«Δεν πρόκειται να δεχθούμε διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς», διακήρυξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Μια φράση ισχυρή, πατριωτικά φορτισμένη και απολύτως συμβατή με την πάγια ελληνική θέση.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: αυτό το γνωρίζαμε ήδη.
Η Ελλάδα εδώ και χρόνια δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει βρετανική κυριότητα στα Γλυπτά και δεν μπορεί να δεχθεί μια κλασική συμφωνία δανεισμού που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αναγνώριση ιδιοκτησίας του Βρετανικού Μουσείου.
Επομένως, όσο πλησιάζουν οι εκλογές του 2027, υπάρχει κίνδυνος μια αυτονόητη και παλιά εθνική θέση να μετατρέπεται επικοινωνιακά σε νέα επίδειξη κυβερνητικής αποφασιστικότητας.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να σταματήσουν τα μεγάλα λόγια και να αρχίσει ο απολογισμός.
Ο πρωθυπουργός έχει επενδύσει προσωπικά εδώ και χρόνια στις διαπραγματεύσεις για τα Γλυπτά. Έχει πραγματοποιήσει επαφές, έχει μιλήσει για εποικοδομητικές συζητήσεις, έχει προβάλλει την προοπτική επανένωσης και έχει υποστηρίξει ότι αναζητείται μια αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Πού βρίσκεται σήμερα αυτή η λύση;
Τα Γλυπτά παραμένουν στο Λονδίνο.
Το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την ελληνική αξίωση κυριότητας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει τη βρετανική.
Και η πολυδιαφημισμένη διαπραγμάτευση εξακολουθεί να αναζητεί έναν μηχανισμό που θα παρακάμπτει αυτήν ακριβώς τη θεμελιώδη διαφωνία.
Γι’ αυτό και η σημερινή δήλωση μπορεί εύλογα να διαβαστεί και μέσα στο προεκλογικό περιβάλλον.
Όταν πλησιάζουν οι κάλπες, είναι πολιτικά πολύ πιο εύκολο να εμφανίζεις την κυβέρνηση να υψώνει το ανάστημά της απέναντι στο Λονδίνο, λέγοντας ότι «δεν δανειζόμαστε τους δικούς μας θησαυρούς», από το να εξηγείς τι ακριβώς απέδωσαν τόσα χρόνια διαπραγματεύσεων.
Κανείς δεν ζητά από την κυβέρνηση να υποχωρήσει.
Το αντίθετο.
Ακριβώς επειδή η θέση για μη αναγνώριση βρετανικής κυριότητας είναι σωστή και πάγια, δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται κάθε φορά σαν καινούργια κατάκτηση.
Χρειάζεται αποτέλεσμα.
Γιατί διαφορετικά δημιουργείται ένα πολύ βολικό επικοινωνιακό σχήμα:
διαπραγματευόμαστε επί χρόνια χωρίς τελική συμφωνία και, όταν το αποτέλεσμα δεν έρχεται, επαναλαμβάνουμε με μεγαλύτερη ένταση την αρχική μας θέση.
Αυτό όμως δεν αποτελεί πρόοδο της διαπραγμάτευσης. Είναι επιστροφή στο σημείο εκκίνησης.
Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να διαχωρίζονται οι εθνικές διεκδικήσεις από την προεκλογική επικοινωνία.
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να χρησιμοποιούνται ως σκηνικό πολιτικής αποφασιστικότητας.
Το πραγματικό ερώτημα προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, λοιπόν, δεν είναι εάν θα δεχθεί να «δανειστεί» η Ελλάδα τα Γλυπτά της.
Έχει απαντήσει εδώ και χρόνια ότι δεν θα το κάνει.
Το ερώτημα είναι τι κατάφερε με τις διαπραγματεύσεις που ο ίδιος επέλεξε, σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα και ποια συγκεκριμένη υποχώρηση έχει κάνει η βρετανική πλευρά.
Εάν υπάρχει τέτοια μετακίνηση, πρέπει να παρουσιαστεί.
Εάν δεν υπάρχει, τότε οι ηχηρές δηλώσεις περί «δικών μας θησαυρών» μπορεί να λειτουργούν εξαιρετικά σε μια προεκλογική ομιλία, αλλά δεν αλλάζουν την πραγματικότητα:
οι θησαυροί που χαρακτηρίζουμε δικούς μας εξακολουθούν να βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.
Και τελικά αυτό είναι το μέτρο της επιτυχίας.
Όχι πόσο δυνατά επαναλαμβάνουμε μια θέση με την οποία συμφωνεί σχεδόν ολόκληρη η χώρα.
Αλλά πόσο πιο κοντά φέραμε τα Γλυπτά εκεί όπου υποστηρίζουμε ότι ανήκουν.



