Τέμπη: Ο Φλωρίδης πανηγυρίζει ότι «κατέρρευσαν όλα» – Μόνο που το βούλευμα λέει ότι η αλλοίωση του χώρου ήταν παράνομη

Υπάρχει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό στην κυβερνητική διαχείριση της παραπομπής του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο.

Ένας πρώην υφυπουργός παραπέμπεται σε δίκη για παράβαση καθήκοντος σχετικά με την αλλοίωση του χώρου των Τεμπών.

Το Δικαστικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το σκεπτικό που δημοσιοποιήθηκε, χαρακτηρίζει την αλλοίωση του χώρου παράνομη.

Και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης εμφανίζεται να ανακοινώνει:

«Η πολιτική μάχη κερδήθηκε».

Και ακόμη:

«Αυτά κατέρρευσαν».

Τι ακριβώς κατέρρευσε;

Γιατί, εάν κάτι προκύπτει από τη χθεσινή δικαστική εξέλιξη, δεν είναι ότι δεν υπήρξε ζήτημα με την αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος.

Είναι σχεδόν το αντίθετο.

Τι λέει το βούλευμα και τι λέει ο Φλωρίδης

Ο υπουργός Δικαιοσύνης δήλωσε:

«Η παραπομπή έχει να κάνει με το αν τηρήθηκαν τα πρωτόκολλα για παρέμβαση στον χώρο».

Ας σταματήσουμε ακριβώς εδώ.

Διότι σύμφωνα με το σκεπτικό του βουλεύματος που δημοσιοποιήθηκε, το Δικαστικό Συμβούλιο δέχεται ότι:

«η αλλοίωση του χώρου του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών είναι παράνομη», επειδή τέτοια αλλοίωση δεν επιτρέπεται από τα διεθνή, ευρωπαϊκά και εγχώρια πρωτόκολλα, δεν υπήρχε σχετική εντολή ή άδεια των αρμόδιων ανακριτικών αρχών και οι έρευνες δεν είχαν ολοκληρωθεί αλλά μόλις είχαν αρχίσει.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Διότι επί χρόνια η κυβερνητική υπερασπιστική γραμμή ήταν ότι οι παρεμβάσεις στον χώρο έγιναν στο πλαίσιο των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Ο ίδιος ο Χρήστος Τριαντόπουλος είχε δηλώσει στη Βουλή τον Μάρτιο του 2024:

«Δεν υπήρχαν εντολές για διαμόρφωση του χώρου, αλλά πρωτόκολλα».

Και τώρα;

Το Δικαστικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το δημοσιευμένο σκεπτικό, καταλήγει ότι η αλλοίωση ήταν παράνομη επειδή ακριβώς δεν επιτρεπόταν από τα πρωτόκολλα.

Αν αυτό θεωρείται κυβερνητική «πολιτική νίκη», τότε μάλλον η έννοια της νίκης έχει αποκτήσει μια εξαιρετικά δημιουργική ερμηνεία.

Το βούλευμα δεν λέει ότι ο Τριαντόπουλος έδωσε την εντολή

Εδώ όμως χρειάζεται απόλυτη ακρίβεια.

Το Δικαστικό Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί, δεν παραπέμπει τον Τριαντόπουλο επειδή έκρινε ότι αυτός έδωσε την εντολή για την αλλοίωση.

Η αποδιδόμενη ευθύνη είναι διαφορετική.

Σύμφωνα με το δημοσιευμένο σκεπτικό, του αποδίδεται ότι, λόγω της ιδιότητάς του και της παρουσίας του στις σχετικές συσκέψεις, παρέλειψε να εμποδίσει την παράνομη αλλοίωση του χώρου.

Και φυσικά ο ίδιος αρνείται την κατηγορία.

Αυτό ακριβώς θα κρίνει το Ειδικό Δικαστήριο.

Το τεκμήριο αθωότητάς του είναι απόλυτο.

Αλλά άλλο πράγμα το τεκμήριο αθωότητας και άλλο να επιχειρείται να παρουσιαστεί μια παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο ως περίπου δικαίωση της κυβερνητικής αφήγησης.

Από το «δεν υπήρξε μπάζωμα» φτάσαμε στο «ήταν θέμα πρωτοκόλλων»;

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική μετατόπιση.

Το 2024 ο Τριαντόπουλος έλεγε ότι οι ισχυρισμοί για τη διαμόρφωση του χώρου «δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα» και επέμενε ότι δεν υπήρχαν εντολές αλλά πρωτόκολλα.

Σήμερα δεν συζητάμε πλέον αν έγινε αλλοίωση.

Υπάρχει δικαστικό βούλευμα που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, χαρακτηρίζει την αλλοίωση παράνομη.

Και υπάρχει πρώην μέλος της κυβέρνησης που παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετική με αυτή.

Αυτό είναι γεγονός.

Όπως γεγονός είναι ότι η παραπομπή δεν αποδεικνύει πως υπήρξε κυβερνητική επιχείρηση συγκάλυψης.

Το δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί κάτι τέτοιο.

Αλλά τότε γιατί ο Φλωρίδης κάνει το ακριβώς αντίστροφο άλμα και εμφανίζεται να θεωρεί ότι η συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη αποδεικνύει πως η θεωρία περί συγκάλυψης «κατέρρευσε»;

Το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο.

Άλλο «δεν αποδείχθηκε συγκάλυψη» και άλλο «αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε»

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάκριση σε ολόκληρη την υπόθεση.

Από το συγκεκριμένο βούλευμα δεν προκύπτει δικαστική κρίση ότι η κυβέρνηση οργάνωσε συγκάλυψη.

Αλλά επίσης δεν προκύπτει από αυτό κάποια γενική δικαστική απόφαση ότι:

«δεν υπήρξε καμία συγκάλυψη και όλα όσα καταγγέλλονταν κατέρρευσαν».

Το αντικείμενο είναι συγκεκριμένο.

Η παράνομη αλλοίωση του χώρου και η ενδεχόμενη παράβαση καθήκοντος συγκεκριμένων προσώπων.

Δεν είναι δημοψήφισμα πάνω σε κάθε θεωρία που ακούστηκε από το 2023 μέχρι σήμερα.

«Δεν υπάρχει στοιχείο που έχει χαθεί»;

Ακόμη πιο κατηγορηματική είναι η φράση του υπουργού:

«Η ανάκριση που ολοκληρώθηκε και η δίκη που διεξάγεται δείχνει ότι δεν υπάρχει στοιχείο που έχει χαθεί».

Και εδώ απαιτείται προσοχή.

Από την ίδια τη φύση της αλλοίωσης ενός τόπου εγκλήματος ή δυστυχήματος προκύπτει ακριβώς ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν αυστηρά πρωτόκολλα διατήρησης του χώρου.

Δεν αλλοιώνεις έναν υπό διερεύνηση χώρο πριν ολοκληρωθεί η συλλογή του αποδεικτικού υλικού.

Και το βούλευμα, σύμφωνα με όσα δημοσιεύθηκαν, επισημαίνει ακριβώς ότι οι έρευνες δεν είχαν ολοκληρωθεί αλλά μόλις είχαν αρχίσει όταν έγινε η αλλοίωση.

Άρα η γενική πολιτική διαβεβαίωση ότι «δεν χάθηκε κανένα στοιχείο» είναι πολύ ευρύτερη από αυτό που αποδεικνύει από μόνο του το συγκεκριμένο βούλευμα.

Το ότι μια πολύχρονη ανάκριση συγκέντρωσε μεγάλο όγκο αποδεικτικού υλικού δεν αποδεικνύει λογικά ότι η πρόωρη αλλοίωση του αρχικού πεδίου δεν μπορούσε να επηρεάσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Και μετά ήρθε… η Ισπανία

Ο υπουργός Δικαιοσύνης επιστράτευσε ακόμη και πρόσφατο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία:

εκεί, είπε, «δεν παραιτήθηκε κανένας, δεν είχαμε ειδικά δικαστήρια».

Αλλά ποια ακριβώς είναι η νομική και πραγματολογική σχέση των δύο υποθέσεων;

Το αν παραιτήθηκε υπουργός στην Ισπανία δεν απαντά στο ερώτημα αν στην Ελλάδα αλλοιώθηκε παράνομα ο τόπος του δυστυχήματος.

Ούτε το αν υπήρξε εκεί Ειδικό Δικαστήριο απαντά στο γιατί εδώ ένα ελληνικό Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε να παραπέμψει πρώην υπουργό.

Οι ποινικές ευθύνες δεν προσδιορίζονται με διεθνή… συμψηφισμό.

Κρίνονται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης και το εφαρμοστέο δίκαιο.

Η πιο παράξενη «πολιτική νίκη»

Και φτάνουμε στην κορυφαία φράση:

«Η πολιτική μάχη κερδήθηκε».

Ας δούμε λοιπόν τι έχουμε μπροστά μας.

Έχουμε έναν πρώην υφυπουργό της κυβέρνησης που παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο.

Έχουμε αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος που, σύμφωνα με το δημοσιευμένο σκεπτικό του βουλεύματος, κρίθηκε παράνομη.

Έχουμε δικαστική κρίση ότι η αλλοίωση δεν επιτρεπόταν από τα σχετικά πρωτόκολλα, ότι δεν υπήρχε άδεια των ανακριτικών αρχών και ότι οι έρευνες δεν είχαν ολοκληρωθεί.

Και έχουμε τον υπουργό Δικαιοσύνης να ανακοινώνει:

«Κερδίσαμε την πολιτική μάχη».

Αν αυτό είναι νίκη, τότε τι ακριβώς θα θεωρούνταν δυσάρεστη εξέλιξη για την κυβέρνηση;

Ούτε «ένοχος» ούτε «δικαιωμένος»

Ας μείνουμε τελικά εκεί όπου πρέπει να βρίσκεται μια σοβαρή συζήτηση.

Ο Χρήστος Τριαντόπουλος δεν είναι καταδικασμένος.

Θα δικαστεί και δικαιούται πλήρως το τεκμήριο αθωότητας.

Ταυτόχρονα όμως:

δεν απαλλάχθηκε.

Παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο.

Και το αντικείμενο της υπόθεσης δεν είναι κάποια φανταστική παρέμβαση που αποδείχθηκε ότι δεν συνέβη.

Είναι η πραγματική αλλοίωση του χώρου των Τεμπών, η οποία σύμφωνα με το δημοσιευμένο σκεπτικό του βουλεύματος ήταν παράνομη.

Επομένως η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί σχέδιο συγκάλυψης.

Η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει το αντίθετο και να επικαλείται τα στοιχεία που θεωρεί ότι το τεκμηριώνουν.

Αυτό που δεν μπορεί να κάνει κανείς είναι να βάζει στο στόμα του Δικαστικού Συμβουλίου συμπεράσματα που το συγκεκριμένο βούλευμα δεν διατυπώνει.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της σημερινής δήλωσης Φλωρίδη.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης λέει ότι «κατέρρευσε» το αφήγημα για το μπάζωμα, την ώρα που ένας πρώην υφυπουργός οδηγείται στο Ειδικό Δικαστήριο ακριβώς για υπόθεση σχετική με την παράνομη αλλοίωση του χώρου.

Η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει αν ο Τριαντόπουλος είναι ένοχος ή αθώος.

Για την ώρα, όμως, ένα πράγμα δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως «κατάρρευση»:

η ίδια η υπόθεση που μόλις παραπέμφθηκε σε δίκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ