Υπήρξαν υπερβολές γύρω από τα Τέμπη;
Ναι.
Διακινήθηκαν ισχυρισμοί που δεν επιβεβαιώθηκαν;
Ναι.
Πολιτικοί υιοθέτησαν ή αναπαρήγαγαν πράγματα που θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπίσει με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη;
Επίσης ναι.
Από πότε όμως όλα αυτά αποτελούν απόδειξη ότι οργανώθηκε η «μεγαλύτερη ιστορικά απόπειρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης» με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης;
Εδώ ακριβώς αρχίζει η πραγματική αποδόμηση του επιχειρήματος.
Γιατί το κείμενο δεν αποδεικνύει μια συνωμοσία.
Την ανακηρύσσει.
Ναι, ειπώθηκαν πράγματα που δεν επιβεβαιώθηκαν
Ας ξεκινήσουμε από εκεί όπου το σχόλιο έχει βάση.
Ο Μανώλης Χριστοδουλάκης του ΠΑΣΟΚ πράγματι μίλησε για «τρία χαμένα βαγόνια». Το θέμα πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε αργότερα να υπάρξουν διαφοροποιήσεις ακόμη και μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ.
Ομοίως, γύρω από το ενδεχόμενο μεταφοράς παράνομου εύφλεκτου φορτίου αναπτύχθηκαν θεωρίες οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάστηκαν στον δημόσιο διάλογο με πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από αυτή που επέτρεπαν τα διαθέσιμα στοιχεία.
Και το πόρισμα Καρώνη του ΕΜΠ αποτέλεσε σοβαρό επιστημονικό δεδομένο εναντίον της βεβαιότητας ότι η πυρόσφαιρα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από παράνομο φορτίο: κατέληξε ότι, υπό τις συνθήκες του δυστυχήματος και παρουσία ηλεκτρικού τόξου, μπορούσε να σχηματιστεί πυρόσφαιρα από έλαια σιλικόνης.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, υπάρχει απολύτως θεμιτή κριτική.
Όποιος πολιτικός παρουσίασε μια υπόθεση ως αποδεδειγμένο γεγονός πριν αποδειχθεί, μπορεί και πρέπει να κριθεί γι’ αυτό.
Άλλο όμως αυτό και άλλο η «συνωμοσία».
Το ίδιο το επίσημο πόρισμα είχε αφήσει ερωτήματα
Το σχόλιο επιχειρεί σήμερα να ξαναγράψει ολόκληρη την προηγούμενη συζήτηση σαν να υπήρχε από την πρώτη στιγμή μία απολύτως γνωστή επιστημονική αλήθεια και απέναντί της κάποιοι κατασκεύασαν από το μηδέν το «ξυλόλιο».
Δεν συνέβη ακριβώς έτσι.
Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ είχε αναφέρει ότι με τα τότε διαθέσιμα στοιχεία ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί με βεβαιότητα τι προκάλεσε την πυρόσφαιρα και ότι προσομοιώσεις υπεδείκνυαν πιθανή ύπαρξη άγνωστου καυσίμου.
Αργότερα ήρθαν άλλα επιστημονικά δεδομένα και το πόρισμα Καρώνη.
Αυτό ακριβώς κάνει μια σοβαρή έρευνα:
εξετάζει υποθέσεις, συγκεντρώνει στοιχεία και απορρίπτει όσες δεν επιβεβαιώνονται.
Το γεγονός ότι μία υπόθεση τελικά δεν επιβεβαιώνεται δεν αποδεικνύει ότι ήταν εξαρχής προϊόν οργανωμένης πολιτικής συνωμοσίας.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η «μονταζιέρα»
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το σχόλιο χρησιμοποιεί την πρόταση δυσπιστίας του 2024 ως παράδειγμα δήθεν κατασκευασμένης υπόθεσης:
«Τα αυθεντικά ήταν ήδη μέρος της δικογραφίας».
Σωστά.
Μόνο που αυτό δεν ήταν το μοναδικό ζήτημα.
Το ζήτημα ήταν ότι λίγες ώρες μετά το δυστύχημα είχε δημοσιοποιηθεί μονταρισμένη συρραφή διαφορετικών συνομιλιών.
Το γεγονός της συρραφής δεν ήταν φαντασίωση της αντιπολίτευσης. Μεταγενέστερα επιβεβαιώθηκε και από τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΣΕ Παναγιώτη Τερεζάκη.
Και παρέμεναν συγκεκριμένα ερωτήματα:
Ποιος απέκτησε τόσο γρήγορα το υλικό;
Ποιος έκανε τη συρραφή;
Ποιος το διοχέτευσε;
Για ποιον λόγο δημοσιοποιήθηκε έτσι;
Το ότι η Δικαιοσύνη είχε τα αυθεντικά αρχεία είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη δικαστική διερεύνηση.
Δεν απαντά όμως στο διαφορετικό ερώτημα του ποιος και γιατί διοχέτευσε μονταρισμένο υλικό στη δημόσια σφαίρα.
Άρα εδώ το επιχείρημα που κατηγορεί τους άλλους για χειραγώγηση κάνει κάτι ειρωνικά παρόμοιο:
παρουσιάζει μόνο τη μισή πληροφορία.
Από τα «χαμένα βαγόνια» στην… ανατροπή της κυβέρνησης
Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο άλμα.
Το σχόλιο καταλήγει ότι τα Τέμπη:
«μετατράπηκαν σε μοχλό ανατροπής μιας νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης».
Πού είναι η απόδειξη;
Το ότι κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να προκαλέσουν πολιτική φθορά στην κυβέρνηση δεν είναι συνωμοσία.
Είναι ο ορισμός της κομματικής αντιπαράθεσης.
Το ότι κατατέθηκε πρόταση δυσπιστίας επίσης δεν είναι απόπειρα παράνομης ανατροπής κυβέρνησης.
Η πρόταση δυσπιστίας είναι ρητά προβλεπόμενο κοινοβουλευτικό εργαλείο.
Και μια κυβέρνηση πέφτει μέσω αυτής μόνο εάν χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Για να μιλάμε επομένως για οργανωμένη «συνωμοσία» χρειάζονται πολύ περισσότερα:
κοινό σχέδιο, συντονισμός, συγκεκριμένοι συμμετέχοντες, ενέργειες και αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν όλα αυτά μεταξύ τους.
Το σχόλιο δεν παρουσιάζει τίποτε τέτοιο.
Παρουσιάζει διάφορα περιστατικά και στο τέλος τούς κολλάει την ετικέτα «συνωμοσία».
Αυτό δεν είναι απόδειξη.
Είναι συμπέρασμα που προηγείται της απόδειξης.
Και τα περί bots;
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά ότι:
«Κανένα bot δεν εμφανίστηκε στέλνοντας μαζικά μηνύματα για τα Τέμπη και αλλάζοντας τους αλγόριθμους στα κοινωνικά δίκτυα;»
Η ύπαρξη bots στα κοινωνικά δίκτυα είναι απολύτως πραγματικό και διεθνώς μελετημένο φαινόμενο. Έρευνες δείχνουν ότι αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί συμμετέχουν σημαντικά στη διαδικτυακή συζήτηση και μπορούν να ενισχύουν περιεχόμενο.
Αλλά για να μετατραπεί αυτό σε απόδειξη πολιτικής συνωμοσίας για τα Τέμπη, πρέπει να ξέρουμε τουλάχιστον ποιος τα διαχειριζόταν, ποιος τα χρηματοδοτούσε, ποιος έδωσε τις εντολές και πώς συνδέονταν με συγκεκριμένα κόμματα ή πολιτικά πρόσωπα.
Χωρίς αυτά, έχουμε έναν ακόμη υπαινιγμό.
Όχι απόδειξη.
Ούτε κάθε ερώτημα ήταν συνωμοσιολογία
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο αυτής της νέας αφήγησης.
Επειδή ορισμένες θεωρίες δεν επιβεβαιώθηκαν, επιχειρείται να συμπαρασυρθούν μαζί τους όλα τα ερωτήματα για τα Τέμπη.
Μόνο που τα Τέμπη δεν ήταν μόνο ξυλόλιο.
Ήταν η κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου.
Ήταν η ασφάλεια.
Ήταν η στελέχωση.
Ήταν οι διαδικασίες που οδήγησαν δύο τρένα στην ίδια γραμμή.
Ήταν όσα συνέβησαν στον τόπο του δυστυχήματος μετά τη σύγκρουση.
Και αυτή η τελευταία υπόθεση δεν εξαφανίστηκε.
Το 2026 ο Χρήστος Τριαντόπουλος παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τις παρεμβάσεις στον χώρο. Η ίδια η κυβέρνηση επιμένει ότι αυτό δεν αποδεικνύει «μπάζωμα για συγκάλυψη ξυλολίου» — και πράγματι αυτά είναι διαφορετικά ζητήματα.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να ισχύει ο ίδιος κανόνας και προς την αντίθετη κατεύθυνση:
Η κατάρρευση μιας θεωρίας για ξυλόλιο δεν εξαφανίζει αυτομάτως κάθε άλλη θεσμική, πολιτική ή ποινική διάσταση της υπόθεσης.
Το πιο προσβλητικό σημείο δεν είναι καν πολιτικό
Και υπάρχει κάτι ακόμη.
Η αναφορά σε «ψεκασμένη μυθομανή» δεν αποτελεί επιχείρημα.
Είναι προσωπικός χαρακτηρισμός.
Η Μαρία Καρυστιανού μπορεί πλέον να κρίνεται και ως πολιτικό πρόσωπο για όσα υποστηρίζει δημοσίως. Οι θέσεις της μπορούν να ελέγχονται μία προς μία και, όπου είναι ανακριβείς, να αποδομούνται με στοιχεία.
Αλλά το «μυθομανής» αποτελεί ισχυρισμό για προσωπικό/ψυχολογικό χαρακτηριστικό και δεν αποδεικνύει τίποτε για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης.
Αντίθετα, αποκαλύπτει πόσο εύκολα η συζήτηση για 57 νεκρούς μετατρέπεται ξανά σε οπαδικό πόλεμο.
Η αλήθεια δεν χρειάζεται δύο στρατόπεδα
Υπάρχει ένας πολύ απλούστερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε όσα συνέβησαν.
Όποιος είπε ότι υπήρχαν «τρία χαμένα βαγόνια», οφείλει να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του.
Όποιος παρουσίασε το ξυλόλιο ως βεβαιότητα χωρίς επαρκείς αποδείξεις, οφείλει να κριθεί γι’ αυτό.
Όποιος συνέδεσε αυθαίρετα άσχετους θανάτους με τα Τέμπη, επίσης.
Ακριβώς όμως με την ίδια αυστηρότητα πρέπει να απαντηθεί ποιος κατασκεύασε και διοχέτευσε τη μονταρισμένη συνομιλία.
Να διερευνηθούν οι παρεμβάσεις στον χώρο.
Να κριθούν οι κατηγορούμενοι από τη Δικαιοσύνη.
Και να αποδοθούν οι πραγματικές ευθύνες για ένα σιδηροδρομικό σύστημα που επέτρεψε σε δύο τρένα να κινηθούν αντίθετα στην ίδια γραμμή.
Χωρίς «ξυλόλια» όταν δεν αποδεικνύονται.
Αλλά και χωρίς «μεγαλύτερες συνωμοσίες της Ιστορίας» όταν επίσης δεν αποδεικνύονται.
Γιατί διαφορετικά έχουμε απλώς αντικαταστήσει τη μία θεωρία συνωμοσίας με μία άλλη, πολιτικά βολικότερη.
Και τα Τέμπη αξίζουν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό:
όχι την αλήθεια της κυβέρνησης, όχι την αλήθεια της αντιπολίτευσης, αλλά ό,τι τελικά αποδεικνύεται από τα πραγματικά στοιχεία και τη Δικαιοσύνη.



