Υπάρχει ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να δημιουργήσεις μια παραπλανητική εικόνα χωρίς να χρησιμοποιήσεις ούτε έναν ψεύτικο αριθμό και χρησιμοποιούν οι οπαδοί του Μητσοτάκη
Παίρνεις έναν σωστό αριθμό, τον απομονώνεις από το ερώτημα που πραγματικά συζητείται και στη συνέχεια τον χρησιμοποιείς για να αποδείξεις κάτι που ο ίδιος ο αριθμός δεν μπορεί να αποδείξει.
Κάπως έτσι εξελίσσεται η συζήτηση για τους επιτυχόντες των Πανελλαδικών που δεν εγγράφονται τελικά στα πανεπιστήμια.
Η κυβερνητική απάντηση, την οποία αναπαράγουν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση ορισμένοι υποστηρικτές της κυβέρνησης, είναι περίπου η εξής:
«Κάθε χρόνο περίπου 6% των επιτυχόντων δεν εγγράφεται. Άρα μην ψάχνετε την ακρίβεια».
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Αυτό το συμπέρασμα δεν προκύπτει από τα στοιχεία.
Και, το εντυπωσιακότερο, ούτε ο ίδιος ο Άκης Σκέρτσος δεν ισχυρίζεται ακριβώς κάτι τέτοιο.
Ναι, το 5,89% είναι πραγματικό
Ας ξεκινήσουμε από τα στοιχεία, γιατί εδώ δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα αμφισβητήσουμε.
Το 2026 πέτυχαν την εισαγωγή τους 62.243 υποψήφιοι και εγγράφηκαν 58.577.
Δεν εγγράφηκαν 3.666, δηλαδή 5,89%.
Το 2025 οι μη εγγραφέντες ήταν 3.980 σε σύνολο 62.568 επιτυχόντων, δηλαδή 6,36%.
Και πράγματι, στη σειρά 2016-2026 το ποσοστό κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα, από 5,47% έως 7,11%.
Άρα υπάρχει ένα συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε με ασφάλεια:
Το 2026 δεν υπάρχει πανελλαδική έκρηξη του ποσοστού των επιτυχόντων που δεν εγγράφονται στα ΑΕΙ.
Μέχρι εδώ σωστά.
Από εδώ και πέρα όμως αρχίζει το στατιστικό άλμα.
Το 6% μας λέει πόσοι. Δεν μας λέει γιατί
Από πού ακριβώς προκύπτει ότι επειδή περίπου 6% δεν εγγραφόταν και στο παρελθόν, οι σημερινές οικογένειες δεν εγκαταλείπουν πανεπιστημιακές θέσεις εξαιτίας του κόστους;
Δεν προκύπτει.
Και ο ίδιος ο Σκέρτσος το παραδέχεται.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία καταγράφουν πόσοι δεν εγγράφηκαν.
Δεν καταγράφουν γιατί δεν εγγράφηκαν.
Μπορεί ένας νέος να πέρασε σε σχολή που τελικά δεν επιθυμεί.
Μπορεί να επέλεξε σπουδές στο εξωτερικό.
Μπορεί να ξαναδώσει Πανελλαδικές.
Μπορεί να υπάρχουν προσωπικοί λόγοι.
Μπορεί όμως επίσης η οικογένεια να έκανε τους λογαριασμούς της και να διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να πληρώνει για τέσσερα, πέντε ή έξι χρόνια ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις και διατροφή σε δεύτερο σπίτι.
Ο πανελλαδικός αριθμός δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ποια από αυτές τις αιτίες κυριαρχεί.
Άρα το «6% είχαμε πάντα» δεν απαντά στο ερώτημα.
Απλώς περιγράφει το μέγεθος του φαινομένου.
Και τότε αρχίζουν οι… διαγνώσεις από το Facebook
Εδώ ακριβώς το σχόλιο που κυκλοφορεί κάνει κάτι ακόμη πιο παράδοξο.
Αφού σωστά λέει ότι δεν γνωρίζουμε τους λόγους, αρχίζει αμέσως μετά να τους… μαντεύει:
«Δεν του αρέσει η πόλη», «δεν του αρέσει το πανεπιστήμιο», «δεν θέλει να φύγει από τη μαμά», «έχει ψυχολογικά».
Μάλιστα.
Δηλαδή οικονομικό πρόβλημα δεν μπορούμε να υποθέσουμε επειδή «δεν έχουμε στοιχεία», αλλά μπορούμε να κάνουμε ψυχολογική διάγνωση σε χιλιάδες 18χρονους και να αποφασίσουμε ότι ίσως δεν θέλουν να φύγουν από τη μαμά τους.
Αυτό δεν είναι ανάλυση δεδομένων. Είναι εικασία.
Και μάλιστα εικασία που χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσει ένα απολύτως πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα.
Η Πάτρα χαλάει το βολικό αφήγημα
Ας πάμε τώρα εκεί όπου η συζήτηση γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Στο Πανεπιστήμιο Πατρών δεν εγγράφηκαν φέτος 372 επιτυχόντες, περίπου το 7,6%.
Ακόμη και σε ιδιαίτερα περιζήτητες σχολές υπάρχουν μη εγγραφές.
Στην Ιατρική, για παράδειγμα, από τους 175 επιτυχόντες εμφανίζονται εγγεγραμμένοι 166.
Άρα δεν μιλάμε για «100 παιδιά που πέρασαν Ιατρική και δεν πήγαν», όπως έχει αναπαραχθεί.
Μιλάμε για 9.
Αυτό πρέπει να διορθώνεται.
Αλλά το ότι ένας υπερβολικός αριθμός είναι λανθασμένος δεν εξαφανίζει το πραγματικό φαινόμενο.
Και εδώ υπάρχει κάτι σημαντικότερο.
Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, Χρήστος Μπούρας, όταν ρωτήθηκε για τις 372 μη εγγραφές, έδειξε μεταξύ των αιτιών την οικονομική κατάσταση, τα υψηλά ενοίκια και το κόστος των φοιτητικών μετακινήσεων.
Τι θα κάνουμε λοιπόν;
Θα απαντήσουμε και στον πρύτανη ότι οι φοιτητές «δεν θέλουν να φύγουν από τη μαμά τους»;
Ο πανελλαδικός μέσος όρος μπορεί να κρύψει το τοπικό πρόβλημα
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μεθοδολογικό πρόβλημα ολόκληρης της συζήτησης.
Ένας πανελλαδικός μέσος όρος μπορεί να παραμένει σχεδόν σταθερός ενώ στο εσωτερικό του συμβαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα.
Εάν, για παράδειγμα, οι μη εγγραφές μειώνονται στα πανεπιστήμια των μεγάλων αστικών κέντρων αλλά αυξάνονται σε συγκεκριμένα περιφερειακά ιδρύματα, ο συνολικός μέσος όρος μπορεί να μην αλλάξει σχεδόν καθόλου.
Κι όμως το πρόβλημα της περιφέρειας θα είναι απολύτως πραγματικό.
Ακριβώς γι’ αυτό ο ίδιος ο Σκέρτσος αναγνωρίζει ότι τα πανελλαδικά στοιχεία δεν αποκαλύπτουν τι συμβαίνει σε κάθε περιφερειακό πανεπιστήμιο και ότι απαιτούνται επιμέρους δεδομένα και διερεύνηση των πραγματικών αιτιών.
Αυτό είναι το σωστό επιστημονικά.
Όχι το «6% ήταν πάντα, άρα τελείωσε η συζήτηση».
Ναι, η κυβέρνηση αύξησε το στεγαστικό επίδομα
Για να είμαστε απολύτως δίκαιοι με τα στοιχεία, υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Η κυβέρνηση έχει αυξήσει το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα.
Από τα 1.000 ευρώ έχει ανέβει στα 1.500 ευρώ, στα 2.000 ευρώ με συγκατοίκηση, ενώ για τα περιφερειακά ΑΕΙ φτάνει στα 2.000 ευρώ και στα 2.500 ευρώ με συγκατοίκηση.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, από περίπου 42 εκατ. ευρώ το 2019 στα 90 εκατ. ευρώ σήμερα.
Αυτά είναι πραγματικά μέτρα.
Όπως πραγματικό είναι και το πρόγραμμα δημιουργίας περίπου 8.600 νέων φοιτητικών κλινών.
Αλλά υπάρχει μία κρίσιμη λεπτομέρεια.
Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση παίρνει μέτρα για ένα πρόβλημα δεν αποδεικνύει ότι το πρόβλημα έπαψε να υπάρχει.
Μάλλον αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: ότι το πρόβλημα είναι αρκετά σοβαρό ώστε να απαιτεί πρόσθετα μέτρα.
Και οι περίπου 8.600 νέες κλίνες που σχεδιάζονται δεν είναι 8.600 κλίνες που βρίσκονται σήμερα διαθέσιμες στους πρωτοετείς.
Άλλο «χτίζονται» και άλλο «υπάρχουν».
Και όχι, δεν προκύπτει ότι «ανακαινίστηκαν σχεδόν όλες οι εστίες»
Υπάρχει τέλος και ένας ακόμη ισχυρισμός που χρειάζεται τεκμηρίωση.
Ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει «ανακαινίσει σχεδόν όλες» τις φοιτητικές εστίες.
Τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάζει το ίδιο το υπουργείο Παιδείας μιλούν για ανακαινίσεις και εκσυγχρονισμό υφιστάμενων εστιών και για πρόγραμμα νέων κλινών.
Δεν τεκμηριώνουν τον απόλυτο ισχυρισμό ότι έχουν ήδη ανακαινιστεί “σχεδόν όλες”.
Και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Το ερώτημα που πρέπει πραγματικά να απαντηθεί
Η σοβαρή συζήτηση επομένως δεν είναι:
«Υπήρχαν μη εγγραφές πριν από τον Μητσοτάκη;»
Φυσικά και υπήρχαν.
Η Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε το 2019 και κανείς σοβαρός δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Πόσοι από τους σημερινούς επιτυχόντες εγκαταλείπουν μια θέση επειδή το κόστος φοίτησης μακριά από το σπίτι έχει γίνει απαγορευτικό για την οικογένειά τους;
Σε αυτό το ερώτημα το 5,89% δεν απαντά.
Ούτε το 6,36%.
Ούτε ο μέσος όρος της δεκαετίας.
Χρειάζονται στοιχεία ανά πανεπιστήμιο, ανά περιοχή και —κυρίως— καταγραφή των λόγων μη εγγραφής.
Μέχρι να έχουμε αυτά τα στοιχεία, υπάρχουν δύο εξίσου λανθασμένες υπερβολές.
Η πρώτη είναι να ισχυριστεί κάποιος ότι όλοι όσοι δεν εγγράφονται το κάνουν εξαιτίας της ακρίβειας.
Η δεύτερη είναι να βλέπει το 6% και να συμπεραίνει ότι η ακρίβεια ουσιαστικά δεν παίζει ρόλο.
Και υπάρχει ήδη μια ισχυρή ένδειξη ότι παίζει.
Όχι από κάποιον «πάτο της αντιπολίτευσης».
Από τον ίδιο τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών.
Το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται επειδή υπήρχε και παλιότερα
Και τελικά υπάρχει μια πολιτική λογική που πρέπει κάποτε να τελειώσει:
«Υπήρχε και πριν».
Υπήρχαν μη εγγραφές πριν από το 2019.
Υπήρχε στεγαστικό πρόβλημα.
Υπήρχαν οικογένειες που δυσκολεύονταν.
Και λοιπόν;
Η ύπαρξη ενός προβλήματος στο παρελθόν δεν αποτελεί απάντηση για τη σημερινή ένταση ή τις σημερινές αιτίες του.
Αντίθετα, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το ερώτημα προς οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν είναι εάν παρέλαβε προβλήματα.
Είναι σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα.
Γι’ αυτό ας κρατήσουμε τον μόνο ασφαλή αριθμό:
Το 2026 το 5,89% των επιτυχόντων δεν εγγράφηκε.
Από εκεί και πέρα, όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει χωρίς αναλυτική έρευνα γιατί δεν εγγράφηκαν αυτοί οι 3.666 νέοι, δεν κάνει στατιστική.
Κάνει πολιτική.
Και όποιος χρησιμοποιεί έναν πανελλαδικό μέσο όρο για να εξαφανίσει τα προβλήματα που καταγράφονται σε συγκεκριμένα περιφερειακά πανεπιστήμια, δεν αποδομεί μια «παπάτζα».
Απλώς κατασκευάζει μια άλλη.



