχεια να ασχοληθούμε με το επόμενο θέμα.

Αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο δώρο σε οποιονδήποτε –ανεξαρτήτως κόμματος ή αξιώματος– θεωρεί ότι ο χρόνος μπορεί να αντικαταστήσει τη λογοδοσία.

Η παραπομπή Τριαντόπουλου υπενθυμίζει ακριβώς το αντίθετο.

Τα Τέμπη δεν τελείωσαν.

Η δικαστική έρευνα συνεχίζεται.

Τα ερωτήματα παραμένουν.

Και η κοινωνία δεν πρέπει να σταματήσει να απαιτεί απαντήσεις μέχρι να αποσαφηνιστεί, με στοιχεία και δικαστικές κρίσεις, τι ακριβώς συνέβη.

Γιατί σε μια δημοκρατία η μνήμη δεν είναι εκδίκηση.

Είναι προϋπόθεση λογοδοσίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ