Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική επικοινωνία όπου η προσπάθεια διαχείρισης μιας δυσάρεστης είδησης καταλήγει να είναι σχεδόν πιο ενδιαφέρουσα από την ίδια την είδηση.
Η σημερινή περίπτωση του Χρήστου Τριαντόπουλου είναι μία από αυτές.
Το πραγματικό γεγονός είναι συγκεκριμένο: το Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφάσισε την παραπομπή του πρώην υφυπουργού σε Ειδικό Δικαστήριο για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος, σε υπόθεση που αφορά την αλλοίωση του χώρου του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Μαζί του παραπέμπονται ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός και άλλα τρία πρόσωπα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χρήστος Τριαντόπουλος είναι ένοχος.
Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως και η τελική κρίση ανήκει στο δικαστήριο.
Σημαίνει όμως κάτι επίσης απολύτως συγκεκριμένο:
η υπόθεση δεν μπήκε στο αρχείο. Έφτασε μέχρι την παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα με τη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου.
Ναι στο τεκμήριο αθωότητας – αλλά υπάρχει και βούλευμα παραπομπής
Ο Παύλος Μαρινάκης ξεκινά σωστά λέγοντας ότι υπάρχει τεκμήριο αθωότητας και ότι η σημερινή εξέλιξη δεν αποτελεί τελική δικαστική απόφαση.
Απολύτως σωστό.
Μόνο που αυτή είναι η μισή εικόνα.
Η άλλη μισή είναι ότι οι ανώτατοι δικαστές, αφού εξέτασαν τη δικογραφία και το αποδεικτικό υλικό, αποφάσισαν την παραπομπή του πρώην υφυπουργού για παράβαση καθήκοντος. Σύμφωνα με το σημερινό ρεπορτάζ, το Δικαστικό Συμβούλιο ακολούθησε την εισαγγελική πρόταση και έκρινε ότι στοιχειοθετείται το συγκεκριμένο αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη.
Άλλο λοιπόν:
«δεν έχει ακόμη κριθεί ένοχος»
και εντελώς άλλο:
«δεν προέκυψε τίποτα».
Το πρώτο είναι νομικά αυτονόητο.
Το δεύτερο δεν προκύπτει από τη σημερινή εξέλιξη.
Το πιο παράδοξο επιχείρημα: περίπου «δικαιωθήκαμε επειδή παραπέμπεται»
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχειρεί στη συνέχεια να μετατρέψει την απόφαση του Χρήστου Τριαντόπουλου να ζητήσει να κριθεί από τους φυσικούς δικαστές του σε κεντρικό πολιτικό επιχείρημα.
Πράγματι, ο Τριαντόπουλος είχε ζητήσει από τον Μάρτιο του 2025 να κινηθεί η διαδικασία ώστε να φτάσει η υπόθεση στο Δικαστικό Συμβούλιο.
Αλλά αυτό δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Τι αποφάσισε τελικά η Δικαιοσύνη;
Και η απάντηση σήμερα είναι:
παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο.
Το ότι ένας κατηγορούμενος ζήτησε να κριθεί από τη Δικαιοσύνη ασφαλώς μπορεί να αξιολογηθεί πολιτικά. Δεν μετατρέπει όμως την παραπομπή του σε δικαίωση.
Ούτε αποτελεί απόδειξη ενοχής.
Είναι ακριβώς αυτό που είναι: η δικαστική διαδικασία προχώρησε και το αρμόδιο Συμβούλιο έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να φτάσει σε δίκη.
Και ποιος άνοιξε θεσμικά αυτή την υπόθεση;
Εδώ υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που δύσκολα εξαφανίζεται από τη δημόσια συζήτηση.
Η ίδια η Βουλή καταγράφει ότι στις 4 Μαρτίου 2025 συζητήθηκε η πρόταση που είχαν καταθέσει ο Νίκος Ανδρουλάκης και 30 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για προκαταρκτική εξέταση σχετικά με την ενδεχόμενη τέλεση παράβασης καθήκοντος από τον Χρήστο Τριαντόπουλο μεταξύ 3 και 6 Μαρτίου 2023.
Στη συνέχεια, στις 11 Απριλίου 2025, η Ολομέλεια αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξης για την ενδεχόμενη τέλεση ακριβώς αυτής της αξιόποινης πράξης.
Σήμερα το Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή.
Επομένως μπορεί κανείς να διαφωνεί πολιτικά με το ΠΑΣΟΚ, με τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα ή με τις δηλώσεις στελεχών του.
Δεν μπορεί όμως να εξαφανιστεί από το ιστορικό της υπόθεσης ότι η κοινοβουλευτική διαδικασία για τον Τριαντόπουλο ξεκίνησε πάνω στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ.
Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ σήμερα υποστηρίζει ότι η εξέλιξη δικαιώνει την επιλογή του να ζητήσει δικαστική διερεύνηση, ενώ επαναφέρει την κριτική του για τον τρόπο λειτουργίας της Προανακριτικής. Αυτό αποτελεί, βεβαίως, πολιτική θέση του κόμματος και όχι δικαστική κρίση.
Το «δεν έχει σχέση με το μπάζωμα» και η πραγματικότητα της παραπομπής
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επικοινωνιακή ακροβασία.
Η κυβέρνηση έχει δίκιο σε ένα σημείο: άλλο η κατηγορία της παράβασης καθήκοντος και άλλο οι πολύ βαρύτεροι ισχυρισμοί που κατά καιρούς διατυπώθηκαν δημοσίως περί παράνομου φορτίου, ξυλολίου ή οργανωμένης συγκάλυψης.
Το σημερινό βούλευμα δεν αποδεικνύει αυτές τις θεωρίες.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Αλλά από αυτό μέχρι το να δημιουργείται η εντύπωση ότι η παραπομπή Τριαντόπουλου είναι άσχετη με όσα έγιναν στον τόπο του δυστυχήματος υπάρχει τεράστια απόσταση.
Η ΕΡΤ μετέδωσε τη σημερινή εξέλιξη με τίτλο ότι ο Τριαντόπουλος παραπέμπεται «για την αλλοίωση του χώρου».
Ο ΣΚΑΪ αναφέρει ότι παραπέμπεται για την αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος πριν περισυλλεγούν όλοι οι νεκροί.
Και η εισαγγελική πρόταση που είχε προηγηθεί αφορούσε παράβαση καθήκοντος σχετικά με τους χειρισμούς στον χώρο του δυστυχήματος.
Άρα χρειάζεται ακρίβεια:
Δεν παραπέμπεται για να δικαστεί για «παράνομο φορτίο ξυλολίου».
Παραπέμπεται όμως για παράβαση καθήκοντος σε σχέση με την αλλοίωση του χώρου μετά το δυστύχημα.
Αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Και η απόρριψη του πρώτου δεν εξαφανίζει το δεύτερο.
Το πολιτικό τέχνασμα του συμψηφισμού
Στη δήλωση Μαρινάκη μπαίνουν στο ίδιο πολιτικό καλάθι η παραπομπή Τριαντόπουλου, το ξυλόλιο, τα «χαμένα βαγόνια», το ΠΑΣΟΚ και οι «τηλεδικαστές».
Έτσι όμως μετακινείται η συζήτηση.
Το σημερινό ερώτημα δεν είναι αν αποδείχθηκε κάθε θεωρία που ακούστηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Δεν αποδείχθηκε.
Το σημερινό ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:
Γιατί ένας πρώην υφυπουργός της κυβέρνησης παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με όσα έγιναν στον χώρο του μεγαλύτερου σιδηροδρομικού δυστυχήματος της χώρας;
Αυτό είναι το γεγονός της ημέρας.
Και σε αυτό θα κληθεί πλέον να απαντήσει η ίδια η δικαστική διαδικασία.
«Αφήστε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της»
Σε αυτό τουλάχιστον ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει δίκιο.
Ας την αφήσουμε.
Αλλά αυτό ισχύει προς όλες τις κατευθύνσεις.
Δεν μπορεί η επίκληση της Δικαιοσύνης να γίνεται μόνο όταν η εξέλιξη βολεύει το πολιτικό αφήγημα και, όταν εκδίδεται ένα δυσάρεστο βούλευμα, το πρώτο αντανακλαστικό να είναι η μετατόπιση της συζήτησης στο ΠΑΣΟΚ, στο ξυλόλιο και στους «τηλεδικαστές».
Η Δικαιοσύνη σήμερα δεν καταδίκασε τον Τριαντόπουλο.
Αλλά επίσης δεν τον απάλλαξε.
Τον παρέπεμψε σε δίκη.
Αυτό είναι το γεγονός.
Και ίσως η πιο απλή αποδόμηση της κυβερνητικής ανακοίνωσης βρίσκεται ακριβώς εκεί:
Όταν επί χρόνια ζητάς από όλους να περιμένουν τη Δικαιοσύνη και τελικά η Δικαιοσύνη αποφασίζει ότι ένας πρώην υπουργός πρέπει να καθίσει στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, δεν μπορείς να παρουσιάζεις την εξέλιξη περίπου ως επιχείρημα εναντίον εκείνων που ζήτησαν να διερευνηθεί η υπόθεση.
Μπορείς —και πρέπει— να υπενθυμίσεις το τεκμήριο αθωότητας.
Μπορείς να απορρίψεις ως αναπόδεικτες θεωρίες που δεν αποτελούν αντικείμενο της συγκεκριμένης παραπομπής.
Αλλά υπάρχει κάτι που πλέον δεν μπορεί να παρακαμφθεί:
Για όσα συνέβησαν στον χώρο των Τεμπών μετά την τραγωδία υπάρχει πλέον πρώην κυβερνητικό στέλεχος που παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο.
Και από εδώ και πέρα τον λόγο δεν έχουν ούτε ο Μαρινάκης ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.
Τον έχει το δικαστήριο.



