Μας έκλεψαν τα κειμήλια, τους δίνουμε τα οστά του Σαμουήλ για να μας επιστρέψουν μόνο 48 – Και πανηγυρίζουμε;

Ας αφήσουμε στην άκρη τις διπλωματικές κορδέλες, τις φωτογραφίες, τις χειραψίες και τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και ας περιγράψουμε με απλά ελληνικά τι συνέβη: Κειμήλια ελληνικών μονών λεηλατήθηκαν το 1917 και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η Βουλγαρία επιστρέφει 48 από αυτά. Και η Ελλάδα, για να τα πάρει πίσω, παραδίδει τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ, τα οποία δεν έκλεψε από κανέναν: βρέθηκαν σε αρχαιολογική ανασκαφή στις Πρέσπες. Και μάλιστα η υπόθεση των ελληνικών κειμηλίων δεν κλείνει εδώ, αφού υπάρχουν και άλλα που μένουν εκτός συμφωνίας. Αυτό ακριβώς πανηγυρίζουμε;

Γιατί όσο περισσότερο κοιτάζει κανείς αυτή τη συμφωνία, τόσο περισσότερο δυσκολεύεται να καταλάβει τον θριαμβευτικό τόνο της κυβέρνησης.

Ναι.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι 48 ελληνικά εκκλησιαστικά κειμήλια επιστρέφουν επιτέλους στον τόπο τους.

Αλλά ας μην μπερδεύουμε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Άλλο να χαιρόμαστε επειδή επιστρέφουν κλεμμένα και λεηλατημένα κειμήλια και άλλο να πανηγυρίζουμε για τους όρους με τους οποίους καταφέραμε να τα πάρουμε πίσω.

Γιατί οι όροι είναι αυτοί που πρέπει να συζητηθούν.

Και εκεί τα ερωτήματα είναι πολλά.

Τα κειμήλια δεν τα χάσαμε – λεηλατήθηκαν

Ας αρχίσουμε από το βασικό.

Τα κειμήλια δεν βρέθηκαν τυχαία στη Βουλγαρία.

Δεν τα χάσαμε κάπου στον δρόμο.

Δεν αποτελούσαν βουλγαρική περιουσία την οποία σήμερα η Σόφια αποφάσισε μεγαλόψυχα να χαρίσει στην Ελλάδα.

Προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

Το 1917, μέσα στις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι μονές λεηλατήθηκαν και πολύτιμα εκκλησιαστικά αντικείμενα μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Με απλά λόγια:

μας τα έκλεψαν.

Μπορούμε να το ντύσουμε με όσες διπλωματικές διατυπώσεις θέλουμε.

Να γράψουμε ότι «αφαιρέθηκαν».

Ότι «μεταφέρθηκαν».

Ότι «βρέθηκαν στη Βουλγαρία».

Η ουσία δεν αλλάζει.

Τα κειμήλια βρίσκονταν σε ελληνικά μοναστήρια και απομακρύνθηκαν από εκεί μέσα σε συνθήκες πολέμου και λεηλασίας.

Επομένως, όταν σήμερα επιστρέφουν, η Βουλγαρία δεν μας κάνει χάρη.

Επιστρέφει ένα μέρος από όσα λεηλατήθηκαν από ελληνικούς εκκλησιαστικούς φορείς.

Τα οστά του Σαμουήλ όμως δεν τα κλέψαμε

Και τώρα ας πάμε στην άλλη πλευρά της «ανταλλαγής».

Τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ δεν τα έκλεψε η Ελλάδα από τη Βουλγαρία.

Δεν μπήκαν Έλληνες στρατιώτες σε κάποιο βουλγαρικό μοναστήρι και τα άρπαξαν.

Δεν λεηλατήθηκε κάποιος βουλγαρικός αρχαιολογικός χώρος.

Δεν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα ως λάφυρο πολέμου.

Βρέθηκαν στην Ελλάδα.

Ανακαλύφθηκαν το 1965 από την αρχαιολογική έρευνα του καθηγητή Νικολάου Μουτσόπουλου στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, στη Μικρή Πρέσπα.

Αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό και νομικό δεδομένο.

Και όμως σήμερα τα δύο παρουσιάζονται ως «ανταλλαγή».

Η Βουλγαρία επιστρέφει μέρος των κειμηλίων που λεηλατήθηκαν από ελληνικές μονές.

Και η Ελλάδα παραδίδει ένα εξαιρετικά σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα που ανακαλύφθηκε σε ελληνικό έδαφος.

Πού ακριβώς βρίσκεται η ισοτιμία;

Και το χειρότερο: Δεν μας τα επιστρέφουν όλα

Εδώ όμως βρίσκεται το σημείο που κάνει τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ακόμη πιο δύσκολο να εξηγηθούν.

Αν η κυβέρνηση ανακοίνωνε:

«Παραδίδουμε τα οστά του Σαμουήλ και επιστρέφουν ΟΛΑ τα ελληνικά κειμήλια που βρίσκονται στη Βουλγαρία»,

θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για έναν δύσκολο ιστορικό συμβιβασμό.

Θα μπορούσαμε να διαφωνούμε με την ανταλλαγή.

Αλλά τουλάχιστον η Ελλάδα θα είχε κλείσει οριστικά μια εκκρεμότητα μεγαλύτερη του ενός αιώνα.

Μόνο που ούτε αυτό συνέβη.

Επιστρέφουν 48 κειμήλια.

Και υπάρχουν άλλα αντικείμενα που δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα συμφωνία.

Τι θα γίνει με αυτά;

Θα συνεχιστούν, μας λένε, οι διαπραγματεύσεις.

Δηλαδή:

Δίνουμε τώρα τα οστά του Σαμουήλ και μετά θα συνεχίσουμε να παρακαλάμε για τα υπόλοιπα δικά μας κειμήλια;

Και αυτό παρουσιάζεται ως θρίαμβος;

Δώσαμε το χαρτί που ήθελε περισσότερο η Βουλγαρία

Εδώ υπάρχει και ένα στοιχειώδες ζήτημα διαπραγματευτικής λογικής.

Η βουλγαρική πλευρά επιθυμούσε επί δεκαετίες τα λείψανα του Σαμουήλ.

Για τη βουλγαρική εθνική ιστορία ο Σαμουήλ αποτελεί πρόσωπο τεράστιας συμβολικής σημασίας.

Άρα η Ελλάδα είχε στα χέρια της ένα εξαιρετικά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί.

Και τέτοια χαρτιά χρησιμοποιούνται μία φορά.

Μόλις το παραδώσεις, τελείωσε.

Η άλλη πλευρά πήρε αυτό που ήθελε.

Εσύ τι πήρες;

48 κειμήλια.

Και για τα υπόλοιπα;

Συνέχιση των συνομιλιών.

Αλήθεια τώρα:

Αν δεν χρησιμοποιείς το ισχυρότερο χαρτί που διαθέτεις για να απαιτήσεις την επιστροφή του συνόλου όσων διεκδικείς, πότε ακριβώς θα το χρησιμοποιήσεις;

Αφού το παραδώσεις;

Και έρχεται ο Μαρινάκης να μας πει: «Μηδέν ή 48;»

Η υπεράσπιση της συμφωνίας από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη είναι αποκαλυπτική.

Απέναντι στην κριτική του Αντώνη Σαμαρά, έθεσε ουσιαστικά το ερώτημα:

Τι είναι προτιμότερο;

Να επιστρέψουν μηδέν κειμήλια ή να επιστρέψουν όσα περισσότερα μπορούμε έναντι ενός ανταλλάγματος που, όπως είπε, «δεν σημαίνει τίποτα για τους Έλληνες»;

Συγγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι το πραγματικό δίλημμα.

Είναι το δίλημμα που βολεύει την κυβέρνηση.

Το πραγματικό δίλημμα είναι:

Γιατί πρέπει η Ελλάδα να δώσει αντάλλαγμα για να πάρει πίσω κειμήλια που λεηλατήθηκαν από ελληνικές μονές;

Και αφού τελικά αποφάσισε να δώσει αντάλλαγμα:

Γιατί δεν απαίτησε την επιστροφή όλων;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις.

Όχι «μηδέν ή 48».

«Δεν σημαίνει τίποτα για τους Έλληνες»;

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη εντυπωσιακό στην επιχειρηματολογία Μαρινάκη.

Το ότι τα λείψανα του Σαμουήλ υποτίθεται ότι «δεν σημαίνουν τίποτα για τους Έλληνες».

Έστω ότι δεχόμαστε αυτή τη θέση.

Τι σημασία έχει;

Στη διαπραγμάτευση δεν αξιολογείς ένα περιουσιακό ή ιστορικό στοιχείο μόνο με βάση τη σημασία που έχει για εσένα.

Το αξιολογείς και με βάση τη σημασία που έχει για εκείνον που το ζητά.

Και για τη Βουλγαρία τα λείψανα του Σαμουήλ έχουν τεράστια συμβολική αξία.

Αυτό ακριβώς ήταν η δύναμη της ελληνικής διαπραγματευτικής θέσης.

Δεν ήταν αδυναμία.

Ήταν πλεονέκτημα.

Αν έχεις κάτι που εσένα μπορεί να μη σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα αλλά ο απέναντι το θέλει απεγνωσμένα, δεν το χαρίζεις φθηνότερα.

Το χρησιμοποιείς για να πάρεις το μέγιστο.

Αυτό λέγεται διαπραγμάτευση.

Ο Σαμαράς μίλησε για «υποχώρηση με πανηγυρισμούς»

Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν εξαιρετικά σκληρός.

Μίλησε για «υποχώρηση με πανηγυρισμούς».

Και υπενθύμισε ότι η δική του θέση ως πρωθυπουργού ήταν η επιστροφή όλων των κειμηλίων.

Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί πολιτικά με τον Αντώνη Σαμαρά.

Εδώ όμως θέτει ένα ερώτημα που δεν εξαφανίζεται επειδή εκείνος βρίσκεται πλέον απέναντι από την κυβέρνηση:

Γιατί όχι όλα;

Γιατί 48;

Γιατί τώρα;

Γιατί παραδίδουμε τα οστά πριν κλείσει οριστικά ολόκληρη η υπόθεση;

Αυτές οι ερωτήσεις χρειάζονται απαντήσεις.

Όχι χαρακτηρισμούς για εκείνον που τις θέτει.

«Μόλις 48;» ρωτά και η πλευρά Καρυστιανού

Ανάλογη είναι η κριτική από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού.

Η θέση της συμπυκνώνεται σε ένα επίσης σκληρό ερώτημα:

Τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ για μόλις 48 κειμήλια;

Ζητείται μάλιστα πλήρης δημοσιοποίηση των όρων της συμφωνίας και των κριτηρίων με τα οποία αυτή συνήφθη.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αποτελούν πολιτικές καταγγελίες και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιες μέχρι να υπάρξουν στοιχεία.

Αλλά η βασική ερώτηση είναι απολύτως θεμιτή:

Γιατί 48 και όχι όλα;

Δεν μας χαρίζουν τίποτα

Και ίσως εδώ πρέπει να σταματήσει η επικοινωνιακή ωραιοποίηση.

Τα 48 κειμήλια δεν αποτελούν δώρο της Βουλγαρίας προς την Ελλάδα.

Δεν ξύπνησε ένα πρωί η βουλγαρική κυβέρνηση και αποφάσισε να μας προσφέρει 48 αντικείμενα καλής θέλησης.

Επιστρέφουν κειμήλια που λεηλατήθηκαν από ελληνικά μοναστήρια.

Αυτό είναι το γεγονός.

Και όταν κάποιος σου επιστρέφει κάτι που αφαιρέθηκε από εσένα, δεν του οφείλεις ευγνωμοσύνη επειδή σου επιστρέφει ένα μέρος του.

Πολύ περισσότερο όταν για να πάρεις αυτό το μέρος παραδίδεις κάτι που εκείνος επιθυμούσε επί δεκαετίες.

Ας κάνουμε το αντίστροφο σενάριο

Φανταστείτε για ένα λεπτό το αντίστροφο.

Η Βουλγαρία έχει βρει σε αρχαιολογική ανασκαφή στο έδαφός της τα λείψανα ενός ιστορικού προσώπου τεράστιας σημασίας για την Ελλάδα.

Και η Ελλάδα κατέχει δεκάδες ή εκατοντάδες κειμήλια που λεηλατήθηκαν από βουλγαρικά μοναστήρια κατά τη διάρκεια πολέμου.

Και λέει η Αθήνα στη Σόφια:

«Θα σου επιστρέψω 48 από τα κειμήλια που σου πήραμε, αλλά θέλω τα λείψανα».

Θα λέγαμε ότι πρόκειται για δίκαιη συμφωνία;

Θα πανηγύριζαν οι Βούλγαροι;

Ή θα ρωτούσαν:

«Γιατί να σας δώσουμε κάτι για να μας επιστρέψετε αυτά που μας κλέψατε;»

Η απάντηση είναι προφανής.

Και τι μήνυμα στέλνουμε για τα δικά μας πολιτιστικά αγαθά;

Υπάρχει όμως και μια μεγαλύτερη διάσταση.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που επί δεκαετίες διεκδικεί την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.

Με κορυφαίο παράδειγμα τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Το ελληνικό επιχείρημα είναι σαφές:

Τα πολιτιστικά αγαθά που αφαιρέθηκαν από τον τόπο στον οποίο ανήκουν πρέπει να επιστρέψουν.

Τότε πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με τη λογική:

«Σου δίνω κάτι για να μου επιστρέψεις κάτι δικό μου».

Γιατί αύριο κάποιος άλλος μπορεί να μας πει:

«Ωραία. Τι θα μας δώσετε για να σας επιστρέψουμε αυτά που ζητάτε;»

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι παζάρι.

Η κυβέρνηση είχε κάθε δικαίωμα να κάνει συμβιβασμό – όχι όμως να απαιτεί χειροκρότημα

Ας είμαστε δίκαιοι και σε αυτό.

Η εξωτερική πολιτική περιλαμβάνει συμβιβασμούς.

Οι διαπραγματεύσεις δεν γίνονται σε ιδανικές συνθήκες.

Μπορεί η κυβέρνηση να έκρινε ότι αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή συμφωνία.

Μπορεί να θεωρεί ότι χωρίς την παράδοση των λειψάνων δεν θα επέστρεφε ούτε ένα κειμήλιο.

Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή.

Και έχει κάθε δικαίωμα να την υπερασπιστεί.

Αλλά τότε να μας πει:

«Κάναμε έναν συμβιβασμό».

Όχι να παρουσιάζει τον συμβιβασμό περίπου ως εθνικό θρίαμβο.

Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά.

Χαιρόμαστε για τα 48 – Δεν χειροκροτούμε όμως χωρίς ερωτήσεις

Ναι λοιπόν.

Χαιρόμαστε που τα 48 κειμήλια επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Χαιρόμαστε που επιστρέφουν στις μονές και στους εκκλησιαστικούς φορείς από τους οποίους λεηλατήθηκαν.

Αλλά από εκεί μέχρι τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς υπάρχει τεράστια απόσταση.

Γιατί η Ελλάδα δεν παίρνει πίσω όλα όσα διεκδικεί.

Και ταυτόχρονα παραδίδει εκείνο που αποτελούσε ίσως το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί.

Και μετά θα συνεχίσει να συζητά για τα υπόλοιπα.

Με τι ακριβώς θα διαπραγματεύεται τώρα;

Αυτό θέλουμε να μάθουμε.

Τους δίνουμε αυτό που βρήκαμε για να μας επιστρέψουν μέρος από αυτά που μας έκλεψαν

Στο τέλος, όσο κι αν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τη συμφωνία με διπλωματικούς όρους, υπάρχει μια πρόταση που συμπυκνώνει ολόκληρο το πρόβλημα:

Η Ελλάδα παραδίδει στη Βουλγαρία κάτι που βρήκε στο έδαφός της, για να πάρει πίσω ένα μέρος από κειμήλια που λεηλατήθηκαν και εκλάπησαν από ελληνικά μοναστήρια.

Και όχι όλα.

Μόνο 48.

Τα υπόλοιπα θα τα συζητήσουμε αργότερα.

Αν αυτή ήταν η καλύτερη συμφωνία που μπορούσε να επιτύχει η ελληνική κυβέρνηση, ας το εξηγήσει.

Ας παρουσιάσει τα δεδομένα.

Ας πει πόσα ακόμη κειμήλια διεκδικούμε.

Ας πει γιατί δεν μπήκαν στη συμφωνία.

Ας πει τι ακριβώς αρνήθηκε η βουλγαρική πλευρά.

Ας πει τι εξασφάλισε για την επόμενη φάση.

Και κυρίως ας μας εξηγήσει:

γιατί παραδώσαμε τώρα το χαρτί που ήθελε περισσότερο η άλλη πλευρά, ενώ εμείς δεν πήραμε ακόμη πίσω όλα όσα διεκδικούμε;

Μέχρι να απαντηθούν αυτά, ένα πράγμα περισσεύει.

Οι πανηγυρισμοί.

Γιατί το να πάρεις πίσω ένα μέρος από αυτά που σου έκλεψαν είναι ασφαλώς καλό.

Το να χρειάζεται όμως να δώσεις αντάλλαγμα για να τα πάρεις πίσω —και μάλιστα χωρίς να πάρεις όλα— δεν είναι αυτονόητα θρίαμβος.

Και σίγουρα δεν είναι κάτι που πρέπει να μας ζητούν να χειροκροτήσουμε χωρίς ερωτήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ