Τριαντόπουλος: «Γενναία στάση» ή δικαστική παραπομπή; Τι δεν λέει το κυβερνητικό αφήγημα μετά το βούλευμα για τα Τέμπη

«Εμείς πιστεύουμε στην αθωότητα του κ. Τριαντόπουλου. Εμείς δεν θα τον αθωώσουμε, ούτε θα τον δικάσουμε. Οι αποφάσεις θα ληφθούν από τη Δικαιοσύνη».

Η συγκεκριμένη φράση του Παύλου Μαρινάκη είναι θεσμικά απολύτως θεμιτή ως πολιτική θέση.

Ο Χρήστος Τριαντόπουλος δεν έχει καταδικαστεί.

Παραπέμπεται σε δίκη και εξακολουθεί να καλύπτεται πλήρως από το τεκμήριο αθωότητας.

Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό σημείο της κυβερνητικής τοποθέτησης που χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη συζήτηση.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρουσιάζει τη σημερινή παραπομπή ως «αποτέλεσμα της στάσης του κ. Τριαντόπουλου» και χαρακτηρίζει «γενναία» την επιλογή του να ζητήσει να κριθεί από τον φυσικό του δικαστή.

Εδώ όμως η ιστορία είναι αρκετά πιο σύνθετη.

Δεν αποφάσισε μόνος του ο Τριαντόπουλος να πάει στο Ειδικό Δικαστήριο

Πράγματι, στις 18 Μαρτίου 2025 ο Χρήστος Τριαντόπουλος έστειλε επιστολή στον πρόεδρο της Προανακριτικής Επιτροπής δηλώνοντας ότι επιθυμούσε η υπόθεσή του να προχωρήσει απευθείας στη Δικαιοσύνη.

Αυτό είναι γεγονός.

Δεν μπορούσε όμως με μια επιστολή να παραπέμψει τον εαυτό του στο Ειδικό Δικαστήριο.

Το άρθρο 86 του Συντάγματος είναι σαφές: μόνο η Βουλή έχει αρμοδιότητα άσκησης δίωξης για αδικήματα υπουργών και υφυπουργών που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Και πράγματι ακολούθησε κοινοβουλευτική διαδικασία.

Η Προανακριτική ενέκρινε πόρισμα για άσκηση ποινικής δίωξης και στις 11 Απριλίου 2025 η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε, με 190 ψήφους υπέρ σε 200 παρόντες, την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο.

Άρα είναι ακριβέστερο να πούμε:

ο Τριαντόπουλος ζήτησε να προχωρήσει γρήγορα η υπόθεσή του στη Δικαιοσύνη.

Δεν αποφάσισε ο ίδιος τη δικαστική του παραπομπή.

Και η «γενναία στάση» είχε προκαλέσει τεράστια συνταγματική διαμάχη

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη που απουσιάζει από τη σημερινή κυβερνητική αφήγηση.

Ο τρόπος με τον οποίο η Προανακριτική ολοκλήρωσε τόσο γρήγορα το έργο της είχε προκαλέσει σοβαρότατη αντιπαράθεση.

Η αντιπολίτευση ζητούσε εξέταση μαρτύρων και περαιτέρω διερεύνηση.

ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και Νίκη αποχώρησαν από τη διαδικασία, ενώ η κυβερνητική πλειοψηφία υποστήριξε ότι μετά το υπόμνημα Τριαντόπουλου δεν ήταν αναγκαίες άλλες προανακριτικές πράξεις.

Και δεν διαφώνησαν μόνο τα κόμματα.

Υπήρξε πραγματική αντιπαράθεση μεταξύ κορυφαίων συνταγματολόγων για το εάν μπορούσε να ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία.

Ο Νίκος Αλιβιζάτος υποστήριξε την ερμηνεία που επέτρεπε τη γρήγορη δικαστικοποίηση της υπόθεσης.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος διατύπωσε διαφορετική άποψη, υποστηρίζοντας ότι η Προανακριτική όφειλε να ολοκληρώσει το έργο που της αναθέτει το Σύνταγμα.

Επομένως, όποια άποψη και αν υιοθετήσει κανείς για εκείνη τη νομική διαμάχη, ένα είναι βέβαιο:

η διαδικασία δεν ήταν η απλή, αδιαμφισβήτητη διαδρομή που υπονοεί σήμερα η φράση «ήθελε να κριθεί από τον φυσικό δικαστή».

Το σημαντικότερο όμως συνέβη τώρα

Και εδώ φτάνουμε στην ουσία της σημερινής εξέλιξης.

Το Δικαστικό Συμβούλιο δεν αθώωσε τον Χρήστο Τριαντόπουλο.

Ούτε έκλεισε την υπόθεση.

Αποφάσισε να τον παραπέμψει σε δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος.

Μαζί του παραπέμπονται ακόμη τέσσερα πρόσωπα.

Και το δημοσιευμένο σκεπτικό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Σύμφωνα με όσα μεταδίδει η ΕΡΤ από το βούλευμα, οι ανώτατοι δικαστές αναφέρουν ότι χώματα και υλικά απομακρύνθηκαν «με τρόπο αυθαίρετο» και αποδίδουν στους παραπεμπόμενους συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις σε σχέση με αυτή την επέμβαση.

Για τον Τριαντόπουλο ειδικότερα, σύμφωνα με το δημοσιευμένο περιεχόμενο του βουλεύματος, οι δικαστές θεωρούν ότι δεν προέβη σε ενέργεια για να αποτρέψει τη διαμόρφωση του χώρου, παρότι —κατά την κρίση του Συμβουλίου που θεμελιώνει την παραπομπή— είχε σχετική ιδιαίτερη νομική υποχρέωση.

Αυτή είναι η πραγματική είδηση.

Προσοχή: ούτε αυτό σημαίνει ότι κρίθηκε ένοχος

Εδώ απαιτείται η ίδια ακριβώς αυστηρότητα που ζητάμε και από την κυβέρνηση.

Το γεγονός ότι το Δικαστικό Συμβούλιο τον παραπέμπει δεν σημαίνει ότι ο Τριαντόπουλος είναι ένοχος.

Το δικαστήριο που θα ακολουθήσει θα αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία και θα αποφασίσει.

Ο ίδιος δηλώνει αθώος και μετά την έκδοση του βουλεύματος επανέλαβε ότι θεωρεί πως η δικαστική διαδικασία θα επιβεβαιώσει την αθωότητά του.

Επομένως:

άλλο παραπομπή και άλλο καταδίκη.

Όπως όμως ισχύει αυτό, ισχύει και το αντίστροφο:

άλλο τεκμήριο αθωότητας και άλλο να υποβαθμίζεται η σημασία μιας δικαστικής παραπομπής.

«Σεβόμαστε τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης»

Ο Παύλος Μαρινάκης λέει ότι η κυβέρνηση σέβεται τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης.

Αυτό είναι η θεσμικά αυτονόητη θέση κάθε κυβέρνησης.

Αν όμως πάρουμε αυτή τη φράση κυριολεκτικά, τότε πρέπει να σεβαστούμε και το πραγματικό περιεχόμενο της συγκεκριμένης δικαστικής εξέλιξης.

Και το περιεχόμενο δεν είναι:

«Ο Τριαντόπουλος ζήτησε να πάει στον φυσικό δικαστή και τώρα πηγαίνει».

Είναι:

Το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο με πολυσέλιδο βούλευμα αποφάσισε ότι η υπόθεση πρέπει να φτάσει σε δίκη.

Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική διατύπωση.

Και εδώ επιστρέφει αναπόφευκτα το «μπάζωμα»

Υπάρχει και μια ευρύτερη πολιτική αντίφαση.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο όρος «μπάζωμα» αποτέλεσε αντικείμενο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Τώρα όμως δεν μιλάμε απλώς για πολιτική ρητορική.

Το βούλευμα, σύμφωνα με το δημοσιευμένο σκεπτικό, αναφέρεται σε αυθαίρετη απομάκρυνση χωμάτων και υλικών και σε αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος.

Αυτό δεν αποδεικνύει συγκάλυψη.

Δεν αποδεικνύει ότι η επέμβαση έγινε για να εξαφανιστούν συγκεκριμένα στοιχεία.

Και ασφαλώς δεν προδικάζει την ενοχή των κατηγορουμένων.

Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο:

ότι η συζήτηση για το εάν υπήρξε προβληματική και ενδεχομένως παράνομη επέμβαση στον τόπο του δυστυχήματος δεν ήταν ένα ανύπαρκτο ζήτημα χωρίς δικαστικό αντικείμενο.

Υπάρχει πλέον παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο.

Το ερώτημα που μένει για την κυβέρνηση

Η κυβέρνηση δικαιούται πολιτικά να δηλώνει ότι πιστεύει στην αθωότητα ενός πρώην στελέχους της.

Ο Τριαντόπουλος δικαιούται ακόμη περισσότερο να υπερασπίζεται την αθωότητά του.

Και όλοι οφείλουν να περιμένουν την απόφαση του δικαστηρίου.

Αλλά τότε η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμόζεται μέχρι τέλους.

Εάν «οι δικαστές θα κρίνουν και όχι εμείς», όπως λέει ο Παύλος Μαρινάκης, τότε δεν χρειάζεται ούτε να προκαταλάβει κανείς την καταδίκη ούτε να παρουσιάζει την παραπομπή σαν απλή δικαίωση μιας «γενναίας στάσης».

Οι δικαστές έκαναν ήδη το πρώτο κρίσιμο βήμα:

έκριναν ότι η υπόθεση πρέπει να δικαστεί.

Και η απόφαση αυτή ήρθε έπειτα από μια διαδικασία που ξεκίνησε με αίτημα σύστασης Προανακριτικής, πέρασε από μια σφοδρή κοινοβουλευτική και συνταγματική σύγκρουση και κατέληξε σε ένα βούλευμα που περιγράφει συγκεκριμένες ενέργειες και παραλείψεις.

Το εάν αυτές στοιχειοθετούν τελικά ποινική ευθύνη θα το αποφασίσει το Ειδικό Δικαστήριο.

Αυτό είναι το τεκμήριο αθωότητας.

Αλλά το ότι η υπόθεση κρίθηκε αρκετά σοβαρή και επαρκώς θεμελιωμένη ώστε να φτάσει μέχρι εκεί είναι επίσης γεγονός.

Και όταν επικαλούμαστε τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη, χρειάζεται να χωρούν στη συζήτηση και τα δύο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ