Μηδενικός ΦΠΑ σε κρέας, ψάρια, πουλερικά, ψωμί, γαλακτοκομικά, καφέ, ζάχαρη και βρεφικές τροφές στην Κύπρο. ΦΠΑ 13% σε πολλά από τα αντίστοιχα βασικά είδη στην Ελλάδα. Η σύγκριση των δύο πολιτικών επιλογών επαναφέρει ένα ερώτημα που βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της ελληνικής συζήτησης για την ακρίβεια: μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί η φορολογία για να μειωθεί το κόστος στο καθημερινό καλάθι;
Η νέα δέσμη μέτρων που ανακοίνωσε η κυπριακή κυβέρνηση δίνει πλέον ένα συγκεκριμένο ευρωπαϊκό παράδειγμα.
Από τις 12 Οκτωβρίου 2026 έως τις 31 Μαΐου 2027, η Κύπρος εφαρμόζει μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ σε κρέατα, ψάρια και πουλερικά και επεκτείνει το μέτρο σε μια σειρά ακόμη προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης: ψωμί, γαλακτοκομικά, καφέ, ζάχαρη και βρεφικές τροφές.
Δεν πρόκειται για πληροφορία ή σενάριο.
Πρόκειται για επίσημη ανακοίνωση της κυπριακής κυβέρνησης.
Και ακριβώς γι’ αυτό η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα.
Κύπρος 0% – Ελλάδα 13%
Στην Ελλάδα ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ είναι 13% και, σύμφωνα με την ίδια την ΑΑΔΕ, εφαρμόζεται σε βασικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης όπως ψωμί, γάλα, κρέας, ψάρια, ελαιόλαδο, τυριά, ζυμαρικά, άλευρα, δημητριακά, λαχανικά και καφέ.
Η διαφορά, επομένως, είναι πραγματική και μετρήσιμη.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια κυβέρνηση κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιλέγει, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να μηδενίσει τον ΦΠΑ σε επιλεγμένα βασικά αγαθά.
Από την άλλη βρίσκεται η ελληνική επιλογή διατήρησης του μειωμένου συντελεστή 13% σε πολλές από τις ίδιες κατηγορίες.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα δύο φορολογικά συστήματα ή οι δημοσιονομικές δυνατότητες των δύο χωρών είναι ίδιες. Δημιουργεί, όμως, ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα πολιτικής:
Γιατί η Ελλάδα δεν επιλέγει αντίστοιχη προσωρινή παρέμβαση σε ορισμένα βασικά τρόφιμα;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «δεν γίνεται»
Το κυπριακό παράδειγμα έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο.
Δείχνει ότι, εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, υπάρχουν δυνατότητες φορολογικών παρεμβάσεων σε συγκεκριμένα βασικά προϊόντα, εφόσον μια κυβέρνηση αποφασίσει να τις χρησιμοποιήσει και διαθέτει τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο.
Άρα η συζήτηση στην Ελλάδα μεταφέρεται από το γενικό «επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται» στο ουσιαστικότερο:
Πόσο θα κόστιζε; Ποια προϊόντα θα μπορούσαν να ενταχθούν; Για πόσο διάστημα; Και πώς θα εξασφαλιζόταν ότι η φορολογική μείωση θα περνούσε πραγματικά στην τελική τιμή;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις.
Τι σημαίνει στην απόδειξη
Η διαφορά μεταξύ 0% και 13% δεν είναι αφηρημένη οικονομική έννοια.
Φαίνεται στο ταμείο.
Εκεί βρίσκεται και η πολιτική πίεση που δημιουργεί η απόφαση της Λευκωσίας για την ελληνική κυβέρνηση.
Για έναν εργαζόμενο που βλέπει μεγάλο μέρος του εισοδήματός του να κατευθύνεται σε τρόφιμα, λογαριασμούς και καύσιμα, η συζήτηση για τον ΦΠΑ είναι συζήτηση για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Για έναν συνταξιούχο είναι η τιμή του γάλακτος, του ψωμιού και του κρέατος.
Για μια οικογένεια με μικρά παιδιά είναι, μεταξύ άλλων, το κόστος των βρεφικών τροφών.
Και σε αυτές ακριβώς τις καθημερινές αγορές η Κύπρος επιλέγει τώρα να αφαιρέσει προσωρινά τον ΦΠΑ από συγκεκριμένες κατηγορίες.
Δεν είναι μόνο τα τρόφιμα
Η κυπριακή παρέμβαση είναι ευρύτερη.
Η κυβέρνηση της Κύπρου ανακοίνωσε νέα μέτρα κόστους περίπου 70 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με τις παρεμβάσεις που βρίσκονται ήδη σε εφαρμογή το συνολικό δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 160 εκατ. ευρώ.
Στα μέτρα περιλαμβάνεται και στήριξη για την ηλεκτρική ενέργεια.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, περίπου 23.300 νοικοκυριά καλύπτονται κατά 100% ως προς την αύξηση, ενώ περίπου 82.500 επιχειρήσεις λαμβάνουν κλιμακωτή επιδότηση που μπορεί να φθάσει έως το 85%.
Παράλληλα, στο πετρέλαιο θέρμανσης ο ειδικός φόρος κατανάλωσης μειώνεται από 7,4 σε 2,1 σεντ ανά λίτρο, από την 1η Νοεμβρίου 2026 έως τις 30 Απριλίου 2027.
Το δύσκολο ερώτημα για την Ελλάδα
Υπάρχει βεβαίως ένα σοβαρό αντεπιχείρημα στη μείωση του ΦΠΑ.
Η μείωση ενός έμμεσου φόρου δεν εγγυάται από μόνη της ότι ολόκληρο το όφελος θα φτάσει στον καταναλωτή. Μέρος του μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες ανταγωνισμού και την τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων, να απορροφηθεί στην αλυσίδα της αγοράς.
Αυτό, όμως, δημιουργεί ένα δεύτερο πεδίο κυβερνητικής πολιτικής: ελέγχους, παρακολούθηση τιμών και διαφάνεια πριν και μετά τη φορολογική μεταβολή.
Επομένως, η ουσιαστική συζήτηση δεν εξαντλείται στο «μειώνουμε ή δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ».
Είναι εάν μπορεί να σχεδιαστεί ένα προσωρινό, στοχευμένο μέτρο σε βασικά αγαθά και ταυτόχρονα ένας μηχανισμός που θα παρακολουθεί εάν η μείωση περνά στην τελική τιμή.
Δύο κυβερνήσεις, δύο επιλογές
Οι δημοσιονομικές συνθήκες Ελλάδας και Κύπρου δεν είναι ταυτόσημες και μια απλή αντιγραφή των κυπριακών μέτρων δεν αποτελεί από μόνη της κοστολογημένη ελληνική πρόταση.
Αυτό όμως δεν ακυρώνει τη σύγκριση.
Η Κύπρος επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη φορολογία σε βασικά αγαθά ως εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Η Ελλάδα μέχρι σήμερα διατηρεί τον ΦΠΑ στο 13% σε πολλές από τις αντίστοιχες κατηγορίες.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση.
Όχι για το αν η Κύπρος και η Ελλάδα είναι ίδιες οικονομίες, αλλά για το ποιες προτεραιότητες επιλέγει κάθε κυβέρνηση όταν καλείται να μοιράσει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Γιατί στο τέλος ο πολίτης δεν αξιολογεί μόνο τους μακροοικονομικούς δείκτες.
Βλέπει τι μένει στον λογαριασμό του μετά το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και τη θέρμανση.
Και από τις 12 Οκτωβρίου, σε αρκετά βασικά προϊόντα, η απόδειξη ενός καταναλωτή στην Κύπρο θα γράφει ΦΠΑ 0%, την ώρα που στην Ελλάδα πολλά αντίστοιχα είδη εξακολουθούν να υπάγονται σε 13%.
Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο δεδομένο πάνω στο οποίο η ελληνική κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει τη δική της επιλογή.



