Υπάρχει πολιτική κριτική και υπάρχει και η προσπάθεια να ξαναγραφτούν 35 χρόνια ελληνικής ιστορίας ώστε να καταλήξουμε στο προκαθορισμένο συμπέρασμα ότι ο Αντώνης Σαμαράς ήταν περίπου διαχρονικά καταστροφικός, με εξαίρεση δύο χρόνια, ενώ η σημερινή κυβέρνηση αποτελεί μια περίπου αναπόφευκτη ιστορική πορεία προς την πρόοδο.
Το δεύτερο είναι πολύ πιο εύκολο. Αρκεί να πάρεις πραγματικά γεγονότα, να αφαιρέσεις όσα δεν βολεύουν, να προσθέσεις μερικές τεράστιες γενικεύσεις και στο τέλος να γράψεις με κεφαλαία «ΚΑΝΕΝΑΣ».
Μόνο που η Ιστορία δεν γράφεται με caps lock.
Το 1993 συνέβη πράγματι – αλλά ας το περιγράψουμε ολόκληρο
Ναι, ο Αντώνης Σαμαράς συγκρούστηκε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αποχώρησε από τη ΝΔ, ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη και η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχασε τελικά την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός.
Από εκεί μέχρι το «ο Σαμαράς ήταν πάντα ο ευεργέτης του ΠΑΣΟΚ» υπάρχει ένα τεράστιο άλμα.
Στις εκλογές του 1993 η Πολιτική Άνοιξη πήρε 4,88% και 10 έδρες, η ΝΔ 39,30% και το ΠΑΣΟΚ 46,88%.
Μπορεί απολύτως κάποιος να καταλογίσει στον Σαμαρά τεράστια πολιτική ευθύνη για την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο η μετατροπή ολόκληρης της πολιτικής του διαδρομής σε μια μεταφυσική αποστολή «να βοηθά το ΠΑΣΟΚ».
Αυτό δεν είναι ιστορική ανάλυση.
Είναι πολιτική ετικέτα.
Και το περίφημο «18% του 2012» θέλει μια μικρή λεπτομέρεια
Ναι, η ΝΔ του Σαμαρά πήρε τον Μάιο του 2012 18,85%, το χαμηλότερο έως τότε εκλογικό ποσοστό της.
Μόνο που έγιναν ξανά εκλογές έξι εβδομάδες αργότερα.
Και η ίδια ΝΔ, με τον ίδιο Σαμαρά αρχηγό, πήρε 29,66%, ήρθε πρώτη και σχημάτισε κυβέρνηση.
Επομένως, εάν χρησιμοποιούμε το 18,85% ως ιστορική καταδίκη του Σαμαρά, γιατί εξαφανίζουμε το 29,66% που ακολούθησε;
Γιατί προφανώς χαλάει το αφήγημα.
Δεν γίνεται όμως η Ιστορία να σταματά στις 6 Μαΐου επειδή μας βολεύει και να ξαναρχίζει όποτε μας εξυπηρετεί.
Το «ένα εκατομμύριο Αλβανοί» είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό
Η απόδοση στον Σαμαρά προσωπικής ευθύνης για τη «μαζική είσοδο ενός εκατομμυρίου Αλβανών το 1991» χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια πρόταση στο Facebook.
Το 1991 ο Σαμαράς ήταν υπουργός Εξωτερικών, όχι πρωθυπουργός, ούτε υπουργός Δημόσιας Τάξης ή Μετανάστευσης.
Και η μαζική μεταναστευτική ροή από την Αλβανία δεν ήταν κάποιο προσωπικό πρόγραμμα του Αντώνη Σαμαρά.
Ήταν συνέπεια της κατάρρευσης του καθεστώτος Χότζα και του ανοίγματος μιας χώρας που επί δεκαετίες ήταν σχεδόν απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.
Μπορούμε ασφαλώς να συζητήσουμε τις τεράστιες αδυναμίες του ελληνικού κράτους στη διαχείριση εκείνης της μετανάστευσης.
Αλλά το να τη χρεώνεις προσωπικά στον τότε υπουργό Εξωτερικών είναι περίπου σαν να χρεώνεις στον σημερινό υπουργό Εξωτερικών κάθε μεταναστευτική άφιξη στο Αιγαίο.
Και στο Σκοπιανό τα πράγματα δεν είναι τόσο βολικά
Εδώ η απλούστευση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Πράγματι υπήρξε βαθιά σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά για το Σκοπιανό.
Πράγματι ο Σαμαράς απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1992.
Αλλά το περίφημο πακέτο Πινέιρο δεν ήταν κάποια έτοιμη, συμφωνημένη λύση την οποία απλώς πήρε ο Σαμαράς και πέταξε στα σκουπίδια.
Η πρόταση περιελάμβανε την ονομασία «Νέα Μακεδονία», ενώ το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών είχε προηγουμένως υιοθετήσει γραμμή που δεν δεχόταν τον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγό του.
Μπορεί κανείς να θεωρεί εκείνη τη γραμμή ιστορικό λάθος.
Απολύτως θεμιτό.
Αλλά δεν ήταν προσωπική παραξενιά ενός ανθρώπου.
Και το να παρουσιάζεται σήμερα μια υποθετική συμφωνία του 1992 ως βέβαιο γεγονός –«θα πετύχαινε πολύ καλύτερη συμφωνία ο Μητσοτάκης»– είναι counterfactual ιστορία.
Δεν γνωρίζουμε τι «θα» είχε συμβεί.
Γνωρίζουμε τι συνέβη.
Τα Ζάππεια; Ναι. Αλλά όχι «ταυτόσημα με τον Τσίπρα»
Εδώ υπάρχει πραγματική βάση για σοβαρή κριτική στον Σαμαρά.
Ο Σαμαράς πράγματι άσκησε έντονη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση. Παρουσίασε το Ζάππειο, υποστήριξε ότι υπάρχει διαφορετικός δρόμος και ζητούσε επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου.
Μπορεί κανείς να του καταλογίσει ότι καλλιέργησε μη ρεαλιστικές προσδοκίες.
Αλλά «ταυτόσημη αντιμνημονιακή – αντιευρωπαϊκή αντιπολίτευση με τον Τσίπρα»;
Όχι.
Ο ίδιος ο Σαμαράς δήλωνε ότι θα σεβαστεί τις δεσμεύσεις της χώρας και έθετε ως στόχο την επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος.
Και τελικά ήταν ο Σαμαράς που ως πρωθυπουργός κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ εφαρμόζοντας το πρόγραμμα προσαρμογής.
Μπορεί κανείς να του χρεώσει θεαματική μετατόπιση.
Αλλά πώς γίνεται ταυτόχρονα να υποστηρίζουμε ότι ήταν «ίδιος με τον Τσίπρα» και λίγες γραμμές αργότερα να τον επαινούμε επειδή κράτησε τη χώρα στο ευρώ;
Κάπου η επιχειρηματολογία αυτοαναιρείται.
Το 2015 και η παραίτηση
Ναι, ο Σαμαράς παραιτήθηκε το βράδυ του δημοψηφίσματος, μετά τη μεγάλη επικράτηση του «Όχι».
Από αυτό όμως μέχρι το «έφυγε επειδή δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος της εθνικά απαραίτητης συναίνεσης» μεσολαβεί κάτι που λέγεται απόδειξη κινήτρου.
Το πρώτο είναι γεγονός.
Το δεύτερο είναι ερμηνεία.
Και μάλιστα παρουσιάζεται ως γεγονός χωρίς κανένα τεκμήριο.
Και τελικά φτάνουμε στο πραγματικό νόημα της ανάρτησης
Γιατί όλη αυτή η ιστορική περιήγηση δεν γίνεται πραγματικά για τον Σαμαρά.
Γίνεται για τον Μητσοτάκη.
Το αποκαλύπτει το τελευταίο κομμάτι.
Μας παρουσιάζεται μια Ελλάδα που μέχρι το 2030 θα έχει υψηλότερους μισθούς, χαμηλότερη ανεργία, μεγαλύτερο ΑΕΠ, μικρό χρέος, μεγαλύτερες εξαγωγές, επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή και τις ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις της ιστορίας.
Και όλα αυτά καταλήγουν στο μεγαλοπρεπές:
«ΚΑΝΕΝΑΣ».
Κανένας δεν θα σταματήσει την πρόοδο.
Εδώ πλέον έχουμε φύγει από την πολιτική ανάλυση.
Μπήκαμε στην προφητεία.
Σε μια δημοκρατία καμία κυβέρνηση δεν έχει ιστορικό συμβόλαιο με το μέλλον.
Κρίνεται κάθε ημέρα.
Κρίνεται για την ακρίβεια, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, τη στέγαση, την Υγεία, την Παιδεία, τους θεσμούς, τις υποδομές, την εξωτερική πολιτική, την καθημερινότητα.
Και κυρίως κρίνεται στις εκλογές.
Το «ποτάμι δεν γυρίζει πίσω» είναι ωραίο σύνθημα.
Δεν είναι οικονομικός δείκτης.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία
Η ανάρτηση κατηγορεί τον Σαμαρά για λαϊκισμό, προσωπολατρία, υπερβολές και πολιτική εμπάθεια.
Και για να το αποδείξει καταλήγει περίπου στο:
Μητσοτάκης μέχρι το 2030, η Ελλάδα απογειώνεται και ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μπορεί να τη σταματήσει.
Δηλαδή επιχειρεί να πολεμήσει τον υποτιθέμενο λαϊκισμό με περισσότερο λαϊκισμό.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό.
Μπορεί κάποιος να έχει δεκάδες λόγους να διαφωνεί με τον Αντώνη Σαμαρά.
Μπορεί να του χρεώσει το 1993, το Σκοπιανό, τα Ζάππεια, επιλογές της πρωθυπουργίας του ή τη σημερινή του πολιτική στάση.
Αλλά εάν για να υπερασπιστείς τον Κυριάκο Μητσοτάκη χρειάζεται να ξαναγράψεις ολόκληρη την πολιτική ιστορία ενός πρώην πρωθυπουργού ως «30 χρόνια καταστροφής και δύο χρόνια προσφοράς», τότε δεν κάνεις ιστορικό απολογισμό.
Κάνεις κομματική αγιογραφία από την ανάποδη.
Και ίσως αυτό είναι τελικά το πρόβλημα ενός μέρους του σημερινού «Μητσοτακισμού»:
Δεν αρκεί να θεωρεί τον Μητσοτάκη καλύτερο. Πρέπει όλοι όσοι συγκρούονται μαζί του να μετατρέπονται αναδρομικά σε αποτυχημένους, λαϊκιστές, καταστροφείς ή περίπου εχθρούς της προόδου.
Η Ιστορία όμως είναι λίγο πιο δύσκολη.
Και, ευτυχώς, δεν γράφεται ούτε με «ΞΕΧΑΣΑΜΕ», ούτε με «ΚΑΝΕΝΑΣ», ούτε με κεφαλαία γράμματα.



