Υπάρχει μια φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τα Γλυπτά του Παρθενώνα που αξίζει ίσως περισσότερο από όλες τις υπόλοιπες:
«Ήρθε η ώρα».
Μάλιστα.
Ήρθε η ώρα.
Μετά από τόσα χρόνια στην πρωθυπουργία, μετά από συναντήσεις, συζητήσεις, επαφές και διαπραγματεύσεις που ο ίδιος παραδέχεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ξαφνικά η ελληνική κυβέρνηση ανακαλύπτει ότι… ήρθε η ώρα να ανεβάσει την ένταση.
Και, εντελώς συμπτωματικά βεβαίως, αυτή η ώρα έρχεται καθώς η χώρα βαδίζει προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Τι εξαιρετική σύμπτωση.
Τόσα χρόνια χαμηλή ένταση και τώρα… δυναμώνουμε την ένταση
Ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι οι συζητήσεις με το Βρετανικό Μουσείο «δεν έχουν προχωρήσει» στον βαθμό που θα επιθυμούσε η ελληνική πλευρά.
Και ποια είναι η απάντηση;
Ότι τώρα η Ελλάδα θα «αυξήσει την ένταση των διεκδικήσεών της».
Εδώ γεννιέται μια μάλλον αυτονόητη απορία:
Γιατί τώρα;
Τι εμπόδιζε την κυβέρνηση να έχει αυτή την ένταση τα προηγούμενα χρόνια;
Τι ακριβώς άλλαξε σήμερα;
Άλλαξε η νομική βάση της ελληνικής διεκδίκησης;
Άλλαξε η ιστορική πραγματικότητα;
Άλλαξε η θέση του Βρετανικού Μουσείου;
Ή μήπως άλλαξε απλώς το πολιτικό ημερολόγιο;
Γιατί όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία επί σειρά ετών και λίγο πριν από μια νέα εκλογική μάχη ανακαλύπτει ότι «ήρθε η ώρα» να εντείνει μια εθνική διεκδίκηση, είναι απολύτως θεμιτό να αναρωτιέται κανείς αν παρακολουθεί μια νέα στρατηγική ή έναν ακόμη γύρο προεκλογικών λεονταρισμών.
«Δεν έχω υπομονή»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πλέον ανυπόμονος.
Δεν έχει, λέει, την υπομονή να περιμένει επ’ αόριστον.
Το πρόβλημα είναι ότι ο πρωθυπουργός δεν ανέλαβε χθες.
Και επομένως η ανυπομονησία, όταν εμφανίζεται ύστερα από χρόνια άσκησης εξουσίας, προκαλεί ένα εύλογο ερώτημα:
Πού ακριβώς βρισκόταν αυτή η ανυπομονησία μέχρι τώρα;
Γιατί η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν προέκυψε ως εθνική διεκδίκηση το 2026.
Ούτε η βρετανική στάση έγινε γνωστή ξαφνικά.
Ούτε χρειάστηκε κάποια καινούργια ιστορική ανακάλυψη για να αντιληφθούμε ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός μνημείου που βρίσκεται στην Αθήνα.
Αν λοιπόν σήμερα «ήρθε η ώρα», θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσει κάποιος ποια ώρα ήταν όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Από τα μεγάλα λόγια στις συγκεκριμένες πράξεις
Ας αφήσουμε όμως την επικοινωνία και ας πάμε στην ουσία.
Τι σημαίνει πρακτικά «αυξάνουμε την ένταση»;
Ποιο είναι το επόμενο βήμα;
Ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα;
Ποια πίεση θα ασκηθεί;
Ποιο είναι το σχέδιο εάν το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθήσει να λέει όχι;
Ποιο ακριβώς είναι το νέο διαπραγματευτικό εργαλείο που απέκτησε η Ελλάδα και δεν είχε μέχρι χθες;
Γιατί στην εξωτερική πολιτική και στις εθνικές διεκδικήσεις η ένταση της φωνής δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική.
Μπορείς να φωνάζεις όσο θέλεις.
Το ερώτημα είναι τι πετυχαίνεις.
Και μέχρι στιγμής ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι οι συζητήσεις δεν έχουν προχωρήσει όσο θα ήθελε.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα που πρέπει να αξιολογηθεί.
Τα υπόλοιπα είναι δηλώσεις προθέσεων.
Είναι «κλεμμένα», αλλά ψάχνουμε και το… win-win
Υπάρχει και ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο.
Η ελληνική θέση χαρακτηρίζει τα Γλυπτά ξεκάθαρα ως κλεμμένα και επιμένει ότι πρέπει να επιστρέψουν στον φυσικό τους χώρο.
Σωστά.
Αλλά την ίδια στιγμή εμφανίζεται η λογική μιας συμφωνίας «win-win», στο πλαίσιο της οποίας η Ελλάδα θα μπορούσε να στέλνει στο Βρετανικό Μουσείο άλλους ελληνικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς για προσωρινές εκθέσεις.
Και κάπου εδώ η υπόθεση χρειάζεται λίγη προσοχή.
Εάν κάτι θεωρούμε ότι μας αφαιρέθηκε παράνομα και ζητούμε την επιστροφή του, τι ακριβώς σημαίνει το «win-win»;
Η επιστροφή του κλεμμένου χρειάζεται αντάλλαγμα;
Προφανώς η διπλωματία απαιτεί συμβιβασμούς, ευελιξία και δημιουργικές λύσεις. Όμως υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική ευελιξία και στη δημιουργία της εντύπωσης ότι η επιστροφή ενός πολιτιστικού αγαθού που θεωρούμε δικό μας αποτελεί αντικείμενο εμπορικής ανταλλαγής.
Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται καθαρές κουβέντες.
Οι εκλογές έχουν ένα μαγικό χάρισμα
Βέβαια, οι εκλογές έχουν διαχρονικά ένα αξιοθαύμαστο χάρισμα.
Ξυπνούν κυβερνήσεις.
Ξαφνικά τα προβλήματα γίνονται επείγοντα.
Οι διεκδικήσεις αποκτούν ένταση.
Τα χρονοδιαγράμματα επιταχύνονται.
Οι υπουργοί ανακαλύπτουν εκκρεμότητες.
Και οι πρωθυπουργοί γίνονται πολύ λιγότερο υπομονετικοί.
Έτσι και τώρα.
Η κυβέρνηση που είχε χρόνια μπροστά της για να παρουσιάσει μια συγκεκριμένη στρατηγική επιστροφής των Γλυπτών εμφανίζεται να μας ενημερώνει ότι πλέον θα αυξήσει την πίεση.
Ωραία.
Ας την αυξήσει.
Μόνο που ο πήχης πλέον δεν βρίσκεται στις δηλώσεις.
Βρίσκεται στο αποτέλεσμα.
Τα Γλυπτά δεν προσφέρονται για προεκλογικό ντεκόρ
Το θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι πολύ σοβαρό για να μετατρέπεται σε σκηνικό πολιτικής αυτοπροβολής.
Δεν ανήκει στη Νέα Δημοκρατία.
Δεν ανήκει στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση.
Είναι μια εθνική διεκδίκηση δεκαετιών.
Γι’ αυτό και οποιαδήποτε κυβέρνηση επιλέγει να σηκώσει τόσο ψηλά τον τόνο πρέπει να είναι έτοιμη να απαντήσει και στο αυτονόητο:
Τι διαφορετικό πρόκειται να κάνει από αύριο;
Όχι τι θα πει.
Τι θα κάνει.
Γιατί έχουμε ακούσει πολλές φορές ότι η υπόθεση βρίσκεται σε καλό δρόμο, ότι γίνονται συζητήσεις, ότι υπάρχει θετικό κλίμα και ότι αναζητείται μια αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Και τα Γλυπτά εξακολουθούν να βρίσκονται στο Λονδίνο.
Αν «ήρθε η ώρα», περιμένουμε και το αποτέλεσμα
Μακάρι αυτή τη φορά η κυβέρνηση να πετύχει.
Μακάρι η αυξημένη πίεση να αποδώσει.
Μακάρι τα Γλυπτά να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν.
Σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν χωρούν μικροκομματικές αντιπαραθέσεις.
Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό, επιτρέπεται να είμαστε δύσπιστοι απέναντι στις ξαφνικές εκρήξεις αποφασιστικότητας μιας κυβέρνησης που είχε ήδη άφθονο πολιτικό χρόνο στη διάθεσή της.
Γιατί το «ήρθε η ώρα» ακούγεται ωραία.
Το «αυξάνουμε την ένταση» ακόμη καλύτερα.
Και το «δεν έχουμε άλλη υπομονή» εξαιρετικά αποφασιστικό.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:
Η πολιτική δεν κρίνεται στα ντεσιμπέλ. Κρίνεται στα αποτελέσματα.
Και όταν οι τόνοι ανεβαίνουν όσο πλησιάζουν οι κάλπες, οι πολίτες δικαιούνται να κρατούν μικρό καλάθι.
Γιατί μπορεί πράγματι να «ήρθε η ώρα» για τα Γλυπτά.
Μπορεί όμως να ήρθε απλώς η ώρα των εκλογών.



