Η λέξη είναι βαριά. Και αυτή τη φορά δεν την είπε η αντιπολίτευση, ούτε κάποιος απόστρατος αναλυτής, ούτε ένας δημοσιογράφος που επιχειρεί να ερμηνεύσει όσα συνέβησαν στην Κάσο.
Την είπε ο Άγγελος Συρίγος.
Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υφυπουργός και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου.
«Και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε. Δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού».
Και όταν ο δημοσιογράφος, εμφανώς αιφνιδιασμένος, επανήλθε με το «υποχωρήσαμε;», ο Άγγελος Συρίγος δεν ανασκεύασε.
«Βεβαίως», απάντησε.
Ο ίδιος αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά του 2024: εκείνο του Ιουλίου, όταν αναπτύχθηκαν πέντε τουρκικά πολεμικά στην περιοχή της Κάσου και της Καρπάθου, και ένα δεύτερο επεισόδιο τον Νοέμβριο. Κατά τη δική του περιγραφή, η τουρκική παρουσία απέτρεψε τη συνέχιση των ερευνών βυθού.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Δύο εκδοχές δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα ίδιες
Η κυβέρνηση απάντησε σήμερα κατηγορηματικά.
Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι «καμία υποχώρηση δεν υπήρξε» και χαρακτήρισε όσα είπε ο Άγγελος Συρίγος «προσωπικές εκτιμήσεις».
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η αρχική φάση του έργου στην Κάσο ολοκληρώθηκε κανονικά σύμφωνα με τον προγραμματισμό της αναδόχου και τα προβλήματα που ακολούθησαν σχετίζονταν με την τεχνικοοικονομική βιωσιμότητα του έργου.
Σεβαστή η κυβερνητική θέση.
Δεν απαντά όμως πλήρως στο ερώτημα που δημιούργησε η δήλωση Συρίγου.
Γιατί ο Συρίγος δεν είπε απλώς ότι «θεωρεί» πως η κυβέρνηση χειρίστηκε λάθος την υπόθεση.
Περιέγραψε ένα συγκεκριμένο γεγονός:
«Δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού».
Επομένως το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος χρησιμοποιεί τη σωστή πολιτική λέξη.
Το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:
Συνεχίστηκαν ή όχι οι έρευνες που επρόκειτο να ακολουθήσουν;
Και εάν δεν συνεχίστηκαν, γιατί;
Τι μας έλεγε η κυβέρνηση το 2024
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο αν επιστρέψουμε στις επίσημες δηλώσεις της εποχής.
Την 1η Αυγούστου 2024 ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριζε ότι το Ievoli Relume όχι μόνο ολοκλήρωσε την έρευνά του, αλλά παρέμεινε στην περιοχή περισσότερο από όσο προέβλεπε ο αρχικός προγραμματισμός.
Υποστήριζε επίσης ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία λειτούργησαν ώστε να αποσυμπιεστεί η κατάσταση και να ολοκληρωθεί η έρευνα.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός:
«Δεν υπήρξε καμία απολύτως υποχωρητικότητα».
Και πρόσθετε ότι η έρευνα «ολοκληρώθηκε 100%».
Αυτή ήταν η επίσημη εικόνα.
Υπήρξε τουρκική αντίδραση, υπήρξε ένταση, ενεργοποιήθηκαν διπλωματικοί δίαυλοι, αλλά η Ελλάδα δεν έκανε πίσω και το ερευνητικό πρόγραμμα ολοκληρώθηκε.
Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ένας βουλευτής της κυβερνητικής πλειοψηφίας που γνωρίζει το αντικείμενο λέει:
«Υποχωρήσαμε».
Και μάλιστα όχι μία αλλά δύο φορές.
Τι είχε συμβεί στην Κάσο
Τα γεγονότα του Ιουλίου του 2024 δεν αποτελούν σήμερα μυστήριο.
Το ιταλικό ερευνητικό Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες για το Great Sea Interconnector. Όταν κινήθηκε εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, η Τουρκία ανέπτυξε πολεμικά πλοία στην περιοχή, υποστηρίζοντας τις δικές της διεκδικήσεις περί υφαλοκρηπίδας.
Η Ελλάδα επίσης ανέπτυξε πολεμικά μέσα και ακολούθησε έντονη διπλωματική κινητικότητα για την αποκλιμάκωση. Σύγχρονο ρεπορτάζ της «Καθημερινής» κατέγραφε έως πέντε τουρκικά πολεμικά και χαρακτήριζε την κατάσταση κρίση που απαιτούσε διπλωματική διαχείριση.
Η ΕΡΤ μετέδιδε τότε ότι το Ievoli Relume ολοκλήρωσε τις συγκεκριμένες εργασίες του μεταξύ των ορίων των έξι ναυτικών μιλίων Κάσου και Καρπάθου και ότι η Αθήνα θεωρούσε πως δεν υπήρξε υποχώρηση από τις εθνικές θέσεις.
Υπάρχει όμως και ένα μεταγενέστερο δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ρεπορτάζ της «Καθημερινής» τον Φεβρουάριο του 2025 ανέφερε ότι η Άγκυρα τον προηγούμενο Ιούλιο είχε ουσιαστικά οδηγήσει τις εργασίες του ιταλικού πλοίου σε ακινησία με την κινητοποίηση τουλάχιστον πέντε πολεμικών. Άλλο μεταγενέστερο ρεπορτάζ περιέγραφε ότι το Ievoli Relume «αναγκάστηκε να σταματήσει» τις εργασίες του κατά την αντιπαράθεση των περίπου 40 ωρών.
Άρα υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να εξηγηθεί:
Άλλο η ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης προγραμματισμένης φάσης και άλλο η απρόσκοπτη συνέχιση ολόκληρου του ερευνητικού προγράμματος.
Ακριβώς σε αυτή τη διαφορά φαίνεται να βρίσκεται η σύγκρουση μεταξύ της κυβερνητικής εκδοχής και της σημερινής περιγραφής Συρίγου.
Και το Διεθνές Δίκαιο;
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση.
Το άρθρο 79 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει το δικαίωμα των κρατών να ποντίζουν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα και ορίζει, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να εμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρησή τους.
Γι’ αυτό και το ζήτημα δεν είναι απλώς ένα τεχνικό έργο.
Το Great Sea Interconnector είναι ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής σημασίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να το κατατάσσει στα έργα προτεραιότητας, με στόχο τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, και καταγράφει χρηματοδότηση 658 εκατ. ευρώ από το Connecting Europe Facility.
Επομένως κάθε εμπλοκή στην εκτέλεσή του έχει ταυτόχρονα ενεργειακή, οικονομική, διπλωματική και γεωπολιτική διάσταση.
Η δήλωση Συρίγου δεν εξαφανίζεται επειδή χαρακτηρίστηκε «προσωπική άποψη»
Εδώ βρίσκεται το πολιτικά δύσκολο σημείο για την κυβέρνηση.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μπορεί απολύτως να διαφωνεί με την αξιολόγηση του Άγγελου Συρίγου ότι αυτό που συνέβη συνιστούσε «υποχώρηση».
Δεν αρκεί όμως αυτό για να κλείσει η συζήτηση.
Γιατί ο Συρίγος πρόσθεσε ένα πραγματολογικό σκέλος:
«Δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού».
Αυτό δεν είναι πολιτικός χαρακτηρισμός.
Ή συνέβη ή δεν συνέβη.
Και εδώ χρειάζεται συγκεκριμένη απάντηση.
Ποια ήταν η συνολική προβλεπόμενη πορεία των ερευνών πριν εμφανιστούν τα τουρκικά πολεμικά;
Ποιο τμήμα πραγματοποιήθηκε;
Ποιο τμήμα δεν πραγματοποιήθηκε;
Γιατί δεν πραγματοποιήθηκε;
Πότε επρόκειτο να συνεχιστεί;
Και γιατί, δύο χρόνια μετά, εξακολουθούμε να συζητάμε για επανεκκίνηση των εργασιών;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το προηγούμενο
Υπάρχει τέλος ένα ζήτημα που υπερβαίνει την κομματική αντιπαράθεση.
Όταν ένα κράτος εμφανίζει στρατιωτικές μονάδες σε μια περιοχή όπου πραγματοποιείται νόμιμη οικονομική δραστηριότητα και η δραστηριότητα αυτή στη συνέχεια δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί, δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα αντίληψης και προηγουμένου, ανεξάρτητα από το πώς κάθε κυβέρνηση περιγράφει διπλωματικά το περιστατικό.
Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που έχει σημασία τι θα συμβεί στην επόμενη φάση του έργου.
Ο Μαρινάκης δηλώνει σήμερα ότι Ελλάδα, Κύπρος, Γαλλία και Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζουν το GSI και ότι η εκτέλεσή του θα ξεκινήσει το προσεχές διάστημα.
Τότε θα υπάρξει και η καθαρότερη δοκιμή στην πράξη.
Θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες σε ολόκληρη την προβλεπόμενη διαδρομή;
Τι θα συμβεί εάν η Τουρκία επαναλάβει την πρακτική του 2024;
Θα συνεχίσει το ερευνητικό πλοίο;
Αυτές είναι οι απαντήσεις που θα κρίνουν τελικά πολύ περισσότερα από μια λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ Μαρινάκη και Συρίγου.
Γιατί σήμερα έχουμε δύο ασύμβατες δημόσιες περιγραφές.
Η μία λέει:
«Καμία υποχώρηση δεν υπήρξε».
Η άλλη, από βουλευτή της ίδιας κυβερνητικής παράταξης, λέει:
«Βεβαίως υποχωρήσαμε».
Και ανάμεσα στις δύο υπάρχει ένα γεγονός που απαιτεί πλήρη εξήγηση:
οι έρευνες που, σύμφωνα με τον Συρίγο, δεν συνεχίστηκαν.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο χρειάζεται απάντηση με ημερομηνίες, χάρτες, προγραμματισμό εργασιών και πραγματικές κινήσεις πλοίων.
Όχι άλλος ένας χαρακτηρισμός.



