Τασούλας, ΟΚΑΠ και ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ μπήκαν στο ίδιο πολιτικό “μίξερ” για να προκύψει το συμπέρασμα ότι η Δημοτική Αρχή επενδύει στην επικοινωνία και όχι στην καθημερινότητα. Μόνο που, αν εξετάσουμε ξεχωριστά τα τρία θέματα, η κατασκευή αρχίζει να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές.
Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να κατασκευαστεί ένα πολιτικό αφήγημα.
Παίρνεις τρία γεγονότα που συνέβησαν την ίδια ημέρα, τα τοποθετείς το ένα δίπλα στο άλλο και στη συνέχεια αναζητάς ένα κοινό πολιτικό συμπέρασμα.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο κείμενο που επιχειρεί να συνδέσει την ανακήρυξη του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα σε επίτιμο δημότη, την είσοδο του δημάρχου Θεόφιλου Μιχαλάτου στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΚΑΠ και τη διεκδίκηση του ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ.
Και ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα;
Ότι ενδεχομένως η Δημοτική Αρχή «επενδύει περισσότερο στην εικόνα που εκπέμπει παρά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας».
Ωραία ως πολιτικό ερώτημα.
Πώς ακριβώς, όμως, προκύπτει από τα τρία προηγούμενα γεγονότα;
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Τασούλας: Εδώ υπάρχει πράγματι πεδίο συζήτησης
Ας ξεκινήσουμε από εκεί όπου η κριτική έχει βάση.
Η απόφαση να ανακηρυχθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας επίτιμος δημότης Αργοστολίου μπορεί ασφαλώς να συζητηθεί.
Μάλιστα, στη συνεδρίαση καταγράφηκαν αντιδράσεις και τέθηκε το ερώτημα ποια συγκεκριμένη προσφορά του Προέδρου προς τον Δήμο Αργοστολίου δικαιολογεί τη συγκεκριμένη διάκριση.
Είναι θεμιτή πολιτική συζήτηση.
Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να εξαφανιστεί για να εξυπηρετηθεί το επιχείρημα.
Ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν επισκέπτεται την Κεφαλονιά ως κομματικό στέλεχος αλλά ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, προκειμένου να παραστεί στις εορταστικές εκδηλώσεις του πολιούχου του νησιού.
Και η ανακήρυξη ενός εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας σε επίτιμο δημότη στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψης δεν αποτελεί κάποια πρωτοφανή πρακτική που ανακάλυψε ο Δήμος Αργοστολίου.
Μία μόλις ημέρα πριν από τη συνεδρίαση του Αργοστολίου, ο ίδιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Σουλίου, επίσης στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψής του. Μάλιστα, ο ίδιος ο Τασούλας χαρακτήρισε εκεί την ανακήρυξη τιμή προς τον θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι ο Δήμος Αργοστολίου έπρεπε να έχει αυστηρότερα κριτήρια.
Απολύτως θεμιτό.
Από αυτό, όμως, μέχρι να χρησιμοποιείται η ανακήρυξη ως πρώτο κομμάτι ενός παζλ που δήθεν αποδεικνύει ότι η Δημοτική ΑρχήE ενδιαφέρεται περισσότερο για την «εικόνα», υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Επιπροσθέτως και κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης ψήφισαν την ανακήρυξη
Ο Μιχαλάτος μπαίνει στον ΟΚΑΠ – και αυτό παρουσιάζεται ως… επικοινωνία;
Εδώ το επιχείρημα αρχίζει πραγματικά να μπερδεύεται.
Μετά την αποχώρηση του Αργύρη Γαβριελάτου, ο Θεόφιλος Μιχαλάτος αποφάσισε να μπει ο ίδιος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Παιδείας.
Το γεγονός επιβεβαιώνεται από το ρεπορτάζ της συνεδρίασης.
Και ασφαλώς η επιλογή πρέπει να κριθεί.
Αλλά ας χρησιμοποιήσουμε στοιχειώδη λογική.
Εάν ο δήμαρχος ήθελε απλώς να αποφύγει τις ευθύνες, το ευκολότερο πράγμα θα ήταν να τοποθετήσει ένα άλλο πρόσωπο.
Αντί γι’ αυτό, μπαίνει ο ίδιος στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Δηλαδή τι κάνει;
Αναλαμβάνει μικρότερη ή μεγαλύτερη προσωπική ευθύνη;
Προφανώς μεγαλύτερη.
Από τη στιγμή που συμμετέχει προσωπικά στη διοίκηση του Οργανισμού, κάθε πρόβλημα, κάθε καθυστέρηση και κάθε απόφαση θα τον αφορά πλέον ακόμη πιο άμεσα πολιτικά.
Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι συγκεντρώνει υπερβολικά πολλές αρμοδιότητες.
Μπορεί να πει ότι επιδιώκει στενότερο έλεγχο.
Μπορεί να κρίνει στο τέλος αν πέτυχε ή απέτυχε.
Αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρουσιάζεται η ανάληψη πρόσθετης διοικητικής ευθύνης ως τεκμήριο ότι ο δήμαρχος ασχολείται με την εικόνα και όχι με τη διοίκηση.
Τα δύο επιχειρήματα συγκρούονται μεταξύ τους.
Και μετά υπάρχει το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ
Εδώ πλέον η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Η Δημοτική Αρχή έφερε στο Δημοτικό Συμβούλιο την ανάκληση του υπ’ αριθμόν 3280/1998 συμβολαίου δωρεάς που συνδέεται με το ακίνητο του ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ.
Ακολούθησε πραγματική πολιτική και νομική σύγκρουση.
Η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι υπάρχουν νομικά εμπόδια.
Ο δήμαρχος επέμεινε ότι η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει.
Και το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το συμβόλαιο, τα πραγματικά νομικά δεδομένα και τις ενέργειες που θα ακολουθήσουν.
Μέχρι εδώ συμφωνούμε.
Πού ακριβώς βρίσκεται η “επικοινωνία αντί καθημερινότητας”;
Η Δημοτική Αρχή δεν εξέδωσε απλώς ένα δελτίο Τύπου λέγοντας ότι ενδιαφέρεται για το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ.
Έφερε συγκεκριμένη πράξη στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Αναλαμβάνει να επιχειρήσει την ανάκληση μιας δωρεάς του 1998.
Και δηλώνει ότι επιδιώκει να αξιοποιηθεί το ακίνητο προς όφελος ανθρώπων με αναπηρία.
Μπορεί να πετύχει.
Μπορεί και να αποτύχει.
Μπορεί η νομική θέση της αντιπολίτευσης να αποδειχθεί σωστή.
Αυτό θα το δείξει η συνέχεια.
Αλλά το να χρησιμοποιείται μια συγκεκριμένη διοικητική και νομική ενέργεια ως επιχείρημα ότι η Δημοτική Αρχή περιορίζεται στην εικόνα είναι σχεδόν αυτοαναιρούμενο.
Αν δεν έκανε τίποτα, τι θα γράφαμε;
Υπάρχει και ένα απλούστερο ερώτημα.
Αν ο Μιχαλάτος δεν έφερνε ποτέ την ανάκληση της δωρεάς του ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ στο Δημοτικό Συμβούλιο, ποια θα ήταν η κριτική;
Πιθανότατα:
«Επτά χρόνια δήμαρχος και δεν έκανε τίποτα για το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ».
Άλλωστε, ήδη δημοσιεύθηκε ακριβώς τέτοια κριτική επειδή η υπόθεση έφτασε στο Δημοτικό Συμβούλιο επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διοίκησης από τον Θεόφιλο Μιχαλάτο.
Τώρα που το φέρνει;
Η ενέργεια εντάσσεται στην απόπειρα να αποδειχθεί ότι ασχολείται με την εικόνα.
Κάπου εδώ πρέπει να αποφασίσουμε τι ακριβώς ζητάμε από μια Δημοτική Αρχή.
Να μην κάνει τίποτα επειδή άργησε;
Ή να κάνει αυτό που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει και μετά να κριθεί από το αποτέλεσμα;
Η περίφημη φράση «εγώ είμαι υπέρ του Δήμου»
Ακόμη και η φράση του δημάρχου «εγώ είμαι υπέρ του Δήμου» χρησιμοποιείται ως εισαγωγικό και καταληκτικό εύρημα.
Αλλά, απομονωμένη από το συγκεκριμένο σημείο της συζήτησης στο οποίο ειπώθηκε, δεν αποδεικνύει τίποτα.
Το κρίσιμο είναι τι έκανε το Δημοτικό Συμβούλιο.
Και εκεί έχουμε πραγματικές αποφάσεις:
ανακήρυξη επίτιμου δημότη,
αλλαγές στις διοικήσεις δημοτικών φορέων,
προσωπική είσοδο του δημάρχου στον ΟΚΑΠ,
και έναρξη μιας δύσκολης διαδικασίας για το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ.
Αυτά μπορεί κανείς να τα κρίνει θετικά ή αρνητικά.
Δεν μπορεί όμως να τα μετατρέπει αυτομάτως σε απόδειξη ενός προκαθορισμένου συμπεράσματος.
Και η καθημερινότητα;
Εδώ υπάρχει ασφαλώς ένα πραγματικό πολιτικό πεδίο.
Η Δημοτική Αρχή πρέπει να κρίνεται για τους δρόμους.
Για τα πεζοδρόμια.
Για την καθαριότητα.
Για το πράσινο.
Για τις δημοτικές υπηρεσίες.
Για τα χωριά.
Για τις υποδομές.
Για τα έργα που υποσχέθηκε και για όσα ολοκλήρωσε ή δεν ολοκλήρωσε.
Αλλά για να υποστηρίξει κανείς ότι η διοίκηση Μιχαλάτου «επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στην καθημερινότητα», πρέπει να παρουσιάσει στοιχεία από την καθημερινότητα.
Ποια προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται;
Ποια έργα καθυστερούν;
Ποιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν;
Ποιοι δείκτες έχουν επιδεινωθεί;
Ποια προβλήματα παραμένουν άλυτα;
Αυτό θα ήταν επιχείρημα.
Η ανακήρυξη Τασούλα, η είσοδος Μιχαλάτου στον ΟΚΑΠ και η ανάκληση μιας δωρεάς του 1998 δεν αποτελούν από μόνα τους τέτοια στοιχεία.
Τρεις διαφορετικές αποφάσεις δεν φτιάχνουν αυτομάτως ένα αφήγημα
Και τελικά εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα του κειμένου.
Παίρνει τρεις αποφάσεις διαφορετικής φύσης:
μία θεσμική και συμβολική,
μία διοικητική,
και μία νομική και κοινωνική διεκδίκηση,
και επιχειρεί να τις ενώσει κάτω από μία πολιτική ετικέτα:
«εικόνα αντί καθημερινότητας».
Μόνο που η ετικέτα δεν προκύπτει από τα γεγονότα.
Στην περίπτωση Τασούλα μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για τα κριτήρια των τιμητικών διακρίσεων.
Στον ΟΚΑΠ, όμως, ο δήμαρχος βάζει τον εαυτό του μέσα στη διοίκηση και επομένως αυξάνει την προσωπική πολιτική του έκθεση.
Και στο ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ αναλαμβάνει μια συγκεκριμένη διεκδίκηση, το αποτέλεσμα της οποίας θα κριθεί στην πράξη.
Ας κριθεί λοιπόν η Δημοτική Αρχή.
Και αυστηρά μάλιστα.
Αλλά γι’ αυτά που κάνει και γι’ αυτά που δεν κάνει. Όχι επειδή τρία άσχετα μεταξύ τους θέματα έτυχε να συζητηθούν στην ίδια συνεδρίαση και μπορούν, με λίγη πολιτική κόλλα, να παρουσιαστούν ως μία ενιαία ιστορία.
Γιατί υπάρχει και μια διαφορετική ανάγνωση της φράσης «εγώ είμαι υπέρ του Δήμου».
Δεν χρειάζεται ούτε να τη χειροκροτήσουμε ούτε να την ειρωνευτούμε.
Αρκεί να περιμένουμε να δούμε αν οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι πράγματι υπέρ του Δήμου και των δημοτών.
Εκεί θα γίνει η πραγματική αξιολόγηση.
Όχι στο λογοπαίγνιο.



