Οι 120 δόσεις, το πλαφόν 15% στις προκαταβολές των servicers και η προστασία όσων τηρούν τη ρύθμισή τους είναι παρεμβάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπάρχει όμως ένα πολιτικά ενοχλητικό ερώτημα: εάν όλα αυτά ήταν αναγκαία, γιατί δεν έγιναν νωρίτερα; Και κυρίως, τι αποκαλύπτουν οι ίδιες οι κυβερνητικές εξαγγελίες για το καθεστώς μέσα στο οποίο ζούσαν μέχρι σήμερα χιλιάδες οφειλέτες;
Υπάρχουν φορές που μια κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να παρουσιάσει ένα νέο μέτρο ως επιτυχία, καταλήγει άθελά της να περιγράφει την αποτυχία του προηγούμενου καθεστώτος.
Κάπως έτσι μπορεί να διαβαστεί και η νέα παρέμβαση για τις 120 δόσεις και τους servicers.
Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο: η δυνατότητα περισσότερων δόσεων είναι θετική για έναν πολίτη που δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε υψηλότερη μηνιαία καταβολή.
Το πλαφόν στις προκαταβολές των servicers είναι επίσης θετικό.
Οι συγκεκριμένες προθεσμίες στις διαπραγματεύσεις είναι θετικές.
Η απαγόρευση ενεργειών αναγκαστικής εκτέλεσης όταν ο οφειλέτης τηρεί τη συμφωνημένη ρύθμιση είναι επίσης απολύτως λογική.
Ακριβώς όμως επειδή όλα αυτά είναι λογικά, γεννάται το πραγματικό ερώτημα:
Γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο φθινόπωρο του 2026;
Η κυβέρνηση ουσιαστικά παραδέχεται ότι οι προηγούμενες 72 δόσεις δεν αρκούσαν
Η πρώτη κυβερνητική παραδοχή βρίσκεται μέσα στην ίδια τη μετάβαση από τις 72 στις 120 δόσεις.
Το επίσημο κυβερνητικό πλαίσιο προβλέπει πλέον έως 120 δόσεις, με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ, ενώ διευρύνεται και η περίμετρος των οφειλών που μπορούν να ενταχθούν.
Γιατί όμως χρειάζονται 120;
Η απάντηση είναι προφανής: επειδή για ένα μέρος των οφειλετών οι 72 δεν ήταν αρκετές ώστε η μηνιαία δόση να είναι πραγματικά διαχειρίσιμη.
Και αυτό δεν αποτελεί επίθεση στην κυβέρνηση.
Είναι η ίδια η λογική της νέας ρύθμισης.
Όταν αυξάνεις τις δόσεις από 72 σε 120, αναγνωρίζεις ότι υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα χρέη του με το προηγούμενο σχήμα.
Και όταν ταυτόχρονα διευρύνεις τη ρύθμιση ώστε να συμπεριλάβεις οφειλές που έγιναν ληξιπρόθεσμες μέχρι το τέλος του 2024, αναγνωρίζεις επίσης ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν ανήκει απλώς στο μακρινό παρελθόν.
Συνεχίστηκε και τα τελευταία χρόνια.
Η μεγαλύτερη αποδόμηση βρίσκεται στους ίδιους τους servicers
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το δεύτερο σκέλος.
Ο υπουργός μάς πληροφορεί ότι μπαίνει για πρώτη φορά πλαφόν 15% στην προκαταβολή που μπορεί να απαιτήσει ένας servicer.
Και εξηγεί γιατί.
Όπως είπε ο ίδιος, είχαν φτάσει στην κυβέρνηση περιπτώσεις στις οποίες κάποιος χρωστούσε 100.000 ευρώ και του ζητούσαν ακόμη και 50.000 ευρώ μπροστά προκειμένου να μπει σε ρύθμιση.
Και ο Πιερρακάκης αναρωτήθηκε εύλογα: πόσος κόσμος μπορεί να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο;
Πράγματι.
Αλλά υπάρχει και η επόμενη ερώτηση:
Γιατί επιτρεπόταν μέχρι σήμερα;
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τώρα ως προστασία του οφειλέτη την απαγόρευση μιας πρακτικής την οποία η ίδια περιγράφει ως μη λειτουργική. Το Υπουργείο επιβεβαιώνει ότι υπήρχαν απαιτήσεις προκαταβολών 30%, 40% ακόμη και 50%, γι’ αυτό και θεσπίζεται πλέον πλαφόν 15%.
Άρα η συζήτηση δεν είναι θεωρητική.
Το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει ότι υπήρχε πρόβλημα.
Και γιατί χρειάζεται νόμος για να μην πλειστηριάζεται το σπίτι κάποιου που πληρώνει;
Υπάρχει όμως ακόμη πιο εντυπωσιακό σημείο.
Ο υπουργός αναφέρει περιπτώσεις πολιτών οι οποίοι τηρούσαν τη ρύθμισή τους και παρ’ όλα αυτά ξεκινούσε διαδικασία πλειστηριασμού.
Και τώρα η κυβέρνηση νομοθετεί ότι εάν ο servicer παραβιάσει ενεργή ρύθμιση, θα υπάρχουν συνέπειες: ακυρότητα της ενέργειας, όφελος πέντε δόσεων για τον πολίτη, χρονική παράταση και πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν τις 500.000 ευρώ.
Σωστά.
Αλλά εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία:
Χρειάστηκε το 2026 για να θεωρηθεί αυτονόητο ότι όταν ένας άνθρωπος πληρώνει κανονικά τη ρύθμισή του δεν πρέπει να βρίσκεται αντιμέτωπος με πλειστηριασμό;
Αν το νέο πλαίσιο χρειάζεται για να προστατεύσει τον συνεπή δανειολήπτη, τότε το προηγούμενο πλαίσιο προφανώς δεν τον προστάτευε επαρκώς.
Δεν γίνεται να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο.
Η πιο ενδιαφέρουσα φράση του Πιερρακάκη
Υπάρχει μάλιστα μια φράση του υπουργού που αξίζει περισσότερο από όλες τις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Μιλώντας για τους servicers, παραδέχθηκε ότι η παρέμβαση ήταν κάτι που «οι πολίτες το ζητούσαν εδώ και πάρα πολύ καιρό».
Ακριβώς.
Αυτό είναι το θέμα.
Όχι αν η παρέμβαση είναι σωστή.
Είναι.
Αλλά αφού οι πολίτες το ζητούσαν «εδώ και πάρα πολύ καιρό», γιατί η Πολιτεία χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο για να παρέμβει;
Και μάλιστα η παρέμβαση έρχεται καθώς η χώρα έχει ήδη μπει στην τελική πολιτική περίοδο πριν από τις εκλογές του 2027.
Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του εκλογικό κίνητρο. Το χρονικό σημείο όμως είναι πολιτικά εύλογο να συζητείται.
Από τις «στρατηγικές κακοπληρωτών» στην ανάγκη νέας προστασίας
Για χρόνια μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης γύρω από τα κόκκινα δάνεια επικεντρωνόταν στους στρατηγικούς κακοπληρωτές και στην ανάγκη να δημιουργηθεί κουλτούρα πληρωμών.
Υπήρχε ασφαλώς και υπάρχει πραγματικό ζήτημα στρατηγικής αθέτησης.
Αλλά η σημερινή κυβερνητική παρέμβαση φωτίζει και την άλλη πλευρά.
Υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να ρυθμίσουν και βρίσκονταν μπροστά σε προκαταβολές που μπορούσαν να φτάσουν το 50%.
Υπήρχαν διαπραγματεύσεις που καθυστερούσαν.
Υπήρχαν πολίτες που τηρούσαν ρυθμίσεις και, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο ίδιος ο υπουργός, μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να βρεθούν αντιμέτωποι με διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Και τώρα χρειάζεται αυστηρότερη εποπτεία, συγκεκριμένες προθεσμίες και πρόστιμα έως μισό εκατομμύριο ευρώ.
Άρα το πρόβλημα δεν βρισκόταν αποκλειστικά στην πλευρά του οφειλέτη.
Και αυτό ίσως είναι η σημαντικότερη έμμεση παραδοχή της νέας πολιτικής.
Οι 120 δόσεις δεν χαρίζουν το χρέος
Υπάρχει και κάτι ακόμη που πρέπει να ξεκαθαριστεί.
Οι 120 δόσεις δεν αποτελούν «δώρο».
Ο πολίτης θα πληρώσει την οφειλή του.
Η κυβέρνηση δεν του χαρίζει τα χρέη. Του δίνει περισσότερο χρόνο ώστε να μπορέσει να τα εξυπηρετήσει.
Και τα 30 ευρώ που προβάλλονται έντονα δεν σημαίνουν ότι όλοι οι οφειλέτες θα πληρώνουν 30 ευρώ τον μήνα. Είναι η ελάχιστη καταβολή που προβλέπει το νέο σχήμα.
Επομένως χρειάζεται προσοχή στην επικοινωνιακή παρουσίαση.
Άλλο «120 δόσεις με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ» και άλλο «ρυθμίζω όλα τα χρέη μου πληρώνοντας 30 ευρώ».
Το πραγματικό ερώτημα είναι «γιατί τώρα;»
Η κυβέρνηση δικαιούται να πιστωθεί κάθε ρύθμιση που πραγματικά βελτιώνει τη θέση του πολίτη.
Αλλά δεν μπορεί η πολιτική συζήτηση να αρχίζει την ημέρα της εξαγγελίας.
Πρέπει να περιλαμβάνει και όσα προηγήθηκαν.
Και στην προκειμένη περίπτωση η ίδια η κυβέρνηση μάς δίνει τα στοιχεία:
Οι 72 δόσεις γίνονται 120.
Οι προκαταβολές των servicers περιορίζονται στο 15% επειδή υπήρχαν περιπτώσεις πολύ υψηλότερων απαιτήσεων.
Οι ατέρμονες διαπραγματεύσεις αποκτούν προθεσμίες.
Οι παραβιάσεις ρυθμίσεων αποκτούν πραγματικές κυρώσεις.
Η εποπτεία αυστηροποιείται.
Και ο ίδιος ο υπουργός παραδέχεται ότι οι πολίτες ζητούσαν αυτές τις παρεμβάσεις εδώ και πολύ καιρό.
Άρα, αντί για θριαμβολογίες, υπάρχει ένα απλούστερο ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί:
Αφού όλα αυτά είναι τόσο λογικά και τόσο αναγκαία, γιατί οι πολίτες έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 2026 για να γίνουν νόμος;
Τα μέτρα μπορεί να είναι σωστά.
Η καθυστέρηση όμως παραμένει πολιτικό γεγονός.



