Τασούλας και επόμενη κυβέρνηση: Το μήνυμα για συνεργασίες και τα σενάρια που ανοίγουν μετά τις κάλπες

«Η εύρεση της νέας πλειοψηφίας δεν θα τραβήξει πολύ χρονικά» λέει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας – Γιατί η δήλωση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα και πώς τα ποσοστά των κομμάτων μπορεί να καθορίσουν όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά ακόμη και το πρόσωπο του πρωθυπουργού

Μια φράση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα έρχεται να δώσει νέα τροφή στη συζήτηση που ήδη έχει ανοίξει για την επόμενη ημέρα των εθνικών εκλογών: «Η εύρεση της νέας πλειοψηφίας δεν θα τραβήξει πολύ χρονικά».

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσκοπήσεις δεν προδιαγράφουν εύκολη αυτοδυναμία, η αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας αποκτά αυξημένο πολιτικό ενδιαφέρον.

Ο ίδιος δεν προεξοφλεί ούτε κυβέρνηση συνεργασίας ούτε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αντίθετα, παραπέμπει ευθέως στην απόφαση των ψηφοφόρων.

«Το εκλογικό σώμα θα αποφασίσει στην κάλπη αν τη δεδομένη συγκυρία η σταθερότητα διασφαλίζεται καλύτερα από κυβέρνηση συνεργασίας ή από κυβέρνηση αυτοδυναμίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Και προσθέτει μία ακόμη κρίσιμη επισήμανση:

«Αν πρυτανεύσει η ασυνεννοησία τότε κάποιος θα τη χρεωθεί».

Η τοποθέτηση έχει σημασία γιατί μεταφέρει ουσιαστικά το βάρος της μετεκλογικής διαχείρισης στα πολιτικά κόμματα και στους αρχηγούς τους.

Ο Τασούλας βάζει στο τραπέζι τη λέξη «συναίνεση»

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εμφανίζεται πεπεισμένος ότι ένα ενδεχόμενο μετεκλογικό αδιέξοδο δεν θα διαρκέσει επί μακρόν.

«Έχω εμπιστοσύνη ότι οι πολιτικές δυνάμεις και οι αρχηγοί τους ξέρουν να διαβάζουν σωστά τα μηνύματα της κάλπης», σημειώνει.

Η θέση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυαστεί με μία άλλη αναφορά του υπέρ των «τολμηρών και ουσιωδών συναινέσεων» και της εγκατάλειψης των «πολιτικών επενδύσεων στην πόλωση και στην τοξικότητα».

Δεν κατονομάζει κόμματα.

Δεν υποδεικνύει κυβερνητικό σχήμα.

Και ασφαλώς δεν ορίζει ποιος πρέπει να είναι πρωθυπουργός.

Διαμορφώνει, όμως, ένα σαφές θεσμικό μήνυμα: αν η κάλπη δεν δώσει αυτοδυναμία, οι πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να αναζητήσουν λύση.

Το μεγάλο ερώτημα: Με ποιον πρωθυπουργό;

Εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση που δεν προκύπτει αυτούσια από τις δηλώσεις Τασούλα, αλλά από την ανάγνωση των πιθανών εκλογικών συσχετισμών.

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία αναδειχθεί πρώτο κόμμα χωρίς κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, το ύψος του ποσοστού της θα έχει τεράστια σημασία.

Άλλο πολιτικό αποτέλεσμα αποτελεί μια καθαρή πρωτιά με ποσοστό άνω του 32% και άλλο μια πρωτιά κοντά ή κάτω από το 30%.

Στην πρώτη περίπτωση, η ΝΔ θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι έχει λάβει ισχυρή εντολή και ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση συνεργασίας στην οποία συμμετέχει πρέπει να έχει πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Όσο όμως μειώνεται το ποσοστό του πρώτου κόμματος, τόσο πιθανότερο είναι οι πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι να θέσουν δικούς τους όρους.

Και ένας από αυτούς θα μπορούσε να αφορά το πρόσωπο του πρωθυπουργού.

Τι θα σήμαινε ένα αποτέλεσμα κάτω από το 30%

Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο πολιτικό σενάριο.

Ένα αποτέλεσμα της ΝΔ κάτω από το 30% θα μπορούσε να δημιουργήσει πολύ διαφορετικούς συσχετισμούς σε σχέση με εκείνους μιας καθαρής εκλογικής επικράτησης.

Ιδίως εάν η επίδοση πλησιάσει ή υποχωρήσει κάτω από το 28%, είναι εύλογο ότι θα ανοίξει μεγάλη πολιτική συζήτηση και στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης.

Αυτό, ωστόσο, αποτελεί πολιτικό σενάριο και όχι κάποια θεσμικά προκαθορισμένη εξέλιξη.

Δεν υπάρχει εκλογικό ποσοστό το οποίο αυτομάτως επιβάλλει αλλαγή αρχηγού ή αλλαγή υποψηφίου πρωθυπουργού.

Η πολιτική πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική από τη στενή συνταγματική διαδικασία.

Μια σημαντική εκλογική υποχώρηση μπορεί να επηρεάσει τη διαπραγματευτική ισχύ του πρώτου κόμματος στις συζητήσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η «γκρίζα ζώνη» του 29%-32%

Ακόμη πιο περίπλοκη θα ήταν μια εκλογική επίδοση της ΝΔ περίπου μεταξύ 29% και 32%.

Θα πρόκειται για ποσοστό αρκετά υψηλό ώστε το πρώτο κόμμα να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στη νέα κυβέρνηση, αλλά ενδεχομένως όχι αρκετό ώστε να μπορεί να επιβάλλει χωρίς διαπραγμάτευση όλους τους όρους μιας συνεργασίας.

Εκεί θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία η στάση του ΠΑΣΟΚ ή άλλων κομμάτων που θα μπορούσαν αριθμητικά και πολιτικά να συμμετάσχουν σε ένα κυβερνητικό σχήμα.

Το ερώτημα τότε δεν θα ήταν απλώς:

«Ποια κόμματα μπορούν να σχηματίσουν πλειοψηφία;»

Θα ήταν και:

«Με ποιον πρωθυπουργό μπορούν να συμφωνήσουν;»

Σενάριο τρίτου προσώπου

Σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει αριθμητικά δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης αλλά οι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, θα μπορούσε να επανέλθει στη δημόσια συζήτηση η λύση ενός τρίτου προσώπου κοινής αποδοχής.

Και εδώ απαιτείται σαφής διάκριση: ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν πρότεινε τρίτο πρόσωπο ούτε περιέγραψε ένα τέτοιο κυβερνητικό μοντέλο στη συγκεκριμένη συνέντευξη.

Πρόκειται για ένα από τα πολιτικά σενάρια που αναπτύσσονται γύρω από την πιθανότητα μη αυτοδυναμίας.

Η Ελλάδα έχει, άλλωστε, προηγούμενο κυβερνήσεων συνεργασίας και πρωθυπουργών που προέκυψαν μέσα από συμφωνία περισσότερων πολιτικών δυνάμεων.

Και το σενάριο κυβέρνησης «ειδικού σκοπού»

Ακόμη πιο σύνθετο είναι το σενάριο μιας κυβέρνησης περιορισμένου ή ειδικού πολιτικού σκοπού σε περίπτωση παρατεταμένης αδυναμίας συμφωνίας.

Στη σχετική συζήτηση γίνεται παραλληλισμός με την κυβέρνηση Παπαδήμου.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε πολιτικά να συνδεθεί και με την ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Δεν αποτελεί, όμως, προαναγγελθείσα εξέλιξη. Θα απαιτούσε πολιτική συμφωνία και κοινοβουλευτική στήριξη.

Ο Πρόεδρος δεν επιλέγει κυβέρνηση κατά βούληση

Υπάρχει εδώ μία σημαντική θεσμική λεπτομέρεια.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διαθέτει πολιτική ευχέρεια να επιλέξει μόνος του ποιος θα κυβερνήσει ή ποιος θα είναι πρωθυπουργός.

Οι κινήσεις του καθορίζονται από το Σύνταγμα και από τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς που παράγει η κάλπη.

Ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η φράση Τασούλα ότι έχει εμπιστοσύνη στις πολιτικές δυνάμεις να «διαβάσουν» το αποτέλεσμα.

Η λύση, με άλλα λόγια, θα πρέπει να προκύψει από τη Βουλή και από τις συμφωνίες των κομμάτων.

Το μήνυμα πίσω από τη συνέντευξη

Ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν περιγράφει μια επερχόμενη πολιτική κρίση.

Αυτό που κάνει είναι να εμφανίζεται αισιόδοξος ότι, ακόμη και αν η κάλπη δεν παράγει αυτοδύναμη κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα θα μπορέσει να βρει λύση.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη πολιτική διάσταση της παρέμβασής του.

Η συζήτηση μετακινείται σταδιακά από το παλιό δίλημμα «αυτοδυναμία ή αστάθεια» σε ένα διαφορετικό ερώτημα:

Εάν δεν υπάρξει αυτοδυναμία, ποια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να σχηματιστεί και υπό ποια ηγεσία;

Αυτό είναι πιθανό να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά θέματα όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση.

Γιατί, εφόσον οι σημερινοί συσχετισμοί δεν μεταβληθούν δραματικά, η επόμενη κάλπη μπορεί να μην κρίνει μόνο ποιος θα είναι πρώτος.

Μπορεί να κρίνει και ποιος θα μπορεί τελικά να γίνει πρωθυπουργός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ