Υπάρχει ένας αρκετά παράξενος τρόπος να διαβάσει κανείς μια δικαστική εξέλιξη.
Να έχει μπροστά του ένα βούλευμα που στέλνει στο Ειδικό Δικαστήριο έναν πρώην υφυπουργό, έναν πρώην περιφερειάρχη, τον τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας και δύο ανώτατα υπηρεσιακά στελέχη για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τις παρεμβάσεις στον χώρο των Τεμπών — και τελικά να αναρωτιέται μήπως το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι… παραπέμφθηκαν.
Κάπως έτσι διαβάζουμε το άρθρο περί «συνεπειών της παραπομπής του αστυνομικού και του πυροσβέστη».
Μόνο που εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά νομικά ερωτήματα από μια σειρά συλλογισμών που πηγαίνουν αρκετά μακρύτερα από όσα γνωρίζουμε.
Πρώτα η είδηση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στην επιχειρηματολογία
Το δεδομένο είναι συγκεκριμένο:
Ο Χρήστος Τριαντόπουλος παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος και μαζί του παραπέμπονται ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Παπαγεωργίου, ο τότε αστυνομικός διευθυντής Λάρισας Αγάπιος Χαρακόπουλος και ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας του Πυροσβεστικού Σώματος Ευάγγελος Φαλάρας.
Και η υπόθεση δεν αφορά μια αφηρημένη διοικητική παράλειψη.
Αφορά τις ενέργειες που έγιναν στον τόπο της τραγωδίας και την αλλοίωσή του μετά τη σύγκρουση των δύο τρένων.
Ο Τριαντόπουλος αρνείται την κατηγορία και δηλώνει ότι θα αντικρούσει το πόρισμα στο Ειδικό Δικαστήριο. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό και μέχρι την τελική κρίση ισχύει φυσικά το τεκμήριο αθωότητας.
Από εδώ όμως αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Το άρθρο κάνει ένα εντυπωσιακό άλμα: από τη διάσωση στην αλλοίωση
Το βασικό επιχείρημα είναι περίπου το εξής:
Οι αξιωματικοί της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας επιχειρούσαν σε έναν τόπο τεράστιας καταστροφής. Αν απαιτούσαμε προηγούμενη άδεια ανακριτή για κάθε μετακίνηση, τότε με την ίδια λογική ούτε σε ένα τροχαίο δεν θα μπορούσαν οι διασώστες να μετακινήσουν τίποτα πριν πάρουν άδεια.
Εντυπωσιακό ως εικόνα.
Μόνο που συγκρίνει δύο διαφορετικά πράγματα.
Άλλο η διάσωση ανθρώπων τις πρώτες κρίσιμες ώρες και άλλο η μεταγενέστερη διαχείριση ενός τόπου που αποτελεί ταυτόχρονα τόπο διερεύνησης ενός πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι ένας πυροσβέστης πρέπει να περιμένει εισαγγελέα για να απεγκλωβίσει έναν άνθρωπο.
Ούτε ότι η Πυροσβεστική δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει νερό για την κατάσβεση μιας πυρκαγιάς.
Το επίδικο είναι διαφορετικό:
ποιος μπορούσε να αποφασίζει για μετακινήσεις χωμάτων, υλικών και άλλες παρεμβάσεις αφού εξελισσόταν πλέον και η διαδικασία συλλογής αποδεικτικών στοιχείων;
Αυτό είναι ακριβώς το ζήτημα που θα κριθεί.
Το να μετατρέπεται σε δίλημμα «ή σώζουμε ανθρώπους ή προστατεύουμε τον τόπο» δημιουργεί μια αντίθεση που δεν περιγράφει ολόκληρη την υπόθεση.
Και υπάρχει μια φράση που το ίδιο το άρθρο δημοσιεύει
Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο το κείμενο παραθέτει στοιχεία από την εισαγγελική πρόταση που δυσκολεύουν σημαντικά την επιχειρηματολογία του.
Σύμφωνα με όσα δημοσιεύει, η πρόταση αναφερόταν σε ενέργειες χωρίς τη συναίνεση των αρμόδιων ανακριτικών αρχών και σε αλλοιώσεις που μπορούσαν να δυσχεράνουν τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων και τη διατήρηση ιχνών.
Και εδώ προκύπτει το αυτονόητο ερώτημα:
αν το ζήτημα ήταν αποκλειστικά και μόνο οι αναπόφευκτες επιχειρησιακές ενέργειες για τη διάσωση ανθρώπων, γιατί φτάσαμε σε παραπομπή πέντε προσώπων;
Δεν απαντάμε εμείς ότι είναι ένοχοι.
Το ακριβώς αντίθετο.
Αυτό θα το αποφασίσει το δικαστήριο.
Αλλά δεν μπορούμε ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουμε μια δικαστική παραπομπή ως σχεδόν ακατανόητη επειδή οι άνθρωποι αυτοί είχαν επιχειρησιακές αρμοδιότητες.
Αυτό ακριβώς θα εξετάσει η δίκη: πού τελείωνε η νόμιμη επιχειρησιακή ανάγκη και πού άρχιζε ενδεχομένως η παράβαση καθήκοντος.
«Δεν υπήρχε εντολή δέσμευσης του χώρου»
Εδώ βρίσκεται ένα σοβαρότερο επιχείρημα του άρθρου.
Ο συντάκτης αναρωτιέται πώς μπορούσαν να παραβιάσουν οι εμπλεκόμενοι υποχρεώσεις προστασίας του χώρου εφόσον, όπως υποστηρίζει, δεν είχε προηγηθεί συγκεκριμένη δικαστική εντολή δέσμευσής του.
Αυτό είναι θεμιτό νομικό ερώτημα.
Δεν είναι όμως απάντηση.
Διότι το αν οι υποχρεώσεις των συγκεκριμένων προσώπων προϋπέθεταν ειδική προηγούμενη εντολή ή απέρρεαν ήδη από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τις ιδιότητές τους και τις συγκεκριμένες συνθήκες είναι ακριβώς νομικό ζήτημα που πρέπει να κριθεί.
Ο συντάκτης ουσιαστικά προτείνει τη δική του ερμηνεία.
Δικαιούται.
Δεν μπορεί όμως αυτή η ερμηνεία να παρουσιάζεται περίπου ως αυτονόητη απάντηση σε ένα θέμα για το οποίο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι παραπομπής.
Ακόμη πιο περίεργο: η ανακρίτρια «ορθά» δεν πήγε στον χώρο
Υπάρχει και μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φράση.
Το άρθρο αναφέρει ότι η ανακρίτρια Λάρισας, «ορθά κατά τη γνώμη του γράφοντος», δεν δέσμευσε τον τόπο ούτε μετέβη επιτόπου και ότι άφησε τις υπηρεσίες να κάνουν τη δουλειά τους.
Προσέξτε όμως τι έχουμε εδώ.
Το «ορθά κατά τη γνώμη του γράφοντος» είναι ακριβώς αυτό:
η γνώμη του γράφοντος.
Δεν είναι δικαστική κρίση.
Δεν είναι πόρισμα πραγματογνώμονα.
Δεν είναι το βούλευμα.
Και επομένως δεν μπορεί λίγες παραγράφους αργότερα να λειτουργεί ως δεδομένο πάνω στο οποίο οικοδομείται το συμπέρασμα ότι προβληματικά παραπέμφθηκαν οι υπηρεσιακοί παράγοντες.
Και μετά εμφανίζονται οι «πολιτικές σκοπιμότητες» χωρίς να τις έχει αποδώσει το δικαστήριο
Εδώ το άρθρο κάνει ίσως το μεγαλύτερο άλμα του.
Υποστηρίζει ότι η εισαγγελική πρόταση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι αξιωματικοί, επειδή παραπέμπονται μαζί με πολιτικό πρόσωπο, να υπηρετούσαν πολιτικές σκοπιμότητες.
Αλλά αυτό δεν προκύπτει αυτομάτως.
Η κοινή παραπομπή προσώπων δεν σημαίνει από μόνη της κοινό πολιτικό σχέδιο.
Ούτε αποδεικνύει συνωμοσία.
Ούτε αποδεικνύει συγκάλυψη.
Το δικαστήριο θα εξετάσει συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις και τον βαθμό συμμετοχής κάθε κατηγορουμένου.
Το ίδιο λάθος λοιπόν που σωστά θα καταλογίζαμε σε κάποιον που έλεγε «παραπέμπονται μαζί, άρα υπήρχε οργανωμένη συγκάλυψη», πρέπει να αποφεύγεται και από την ανάποδη.
Δεν μπορούμε να δημιουργούμε έναν ισχυρισμό που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί και μετά να ζητάμε από τη Δικαιοσύνη να εξηγήσει γιατί τον υιοθέτησε.
Η μεγάλη αντίφαση με τις «θεωρίες συνωμοσίας»
Ακολουθεί ένα ακόμη παράδοξο.
Το άρθρο υποστηρίζει περίπου ότι η εισαγγελική πρόταση «δεν απορρίπτει ευθέως τις θεωρίες συνωμοσίας».
Γιατί θα έπρεπε;
Η συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία αφορά το αν υπήρξε παράβαση καθήκοντος σε σχέση με τις παρεμβάσεις στον τόπο.
Δεν είναι δημοσιογραφικό fact-check για κάθε ισχυρισμό που ακούστηκε επί τρία χρόνια στη δημόσια συζήτηση.
Το δικαστήριο δεν καλείται να γράψει πολιτικό editorial για το ξυλόλιο, τα κοινωνικά δίκτυα, τις διαδηλώσεις ή όσα ειπώθηκαν από κόμματα.
Καλείται να κρίνει συγκεκριμένες κατηγορίες συγκεκριμένων ανθρώπων.
Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει μια ποινική διαδικασία.
Το ακόμη μεγαλύτερο άλμα: «οι κατηγορίες περί ελέγχου της Δικαιοσύνης δημιούργησαν δισταγμούς»
Και κάπου εδώ περνάμε από τη νομική ανάλυση στην καθαρή υπόθεση.
Γράφεται ότι η συνεχής κριτική περί ελέγχου της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση φαίνεται να δημιουργεί «το λιγότερο δισταγμούς στη λήψη ξεκάθαρων θέσεων».
Με ποιο στοιχείο;
Πώς γνωρίζουμε ότι δικαστικοί λειτουργοί δίστασαν;
Ποια απόφαση αποδεικνύει ότι επηρεάστηκαν από πολιτικές καταγγελίες;
Ποιος δικαστικός λειτουργός το δήλωσε;
Εδώ έχουμε μια ερμηνεία για τα κίνητρα και την ψυχολογία δικαστικών λειτουργών χωρίς να παρουσιάζεται αντίστοιχο αποδεικτικό στοιχείο.
Και υπάρχει μάλιστα μια ειρωνεία:
ένα άρθρο που ανησυχεί για όσους υπονοούν πολιτικές επιρροές στη Δικαιοσύνη, καταλήγει το ίδιο να υπονοεί ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να επηρεάζεται από την πίεση που δημιουργούν οι καταγγελίες περί πολιτικών επιρροών.
«Με την παραπομπή αποκρούεται η κατηγορία περί χειραγώγησης»
Ούτε αυτό αποδεικνύεται τόσο απλά.
Η παραπομπή Τριαντόπουλου αποτελεί ασφαλώς ένα συγκεκριμένο γεγονός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα εναντίον της απόλυτης θέσης ότι η κυβέρνηση ελέγχει κάθε δικαστική εξέλιξη.
Μέχρι εκεί.
Μία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αποδείξει συνολικά την πλήρη ανεξαρτησία ολόκληρου του δικαστικού συστήματος, όπως μία διαφορετική δικαστική απόφαση δεν θα μπορούσε από μόνη της να αποδείξει το αντίθετο.
Αυτά απαιτούν πολύ ευρύτερη θεσμική αξιολόγηση.
Και φτάνουμε στο βασικό: «η παραπομπή δημιουργεί αντικίνητρα»
Το άρθρο κλείνει με την ανησυχία ότι η παραπομπή αξιωματικών μπορεί στο μέλλον να τους δημιουργήσει φόβο να ενεργούν όπως εκτιμούν σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Αυτό είναι ένα ζήτημα που πράγματι αξίζει συζήτηση.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη ερώτηση:
ποιο μήνυμα θα έστελνε η μη διερεύνηση ενδεχόμενων παραβάσεων μόνο και μόνο επειδή οι εμπλεκόμενοι είχαν επιχειρησιακό ρόλο;
Ότι σε έναν τόπο μαζικής καταστροφής κάθε μεταγενέστερη παρέμβαση είναι αυτομάτως δικαιολογημένη επειδή προηγήθηκε επιχείρηση διάσωσης;
Προφανώς όχι.
Το ζητούμενο είναι ακριβώς να καθοριστεί δικαστικά τι ήταν αναγκαία επιχειρησιακή ενέργεια, τι επιτρεπόταν, ποιος είχε αρμοδιότητα, ποιος γνώριζε τι και αν κάποιος παρέβη συγκεκριμένο καθήκον.
Γι’ αυτό υπάρχουν οι δίκες.
Ούτε «συγκάλυψη» αποδείχθηκε ούτε όμως η παραπομπή είναι μια λεπτομέρεια
Ας μην κάνουμε λοιπόν το ίδιο λάθος από την αντίθετη πλευρά.
Η παραπομπή δεν αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένο κυβερνητικό σχέδιο συγκάλυψης.
Δεν αποδεικνύει παράνομο φορτίο.
Δεν αποδεικνύει κίνητρο εξαφάνισης συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων.
Και ασφαλώς δεν αποδεικνύει ενοχή των πέντε ανθρώπων που παραπέμπονται.
Αλλά επίσης δεν μπορεί να παρουσιάζεται περίπου σαν δικαστική υπερβολή που απειλεί στο μέλλον να δέσει τα χέρια των διασωστών.
Το Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι η υπόθεση πρέπει να φτάσει στο ακροατήριο. Ο ίδιος ο Τριαντόπουλος ανακοίνωσε ότι διαφωνεί με το πόρισμα και θα το αντικρούσει εκεί.
Αυτό είναι η λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Τελικά, ποιος προδικάζει;
Το συγκεκριμένο άρθρο ζητά περισσότερες εξηγήσεις από το βούλευμα.
Σε αυτό έχει δίκιο.
Όσο πληρέστερα δημοσιοποιηθεί το ακριβές σκεπτικό, τόσο σοβαρότερη μπορεί να γίνει η δημόσια συζήτηση.
Από εκεί και πέρα όμως υπάρχει μια αντίφαση:
δεν μπορείς να ζητάς να περιμένουμε το πλήρες βούλευμα και ταυτόχρονα να έχεις ήδη αποφανθεί ότι η παραπομπή των αξιωματικών είναι «εξαιρετικά προβληματική».
Δεν μπορείς να λες ότι περιμένεις από τη Δικαιοσύνη να σου λύσει τις απορίες και συγχρόνως να υποδεικνύεις ότι η απόφασή της ενδέχεται να οφείλεται σε «δισταγμούς» που προκάλεσε η δημόσια πίεση.
Και κυρίως δεν μπορείς να μετατρέπεις το πραγματικό ερώτημα:
«υπήρξε παράβαση καθήκοντος κατά τη διαχείριση και αλλοίωση του τόπου;»
στο πολύ βολικότερο:
«δηλαδή την επόμενη φορά οι πυροσβέστες θα περιμένουν τον εισαγγελέα για να σώσουν ανθρώπους;»
Το πρώτο θα κριθεί στο δικαστήριο.
Το δεύτερο είναι ένα ρητορικό τέχνασμα.
Και υπάρχει μία τελευταία λεπτομέρεια που δύσκολα παρακάμπτεται:
αν όλα όσα έγιναν στον χώρο ήταν απλώς αυτονόητες και αναγκαίες επιχειρησιακές ενέργειες, τότε το Ειδικό Δικαστήριο είναι ακριβώς ο τόπος όπου οι κατηγορούμενοι θα έχουν την ευκαιρία να το αποδείξουν.
Μέχρι τότε ούτε «ένοχοι» υπάρχουν ούτε όμως και λόγος να παρουσιάζεται η ίδια η παραπομπή σαν το πρόβλημα.



