Υπάρχει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό από μια αμφιλεγόμενη κουβέντα που μπορεί να πει ένας τραγουδιστής από την πίστα.
Είναι η ευκολία με την οποία μια τηλεοπτική συζήτηση μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μετατρέψει έναν χαιρετισμό, μια προσωπική σχέση και μια ευχή σε πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων.
Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Σταμάτη Γονίδη.
Ο τραγουδιστής αποκάλεσε τον Ηλία Κασιδιάρη «φίλο», αναφέρθηκε στην αποφυλάκισή του και του ευχήθηκε να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του.
Μπορεί κάποιος να θεωρήσει την τοποθέτηση άστοχη.
Μπορεί να τη θεωρήσει προκλητική.
Μπορεί ακόμη να πιστεύει ότι ένας καλλιτέχνης με δημόσιο λόγο οφείλει να είναι πολύ προσεκτικότερος όταν αναφέρεται σε έναν άνθρωπο που έχει καταδικαστεί στο πλαίσιο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής.
Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά προς συζήτηση.
Αλλά από αυτό μέχρι το «έπεσαν οι μάσκες και τώρα ξέρουμε τι πρεσβεύει» υπάρχει μια τεράστια απόσταση.
Και αυτή η απόσταση καλύφθηκε στο «Πρωινό» με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η σωστή ερώτηση τέθηκε – και μετά σχεδόν εξαφανίστηκε
Το παράδοξο είναι ότι ο Γιώργος Λιάγκας ξεκίνησε θέτοντας ίσως το σημαντικότερο δημοσιογραφικό ερώτημα ολόκληρης της υπόθεσης:
Γνώριζε ο Γονίδης εξαρχής ότι είχε οργανωθεί τραπέζι για τον Κασιδιάρη και ότι επρόκειτο για εορτασμό της αποφυλάκισής του;
Ή το τραπέζι είχε κλειστεί διαφορετικά και ο τραγουδιστής αντέδρασε αυθόρμητα όταν αντιλήφθηκε ποιος βρισκόταν στο μαγαζί;
Ο ίδιος ο Λιάγκας είπε:
«Παίζει ρόλο αυτό που ρωτάω».
Βεβαίως και παίζει.
Γιατί αν θέλεις να διερευνήσεις την πρόθεση ενός ανθρώπου, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις τι ήξερε και πότε το ήξερε.
Κι όμως η απάντηση που ακούστηκε ήταν:
«Για εμένα δεν παίζει κανένα ρόλο».
Μα τότε τι ακριβώς διερευνούμε;
Εάν τα πραγματικά περιστατικά «δεν παίζουν κανένα ρόλο», τότε δεν έχουμε δημοσιογραφική διερεύνηση.
Έχουμε ήδη βγάλει την απόφαση και απλώς αναζητούμε επιχειρήματα για να την υποστηρίξουμε.
Από το «φίλος» στο «αυτά είναι τα πιστεύω του»
Λίγο αργότερα ακούστηκε ακόμη πιο καθαρά:
«Εκτός αν δεν τον νοιάζει να μάθουν όλοι ότι αυτά είναι τα πιστεύω του».
Ποια ακριβώς «αυτά»;
Πού δήλωσε στο απόσπασμα που συζητείται ο Σταμάτης Γονίδης ότι υιοθετεί την πολιτική ιδεολογία του Κασιδιάρη;
Πού δήλωσε ότι συμφωνεί με τη Χρυσή Αυγή;
Πού υπερασπίστηκε εγκληματικές πράξεις;
Πού είπε ότι απορρίπτει τις δικαστικές αποφάσεις;
Από το υλικό που παρατίθεται δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.
Προκύπτει ότι αποκάλεσε κάποιον «φίλο» και του ευχήθηκε να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του.
Και εδώ βρίσκεται το τεράστιο λογικό άλμα.
Η προσωπική σχέση δύο ανθρώπων δεν αποτελεί αυτομάτως πολιτική ταύτιση.
Διαφορετικά θα έπρεπε να εξετάζουμε τις πολιτικές απόψεις κάθε ανθρώπου με βάση τις φιλίες, τις παρέες, τους συγγενείς και τους ανθρώπους που χαιρετά.
Αυτό δεν είναι πολιτική ανάλυση.
Είναι ενοχή διά της συναναστροφής.
Τα «όνειρα του Κασιδιάρη» αποφασίστηκαν επίσης από την τηλεόραση
Υπάρχει και δεύτερο λογικό άλμα.
Ο Γονίδης εύχεται στον Κασιδιάρη να πραγματοποιηθούν «τα όνειρά του».
Και αμέσως η τηλεοπτική συζήτηση αποφασίζει ποια ακριβώς είναι αυτά τα όνειρα.
Η συλλογιστική γίνεται περίπου:
Ο Κασιδιάρης έχει πολιτικές φιλοδοξίες.
Ο Γονίδης εύχεται να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του.
Άρα ο Γονίδης εύχεται να πραγματοποιηθούν οι πολιτικές επιδιώξεις του Κασιδιάρη.
Όχι.
Αυτό είναι ερμηνεία.
Μπορεί να είναι η ερμηνεία κάποιου σχολιαστή. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη πρόθεση του ανθρώπου που έκανε την ευχή.
Εάν θέλουμε να μάθουμε τι εννοούσε ο Γονίδης, υπάρχει ένας εξαιρετικά απλός δημοσιογραφικός τρόπος:
Τον ρωτάμε.
Δεν μπαίνουμε στο μυαλό του και δεν αποφασίζουμε εμείς τι εννοούσε.
Και κάπου εμφανίστηκαν… Πισπιρίγκου και Μουρτζούκου
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, επιστρατεύθηκε και μια εντυπωσιακή αναλογία:
Τι θα έκανε, ειπώθηκε περίπου, ο Γονίδης εάν πήγαινε στο μαγαζί του η Ρούλα Πισπιρίγκου ή η Ειρήνη Μουρτζούκου;
Εδώ η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά τη λογική και περνά στη συναισθηματική υπερβολή.
Πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, διαφορετικές πράξεις, διαφορετικές ποινικές διαδρομές και διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.
Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται ονόματα συνδεδεμένα στη δημόσια συνείδηση με εξαιρετικά βαριά εγκλήματα δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε για τις πολιτικές πεποιθήσεις του Γονίδη.
Απλώς φορτίζει συναισθηματικά τη συζήτηση.
Και αυτό μπορεί να λειτουργεί τηλεοπτικά.
Ως επιχείρημα, όμως, δεν λειτουργεί.
Ναι, η δικαστική απόφαση πρέπει να γίνεται σεβαστή
Ας μην υπάρχει καμία παρεξήγηση.
Οι δικαστικές αποφάσεις για τη Χρυσή Αυγή είναι δεδομένα της υπόθεσης και οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοια.
Το να υπενθυμίζονται δεν αποτελεί πρόβλημα.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν από αυτές επιχειρείται να εξαχθεί ένα εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα:
Ότι όποιος έχει προσωπική σχέση με έναν καταδικασμένο άνθρωπο, τον αποκαλεί φίλο ή εκφράζει χαρά επειδή αποφυλακίστηκε, υιοθετεί αυτομάτως την ιδεολογία του και τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε.
Αυτό δεν προκύπτει λογικά.
Και, κυρίως, δεν προκύπτει από όσα είπε ο ίδιος ο Γονίδης στο περιστατικό που σχολιάζεται.
«Χαίρομαι που πέφτουν οι μάσκες»
Και φτάνουμε ίσως στην πιο αποκαλυπτική φράση της συζήτησης:
«Χαίρομαι πάρα πολύ που επιτέλους πέφτουν οι μάσκες και ξέρουμε τι πρεσβεύουν και τι πιστεύουμε και πού δίνουμε την αγάπη μας».
Εδώ δεν υπάρχει πλέον ερώτημα.
Υπάρχει ετυμηγορία.
Η «μάσκα» έπεσε.
Οι πολιτικές πεποιθήσεις αποκαλύφθηκαν.
Η υπόθεση έκλεισε.
Με ποιο αποδεικτικό υλικό;
Με έναν χαιρετισμό από μια πίστα.
Και αυτό είναι ίσως το πραγματικά ανησυχητικό σημείο της ιστορίας.
Όχι εάν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον Σταμάτη Γονίδη.
Αλλά η ιδέα ότι μπορούμε να κατατάσσουμε πολιτικά έναν άνθρωπο, να αποφασίζουμε δημόσια «τι πρεσβεύει» και να ανακοινώνουμε ότι «έπεσε η μάσκα του» χωρίς προηγουμένως να έχουμε αποδείξει αυτό που του αποδίδουμε.
Κριτική ναι – τηλεοπτικό πιστοποιητικό φρονημάτων όχι
Ο Γονίδης είναι δημόσιο πρόσωπο.
Είπε κάτι δημοσίως.
Άρα φυσικά και μπορεί να κριθεί.
Και η κριτική μπορεί να είναι αυστηρή.
Το ερώτημα όμως είναι για ποιο πράγμα τον κρίνουμε.
Για αυτά που πραγματικά είπε;
Ή για αυτά που αποφασίσαμε ότι πρέπει να εννοούσε;
Εάν είπε «φίλο» τον Κασιδιάρη, κρίνετέ τον γι’ αυτό.
Εάν θεωρείτε άστοχο να εκφράζει χαρά για την αποφυλάκισή του, κρίνετέ τον γι’ αυτό.
Εάν θεωρείτε ότι η ευχή του ήταν ατυχής, πείτε το.
Αλλά το:
«άρα τώρα ξέρουμε τι πιστεύει»
χρειάζεται κάτι περισσότερο.
Χρειάζεται απόδειξη.
Γιατί διαφορετικά δημιουργείται ένας πολύ περίεργος κανόνας δημόσιας ζωής:
Πες μου ποιον αποκαλείς φίλο για να σου πω ποια είναι η ιδεολογία σου.
Και αυτό δεν είναι ούτε δημοσιογραφία ούτε πολιτική ανάλυση.
Είναι μια τηλεοπτική δίκη προθέσεων στην οποία ο κατηγορούμενος δεν χρειάζεται καν να εξηγήσει τι εννοούσε.
Οι υπόλοιποι έχουν ήδη αποφασίσει για εκείνον.
Και μάλιστα δηλώνουν και χαρούμενοι επειδή…
«έπεσε η μάσκα».



