Υπάρχουν κριτικές που ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση για ένα δημόσιο έργο. Και υπάρχουν και κριτικές που, στην προσπάθεια να βρουν κάτι αρνητικό, καταλήγουν να διαμαρτύρονται ακόμη και για… τις πινακίδες στάθμευσης.
Η τελευταία κριτική για την αναμορφωμένη οδό Σιτεμπόρων στο Αργοστόλι ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.
Ο Ιωάννης Κοσμάτος ανακαλύπτει στον δρόμο ένα «μνημείο στην απουσία αισθητικής και λογικής», μιλά για «δάσος μεταλλικών πινακίδων», για «οπτική ρύπανση» και φτάνει στο σκωπτικό συμπέρασμα ότι, εάν στόχος του έργου ήταν «η μεγαλύτερη υπαίθρια έκθεση πινακίδων», τότε αυτός επετεύχθη.
Εντυπωσιακή περιγραφή.
Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα: οι πινακίδες κυκλοφορίας δεν τοποθετούνται για να διακοσμήσουν έναν δρόμο. Τοποθετούνται για να ρυθμίζουν με σαφήνεια τη χρήση του.
Και αυτό ακριβώς φαίνεται να παραβλέπει ολόκληρη η κριτική.
«Οι οδηγοί έχουν καταλάβει» – Αυτό είναι το επιχείρημα;
Το πιο εντυπωσιακό σημείο του σχολίου είναι η εξήγηση για το γιατί θεωρούνται περιττές οι πινακίδες:
«Οι οδηγοί έχουν καταλάβει ήδη ότι οι κοιλότητες των πεζοδρομίων είναι για πάρκινγκ και από τις δύο πλευρές».
Αν αυτό αποτελεί σοβαρό επιχείρημα για την κυκλοφοριακή οργάνωση μιας πόλης, τότε μπορούμε να αρχίσουμε να αφαιρούμε πινακίδες και από άλλους δρόμους.
Γιατί να υπάρχει πινακίδα μονόδρομου; Θα το καταλάβουν οι οδηγοί.
Γιατί να υπάρχει απαγόρευση στάθμευσης; Θα το καταλάβουν.
Γιατί να σημαίνονται ειδικές θέσεις; Ας κοιτάξει ο καθένας τη διαμόρφωση του πεζοδρομίου και ας μαντέψει.
Έτσι όμως δεν οργανώνεται η κυκλοφορία σε μια πόλη.
Οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις δεν βασίζονται στο τι «έχει καταλάβει» ο κάθε οδηγός. Χρειάζονται σαφή και αναγνωρίσιμη σήμανση ώστε να γνωρίζει ο χρήστης του δρόμου τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται.
Και υπάρχει μια ακόμη πολύ πρακτική διάσταση.
Σήμερα ο κάτοικος του Αργοστολίου μπορεί να γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες εσοχές κατασκευάστηκαν ως χώροι στάθμευσης.
Ο επισκέπτης; Ο τουρίστας; Κάποιος που έρχεται πρώτη φορά στην πόλη; Οφείλει να γνωρίζει τι είχε στο μυαλό του ο μελετητής όταν κατασκεύαζε το πεζοδρόμιο;
Προφανώς όχι.
Γι’ αυτό υπάρχει η σήμανση.
Η φωτογραφία μάλλον αποδυναμώνει την καταγγελία
Υπάρχει και κάτι ακόμη ενδιαφέρον.
Η ίδια η φωτογραφία που συνοδεύει την κριτική δεν παρουσιάζει ακριβώς την εικόνα ενός δρόμου που έχει μετατραπεί σε «δάσος μεταλλικών πινακίδων».
Βλέπουμε έναν αστικό δρόμο, με αυτοκίνητα σταθμευμένα δεξιά και αριστερά, πεζοδρόμια, καταστήματα, δέντρα, στύλους ηλεκτροδότησης και ορισμένες ευδιάκριτες πινακίδες στάθμευσης.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι αισθητικά θα προτιμούσε λιγότερη σήμανση. Αυτό είναι απολύτως θεμιτή προσωπική άποψη.
Από αυτό όμως μέχρι να παρουσιάζεται η εικόνα ως «μνημείο απουσίας αισθητικής και λογικής» και «υπαίθρια έκθεση πινακίδων» υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Και, κυρίως, υπάρχει ένα ερώτημα που η κριτική δεν απαντά:
Πόσες πινακίδες προβλέπει η εγκεκριμένη κυκλοφοριακή μελέτη;
Γιατί αυτό θα ήταν πραγματικό ρεπορτάζ.
Εάν έχουν τοποθετηθεί περισσότερες πινακίδες από όσες απαιτούνται, να το συζητήσουμε.
Εάν παραβιάζονται προδιαγραφές, να αναδειχθεί.
Εάν υπάρχει τεχνικά εφικτός τρόπος να περιοριστεί η σήμανση χωρίς να δημιουργείται ασάφεια στους οδηγούς, επίσης να εξεταστεί.
Αλλά το «δεν χρειάζονται επειδή οι οδηγοί έχουν καταλάβει» δεν αποτελεί τεχνική τεκμηρίωση.
Αποτελεί απλώς προσωπική εκτίμηση.
Και αν δεν υπήρχαν πινακίδες;
Αξίζει μάλιστα να κάνουμε την αντίστροφη σκέψη.
Ας υποθέσουμε ότι ο Δήμος είχε κατασκευάσει τις θέσεις στάθμευσης χωρίς επαρκή σήμανση.
Πόσο θα χρειαζόταν μέχρι να εμφανιστεί η ακριβώς αντίθετη καταγγελία;
«Έφτιαξαν θέσεις και δεν ξέρει ο κόσμος πού επιτρέπεται να παρκάρει».
«Πού είναι η σήμανση;»
«Πώς θα ξέρει ο επισκέπτης ότι εδώ επιτρέπεται η στάθμευση;»
«Έδωσαν τόσα χρήματα και ξέχασαν τις πινακίδες».
Διότι κάπου εδώ εμφανίζεται ένα γνώριμο πρόβλημα στον δημόσιο διάλογο: ό,τι και να γίνει, πρέπει οπωσδήποτε να ανακαλυφθεί κάτι για να καταγγελθεί.
Αν δεν υπάρχουν πινακίδες, γιατί δεν υπάρχουν.
Αν υπάρχουν, γιατί υπάρχουν.
Αν φυτευτούν δέντρα, θα συζητήσουμε πόσα είναι.
Αν δημιουργηθούν θέσεις στάθμευσης, θα ενοχλήσουν οι πινακίδες που τις σημαίνουν.
Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν γίνεται σοβαρή κριτική σε ένα έργο.
Άλλο η αισθητική, άλλο η λειτουργία
Φυσικά υπάρχει πραγματικό ζήτημα αισθητικής στον δημόσιο χώρο.
Μια σύγχρονη ανάπλαση οφείλει να περιορίζει όσο είναι δυνατόν την οπτική επιβάρυνση και να εντάσσει αρμονικά φωτισμό, σήμανση, αστικό εξοπλισμό και πράσινο.
Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι οι πινακίδες είναι περιττές επειδή οι οδηγοί «έχουν καταλάβει».
Εάν κάποιος θέλει να υποστηρίξει ότι η συγκεκριμένη σήμανση είναι υπερβολική, χρειάζεται κάτι περισσότερο:
τη μελέτη του έργου, τις προβλεπόμενες θέσεις των σημάτων, τις σχετικές προδιαγραφές και μια τεκμηριωμένη εναλλακτική λύση.
Διαφορετικά, έχουμε απλώς μια φωτογραφία και μια προσωπική αισθητική κρίση που παρουσιάζεται ως απόδειξη κακού σχεδιασμού.
Τελικά, ποιο είναι το «παράλογο»;
Το σχόλιο μιλά για «σπατάλη χρημάτων» χωρίς να αναφέρει πόσο κόστισε η συγκεκριμένη σήμανση, ποιο ήταν το προβλεπόμενο κόστος της ή εάν τοποθετήθηκε σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη.
Μιλά για «περιττές» πινακίδες χωρίς να τεκμηριώνει ότι είναι πράγματι περιττές βάσει των κανόνων σήμανσης.
Και μιλά για απουσία «λογικής», έχοντας ως βασικό επιχείρημα ότι οι οδηγοί… θα καταλάβουν μόνοι τους.
Εδώ λοιπόν χρειάζεται λίγη προσοχή.
Η αισθητική είναι θέμα κρίσης. Η κυκλοφοριακή σήμανση όμως δεν μπορεί να λειτουργεί με το μάτι και με το «καταλαβαίνουμε τι εννοούσε ο Δήμος».
Αν υπάρχουν τεχνικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στη Σιτεμπόρων τοποθετήθηκαν αδικαιολόγητα πολλές πινακίδες, αυτά πρέπει να παρουσιαστούν και να συζητηθούν.
Μέχρι τότε, όμως, το να βαφτίζουμε μια οργανωμένη σήμανση «δάσος πινακίδων» επειδή χαλάει τη φωτογραφία δεν αποτελεί από μόνο του αποδόμηση του έργου.
Περισσότερο μοιάζει με προσπάθεια να βρεθεί πρόβλημα ακόμη και εκεί όπου το «πρόβλημα» είναι ότι οι θέσεις στάθμευσης… έχουν πινακίδες που δείχνουν ότι είναι θέσεις στάθμευσης.
Αν αυτή είναι η προσπάθεια να χτυπηθεί η Δημοτική Αρχή, χρειάζεται κάτι καλύτερο
Υπάρχει όμως και μια πολιτική διάσταση που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Η κριτική για τη Σιτεμπόρων δεν περιορίζεται σε μια προσωπική αισθητική παρατήρηση. Εντάσσεται εμφανώς στην ευρύτερη κριτική που ασκείται στη Δημοτική Αρχή Αργοστολίου και στον τρόπο με τον οποίο υλοποιεί τα έργα της.
Και η κριτική προς οποιαδήποτε Δημοτική Αρχή όχι μόνο είναι θεμιτή, αλλά είναι και απαραίτητη. Υπάρχουν σοβαρά ζητήματα στην καθημερινότητα, στις υποδομές, στην καθαριότητα, στην κυκλοφορία, στα έργα και στη λειτουργία της πόλης για τα οποία η εκάστοτε διοίκηση πρέπει να ελέγχεται αυστηρά.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως προκαλεί εντύπωση να επιχειρείται πολιτικό χτύπημα με επιχειρηματολογία του τύπου «γιατί βάλατε τόσες πινακίδες πάρκινγκ; Αφού οι οδηγοί καταλαβαίνουν πού πρέπει να παρκάρουν».
Μάλλον χρειάζεται καλύτερη προσπάθεια.
Και, κυρίως, χρειάζεται να επιλέγονται σημαντικότερα ζητήματα.
Διότι εάν θέλουμε να ασκήσουμε σοβαρή κριτική στη Δημοτική Αρχή, υπάρχουν πολύ ουσιαστικότερα πεδία στα οποία μπορεί να κριθεί: αν ένα έργο κόστισε περισσότερο από όσο έπρεπε, αν καθυστέρησε, αν σχεδιάστηκε λανθασμένα, αν παρουσιάζει κατασκευαστικά προβλήματα, αν δεν εξυπηρετεί τους πολίτες ή αν υπήρξε κακή διαχείριση δημόσιου χρήματος.
Αυτά είναι πολιτική κριτική.
Το να παρουσιάζονται μερικές πινακίδες στάθμευσης περίπου ως πολεοδομικό έγκλημα είναι κάτι διαφορετικό.
Και ειδικά στο Αργοστόλι, οι οδηγοί «καταλαβαίνουν»;
Υπάρχει μάλιστα μια ειρωνεία στο βασικό επιχείρημα ότι οι πινακίδες είναι περιττές επειδή οι οδηγοί έχουν ήδη «καταλάβει» πού πρέπει να σταθμεύουν.
Στο Αργοστόλι ζούμε.
Σε μια πόλη όπου η παράνομη και άναρχη στάθμευση αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο εμφανή προβλήματα της καθημερινότητας. Όπου αυτοκίνητα σταθμεύουν σε σημεία που δεν πρέπει, όπου η διπλοστάθμευση δεν αποτελεί άγνωστη εικόνα και όπου πολλές φορές ακόμη και η ξεκάθαρη σήμανση δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση όλων.
Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα μάς ενοχλεί ότι υπάρχουν ευδιάκριτες πινακίδες που καθορίζουν πού βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης;
Αν υπάρχει μια πόλη στην οποία η λογική «μη βάζετε πινακίδες, θα καταλάβουν οι οδηγοί» χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη, αυτή είναι μια πόλη που αντιμετωπίζει καθημερινά προβλήματα κυκλοφοριακής συμπεριφοράς.
Οι πινακίδες δεν τοποθετούνται μόνο για εκείνον που γνωρίζει τον δρόμο.
Υπάρχουν για τον επισκέπτη, για τον τουρίστα, για τον οδηγό που περνά πρώτη φορά από τη Σιτεμπόρων, αλλά ακόμη και για τον μόνιμο κάτοικο που χρειάζεται να γνωρίζει με σαφήνεια τι επιτρέπεται και τι όχι.
Και ας μην ξεχνάμε το αυτονόητο: η σαφής σήμανση προστατεύει τελικά και τον ίδιο τον οδηγό.
Η αντιπολίτευση χρειάζεται επιχειρήματα, όχι αναζήτηση αφορμών
Το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα αρχίζει όταν η ανάγκη να ασκηθεί αντιπολίτευση προηγείται του ίδιου του θέματος.
Όταν δηλαδή δεν εξετάζουμε πρώτα αν υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα και μετά ασκούμε κριτική, αλλά ψάχνουμε οτιδήποτε μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα επειδή πρέπει οπωσδήποτε να χτυπηθεί η Δημοτική Αρχή.
Αυτό τελικά δεν αποδυναμώνει μόνο εκείνον που διοικεί.
Αποδυναμώνει και την ίδια την κριτική.
Γιατί όταν όλα παρουσιάζονται ως τεράστια προβλήματα, από τα πραγματικά σοβαρά ζητήματα μέχρι τις πινακίδες ενός πάρκινγκ, στο τέλος χάνεται η διάκριση ανάμεσα στο σημαντικό και στο ασήμαντο.
Η Δημοτική Αρχή Αργοστολίου πρέπει να κρίνεται αυστηρά για όσα κάνει και για όσα δεν κάνει. Όπου υπάρχουν αστοχίες, πρέπει να αναδεικνύονται. Όπου υπάρχουν καθυστερήσεις, κακοτεχνίες ή λανθασμένες επιλογές, πρέπει να ζητούνται απαντήσεις.
Αλλά για να είναι πειστική η κριτική, πρέπει να έχει και περιεχόμενο.
Το «έβαλαν πολλές πινακίδες πάρκινγκ και μας χαλάνε την αισθητική» δύσκολα μπορεί να σηκώσει το βάρος μιας σοβαρής πολιτικής επίθεσης.
Πολύ περισσότερο όταν η εναλλακτική πρόταση που διατυπώνεται είναι ουσιαστικά να εμπιστευτούμε ότι οι οδηγοί… θα καταλάβουν μόνοι τους.
Στο Αργοστόλι, μάλιστα.
Αν λοιπόν αυτή είναι η νέα μεγάλη υπόθεση με την οποία θα χτυπηθεί η Δημοτική Αρχή, μάλλον χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια. Και, κυρίως, καλύτερη επιλογή θέματος.
Γιατί μια Δημοτική Αρχή μπορεί και πρέπει να ελέγχεται για πολλά.
Αλλά το να μετατρέπουμε ακόμη και τις πινακίδες που υποδεικνύουν τις θέσεις στάθμευσης σε μείζον πολιτικό ζήτημα δεν είναι αυστηρή αντιπολίτευση.
Είναι αναζήτηση αντιπολίτευσης με το ζόρι.



