«Χωρίς πολιτική σταθερότητα δεν υπάρχει οικονομική πρόοδος», είπε από την Κατερίνη ο πρωθυπουργός. Μόνο που λίγες προτάσεις αργότερα ζήτησε εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών στις εκλογές του 2027. Και κάπως έτσι η συζήτηση για την οικονομία μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πολύ συγκεκριμένο προεκλογικό δίλημμα: σταθερότητα ίσον ισχυρή Νέα Δημοκρατία. Είναι όμως πράγματι τόσο απλή η εξίσωση;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την Κατερίνη έκανε ίσως μία από τις καθαρότερες μέχρι σήμερα περιγραφές της προεκλογικής στρατηγικής με την οποία φαίνεται ότι θα κινηθεί η Νέα Δημοκρατία προς τις κάλπες του 2027.
Η λέξη-κλειδί είναι μία:
Σταθερότητα.
«Χωρίς πολιτική σταθερότητα δεν υπάρχει οικονομική πρόοδος», είπε ο πρωθυπουργός.
Και για να ενισχύσει το επιχείρημά του έφερε ως παράδειγμα τη Γαλλία, την αναταραχή που αντιμετωπίζει και το κόστος δανεισμού της.
Στη συνέχεια έφτασε στο πολιτικό συμπέρασμα:
«Αξίζει να μας εμπιστευτούν στις εκλογές του 2027».
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική αποκρυπτογράφηση.
Το μήνυμα που επιχειρεί να οικοδομηθεί είναι σαφές:
Νέα Δημοκρατία = σταθερότητα.
Σταθερότητα = οικονομική ασφάλεια.
Άρα αδύναμη Νέα Δημοκρατία = κίνδυνος αστάθειας.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να αρχίσει η συζήτηση.
Η σταθερότητα είναι αγαθό – δεν είναι όμως κομματική ιδιοκτησία
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η πολιτική σταθερότητα είναι αδιάφορη για μια οικονομία.
Οι κυβερνητικές κρίσεις, η αδυναμία λήψης αποφάσεων, η δημοσιονομική αβεβαιότητα και η διαρκής πολιτική αναταραχή μπορούν πράγματι να αυξήσουν το οικονομικό ρίσκο.
Από αυτό όμως μέχρι το να ταυτιστεί η πολιτική σταθερότητα με την αυτοδυναμία ενός συγκεκριμένου κόμματος υπάρχει τεράστια απόσταση.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες κυβερνώνται επί δεκαετίες από κυβερνήσεις συνεργασίας χωρίς να θεωρούνται πολιτικά ασταθείς.
Η σταθερότητα προκύπτει από θεσμούς, σοβαρή δημοσιονομική διαχείριση, λειτουργικό κράτος και κυβερνήσεις που μπορούν να σχηματίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο ούτε της Νέας Δημοκρατίας ούτε οποιουδήποτε άλλου κόμματος.
Επομένως, η μετατροπή ενός υπαρκτού οικονομικού ζητήματος σε προεκλογικό δίλημμα του τύπου «ή ισχυρή κυβέρνηση Μητσοτάκη ή αστάθεια» αποτελεί πολιτική θέση, όχι οικονομικό αξίωμα.
Ναι, η Ελλάδα σήμερα δανείζεται ανταγωνιστικά
Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως δίκαιοι με τα στοιχεία.
Η εικόνα της Ελλάδας στις αγορές έχει βελτιωθεί θεαματικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης.
Η χώρα διαθέτει επενδυτική βαθμίδα και το κόστος δανεισμού της έχει φτάσει να συγκρίνεται ευνοϊκά με χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία σε περιόδους κατά τις οποίες οι συγκεκριμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν έντονη δημοσιονομική πίεση.
Αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη.
Όμως εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα της κυβερνητικής αφήγησης:
Το κράτος μπορεί να δανείζεται φθηνότερα από τη Γαλλία και ταυτόχρονα ο Έλληνας πολίτης να δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα.
Τα δύο πράγματα δεν αλληλοαναιρούνται.
Η Ελλάδα στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου
Υπάρχει ένας αριθμός που σπάνια συνοδεύει τις θριαμβευτικές συγκρίσεις των επιτοκίων.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρισκόταν στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτός ο αριθμός δεν ακυρώνει την οικονομική πρόοδο των τελευταίων ετών.
Ακυρώνει όμως την προσπάθεια να παρουσιάζεται η βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών περίπου ως απόδειξη ότι η οικονομική πραγματικότητα έχει μεταμορφωθεί για τον μέσο πολίτη.
Άλλο η ευημερία των δημοσιονομικών δεικτών και άλλο η ευημερία του νοικοκυριού.
Και το παραδέχθηκε, κατά έναν τρόπο, ο ίδιος ο πρωθυπουργός όταν είπε ότι πρέπει να μετατραπεί ο «συλλογικός πλούτος» σε «ατομική ευημερία».
Η φράση αυτή γεννά το αυτονόητο ερώτημα:
Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, πότε ακριβώς θα αρχίσει να γίνεται αυτή η μετατροπή αισθητή στην καθημερινότητα;
Η ανεργία στο 7,4% είναι πραγματική επιτυχία – αλλά δεν τελειώνει εκεί η συζήτηση
Ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε επίσης την ανεργία.
Και εδώ τα στοιχεία τον δικαιώνουν.
Η Eurostat κατέγραψε για την Ελλάδα εποχικά προσαρμοσμένη ανεργία 7,4% τον Αύγουστο του 2026, έναντι 8,8% έναν χρόνο νωρίτερα.
Πρόκειται για πολύ σημαντική βελτίωση.
Το ερώτημα όμως για μια ώριμη οικονομική συζήτηση δεν είναι πλέον μόνο:
«Έχει κάποιος δουλειά;»
Είναι επίσης:
«Τι δουλειά έχει, πόσα πληρώνεται και τι μπορεί να αγοράσει με τον μισθό του;»
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι οι ονομαστικοί ελληνικοί μισθοί έχουν αυξηθεί, ενώ οι πραγματικοί μισθοί ανέκαμψαν τα τελευταία χρόνια.
Όμως η ακρίβεια σε στέγη, τρόφιμα και ενέργεια εξακολουθεί να καθορίζει την καθημερινότητα εκατομμυρίων νοικοκυριών.
Γι’ αυτό και η ανεργία στο 7,4% είναι ένα σημαντικό κομμάτι της εικόνας.
Δεν είναι ολόκληρη η εικόνα.
«Εύκολο να ανοίξω το πουγκί»
Και φτάνουμε ίσως στην πιο πολιτικά ενδιαφέρουσα φράση της ομιλίας:
«Εύκολο να ανοίξω το πουγκί – δεν θα το κάνω».
Ακούγεται ως δήλωση δημοσιονομικής υπευθυνότητας.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια.
Η κυβέρνηση πράγματι δεν «ανοίγει το πουγκί» όσο ζητούν διάφορες κοινωνικές ομάδες.
Ταυτόχρονα όμως το 2026 έχει επιλέξει να διαθέσει τεράστια ποσά για ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους.
Οι συνολικές πρόωρες αποπληρωμές χρέους που έχουν προγραμματιστεί για το 2026 φτάνουν περίπου τα 12,84 δισεκατομμύρια ευρώ.
Μόλις την 1η Οκτωβρίου καταβλήθηκαν άλλα 2,5 δισ. ευρώ στον EFSF.
Βεβαίως, χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: τα συγκεκριμένα 2,5 δισ. προέρχονται από έσοδα επαναϊδιωτικοποίησης τραπεζών και ο EFSF είχε συμβατικά δικαιώματα αποπληρωμής επί αυτών των εσόδων. Δεν ήταν απλώς 2,5 δισ. από τον κρατικό προϋπολογισμό που μπορούσαν αυτομάτως να μοιραστούν στους πολίτες.
Παραμένει όμως η μεγάλη πολιτική επιλογή:
η Ελλάδα επιδιώκει επιθετική και ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους.
Και αυτό έχει οικονομικά οφέλη. Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι οι φετινές πρόωρες αποπληρωμές μπορούν να εξοικονομούν περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως σε τόκους.
Αλλά κάθε οικονομική πολιτική περιλαμβάνει προτεραιότητες.
Επομένως, η πραγματική συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο «υπάρχουν λεφτά» ή «δεν υπάρχουν λεφτά».
Η σωστή ερώτηση είναι:
Πού επιλέγεις να διαθέσεις τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και σε ποια ταχύτητα;
Από το «δεν θα ανοίξω το πουγκί» στο «ψηφίστε μας για σταθερότητα»
Και εδώ ενώνονται τα δύο κομμάτια της ομιλίας.
Από τη μία:
«Δεν θα ανοίξω το πουγκί».
Από την άλλη:
«Χωρίς πολιτική σταθερότητα δεν υπάρχει οικονομική πρόοδος».
Και στο τέλος:
«Αξίζει να μας εμπιστευτούν στις εκλογές του 2027».
Αυτό είναι πλέον καθαρό προεκλογικό αφήγημα.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να ζητήσει την ψήφο όχι μόνο στη βάση όσων θεωρεί ότι πέτυχε, αλλά και στη βάση του ρίσκου που υποστηρίζει ότι συνεπάγεται μια διαφορετική εκλογική έκβαση.
Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές, είναι εύλογο να περιμένουμε ότι θα ακούμε ολοένα συχνότερα λέξεις όπως:
σταθερότητα, ασφάλεια, αβεβαιότητα, ακυβερνησία, δημοσιονομικός κίνδυνος.
Η ουσία όμως πρέπει να παραμείνει μία:
Οι πολίτες δεν εκλέγουν κυβέρνηση για να καθησυχάσουν τις αγορές. Εκλέγουν κυβέρνηση για να κυβερνήσει τη χώρα.
Οι αγορές ασφαλώς έχουν σημασία.
Το δημόσιο χρέος έχει σημασία.
Τα επιτόκια έχουν σημασία.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει τεράστια σημασία.
Αλλά έχουν σημασία επίσης το ενοίκιο, ο λογαριασμός του ρεύματος, η τιμή στο σούπερ μάρκετ, το πετρέλαιο, ο μισθός και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Η «σταθερότητα» δεν μπορεί να μετατραπεί σε λευκή επιταγή
Αυτό λοιπόν θα είναι ένα από τα βασικά πολιτικά διλήμματα μέχρι τις εκλογές του 2027.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η κυβέρνησή του εγγυάται περισσότερο τη σταθερότητα.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι έχουν κάθε δικαίωμα να το αμφισβητούν.
Την απάντηση θα τη δώσουν οι πολίτες.
Αλλά ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο:
Η πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως συνώνυμο της αυτοδυναμίας ενός κόμματος.
Ούτε η θετική εικόνα στις αγορές μπορεί να λειτουργεί ως απάντηση σε κάθε ερώτημα για την καθημερινότητα.
Γιατί στο τέλος η οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο φθηνά δανείζεται το ελληνικό Δημόσιο.
Κρίνεται και από το πόσο αξιοπρεπώς ζει ο Έλληνας πολίτης.
Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό «ταμείο» που πρέπει να γίνει την άνοιξη του 2027.



