Ήρθε ο Ρούμπιο και… προκόψαμε: Όπλα, αμερικανικό LNG και πολλά «ναι» – Η Ελλάδα τελικά τι πήρε;

Ο Μάρκο Ρούμπιο ήρθε στην Αθήνα και η κυβέρνηση επιχειρεί να προσδώσει στην επίσκεψη περίπου ιστορικές διαστάσεις. «Τεράστιος συμβολισμός», «πολύ μεγάλη αξία», στρατηγική σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ, αναβαθμισμένος ρόλος της χώρας. Ωραία όλα αυτά. Υπάρχει όμως μια πολύ απλή ερώτηση που χάνεται μέσα στις φωτογραφίες, τις χειραψίες και τις μεγάλες γεωπολιτικές λέξεις: Οι Αμερικανοί φαίνεται να ξέρουν πολύ καλά τι θέλουν από εμάς. Εμείς τι ακριβώς πήραμε από αυτούς;

Γιατί αν αφαιρέσουμε για λίγο το περιτύλιγμα, η εικόνα γίνεται αρκετά διαφορετική.

Η ατζέντα της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών είναι συγκεκριμένη.

Άμυνα.

Αμερικανικά οπλικά συστήματα.

Ενέργεια.

Περισσότερο αμερικανικό LNG.

Περιφερειακή ασφάλεια.

Διευκολύνσεις και στρατιωτική συνεργασία.

Αμερικανικές επενδύσεις.

Περιορισμός της κινεζικής επιρροής.

Με δυο λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται στην Αθήνα με λίστα.

Το ερώτημα είναι εάν η Αθήνα έχει δική της λίστα.

Και κυρίως εάν φεύγοντας ο Ρούμπιο θα μπορούμε να δείξουμε έστω ένα μεγάλο ελληνικό αίτημα και να πούμε:

«Αυτό το ζητήσαμε και αυτό το πήραμε».

«Τεράστιος συμβολισμός» επειδή ήρθε ο Ρούμπιο;

Ο Παύλος Μαρινάκης έσπευσε να δώσει τον τόνο.

Η επίσκεψη Ρούμπιο, είπε, έχει από μόνη της «τεράστιο συμβολισμό» και «πολύ μεγάλη αξία».

Αλήθεια;

Γιατί;

Επειδή ένας Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ;

Ας δούμε λίγο το πρόγραμμα.

Ο Μάρκο Ρούμπιο ξεκίνησε την περιοδεία του από την Ισλανδία.

Μετά ήρθε στην Ελλάδα.

Και από εδώ πηγαίνει στην Πορτογαλία.

Άρα καλό θα ήταν να κρατήσουμε λίγο χαμηλότερα τον πήχη του «ιστορικού γεγονότος».

Η επίσκεψη ενός υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ είναι ασφαλώς σημαντικό διπλωματικό γεγονός.

Αλλά η Ελλάδα δεν έγινε ξαφνικά το κέντρο του αμερικανικού στρατηγικού σχεδιασμού επειδή ο Ρούμπιο σταμάτησε στην Αθήνα ανάμεσα στο Ρέικιαβικ και τη Λισαβόνα.

Και το σημαντικότερο:

Η αξία μιας επίσκεψης δεν μετριέται από το αξίωμα του επισκέπτη. Μετριέται από το αποτέλεσμα.

Τον Ιούλιο ο Τραμπ πήγε στην Τουρκία

Υπάρχει όμως και ένας ελέφαντας στο δωμάτιο.

Για μήνες στην Αθήνα καλλιεργούνταν η προσδοκία μιας επίσκεψης Τραμπ.

Τελικά, τον Ιούλιο ο Αμερικανός πρόεδρος ταξίδεψε στην Τουρκία για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Και εκεί δεν αντιμετώπισε τον Ταγίπ Ερντογάν σαν τον «απομονωμένο» ηγέτη που επί χρόνια μας περιέγραφε ένα κομμάτι του ελληνικού κυβερνητικού αφηγήματος.

Το ακριβώς αντίθετο.

Ο Τραμπ μίλησε θερμά για τον Ερντογάν.

Χαρακτήρισε σημαντική τη μεταξύ τους σχέση.

Ήρε τις προηγούμενες αμερικανικές κυρώσεις.

Και άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο πώλησης F-35 στην Τουρκία.

Αυτό είναι το γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η σημερινή επίσκεψη Ρούμπιο.

Όχι μέσα σε μια επικοινωνιακή γυάλα.

Περιμέναμε Τραμπ, συζητούσαμε Χέγκσεθ, ήρθε Ρούμπιο

Και υπάρχει μια αλληλουχία που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Την περίοδο της Συνόδου του ΝΑΤΟ υπήρχαν πληροφορίες ότι ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ θα μπορούσε να πραγματοποιήσει μια σύντομη στάση στην Αθήνα.

Ούτε αυτό έγινε.

Για να είμαστε ακριβείς, δεν είχε ανακοινωθεί επίσημη επίσκεψη που ακυρώθηκε. Υπήρχε σχεδιασμός και συζήτηση για ολιγόωρη παρουσία.

Τελικά όμως ούτε Χέγκσεθ είδαμε.

Τώρα ήρθε ο Ρούμπιο.

Και αντί να αξιολογηθεί η επίσκεψη όταν ολοκληρωθεί και δούμε τι πραγματικά απέδωσε, ξεκίνησε προκαταβολικά η γνωστή μηχανή παραγωγής «γεωπολιτικής αναβάθμισης».

Οι Αμερικανοί ξέρουν τι θέλουν: Όπλα

Στο αμυντικό σκέλος τα πράγματα είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα.

Η συζήτηση αφορά νέα αμερικανικά όπλα και συστήματα για τα F-35 που αγοράζει η Ελλάδα και τα αναβαθμισμένα F-16 Viper.

Παράλληλα βρίσκονται στο τραπέζι συμβάσεις υποστήριξης για Black Hawk και MH-60R.

Δημοσιεύματα ανεβάζουν το συνολικό ύψος των σχεδιαζόμενων εξοπλιστικών συμβάσεων ακόμη και στα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το ποσό αυτό χρειάζεται ακόμη επίσημη τελική επιβεβαίωση.

Αλλά η κατεύθυνση δεν αμφισβητείται.

Περισσότερα αμερικανικά οπλικά συστήματα.

Και εδώ δεν συζητάμε εάν η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις.

Προφανώς χρειάζεται.

Ιδιαίτερα με τη γεωγραφία και τις απειλές που αντιμετωπίζει.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό:

Όταν ένας σύμμαχος αγοράζει από εσένα εξοπλισμούς δισεκατομμυρίων, σου παραχωρεί στρατιωτικές διευκολύνσεις και αποτελεί κρίσιμο κρίκο της παρουσίας σου στην Ανατολική Μεσόγειο, εσύ τι του δίνεις πολιτικά ως αντάλλαγμα;

Για την Τουρκία τι πήραμε;

Να το κάνουμε συγκεκριμένο.

Έδωσε ο Ρούμπιο σαφή αμερικανική δέσμευση απέναντι στο casus belli;

Είπε η Ουάσιγκτον ότι θεωρεί απαράδεκτη την απειλή πολέμου εναντίον ενός συμμάχου του ΝΑΤΟ;

Δεσμεύτηκε ότι η Τουρκία δεν θα αποκτήσει F-35 όσο διατηρεί συγκεκριμένες απειλές απέναντι στην Ελλάδα;

Πήραμε σαφή θέση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου;

Πήραμε κάτι συγκεκριμένο για τις έρευνες νοτίως της Κρήτης;

Για την Κύπρο;

Για την Ανατολική Μεσόγειο;

Για την ελληνική υφαλοκρηπίδα;

Αυτά είναι ελληνικά συμφέροντα.

Και αυτά πρέπει να αποτελούν το μέτρο της επιτυχίας.

Όχι πόσο θερμή ήταν η χειραψία.

Και μετά έχουμε το αμερικανικό LNG

Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι της ατζέντας είναι η ενέργεια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν περισσότερες εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

Και η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο κόμβο.

Μέσω Ρεβυθούσας.

Μέσω Αλεξανδρούπολης.

Μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη.

Για τις ΗΠΑ είναι εξαιρετικό.

Ανοίγουν αγορές για το αμερικανικό LNG και περιορίζουν παράλληλα τη ρωσική ενεργειακή επιρροή.

Για την Ελλάδα μπορεί επίσης να αποτελεί σημαντική γεωπολιτική ευκαιρία.

Αλλά εδώ υπάρχει ξανά η ίδια ερώτηση:

Με ποιους όρους;

Γιατί η ενεργειακή ασφάλεια είναι σημαντική.

Αλλά εξίσου σημαντικό είναι πόσο πληρώνει τελικά ο Έλληνας καταναλωτής.

Εάν το αποτέλεσμα της «ενεργειακής αναβάθμισης» είναι μακροχρόνιες δεσμεύσεις για ακριβότερη ενέργεια, τότε κάποιος πρέπει να μας εξηγήσει πού ακριβώς βρίσκεται το ελληνικό κέρδος.

Δεν αρκεί να γίνει η Ελλάδα κόμβος.

Πρέπει να κερδίζει και ο Έλληνας.

Η Αμερική κάνει εξωτερική πολιτική για την Αμερική – και πολύ καλά κάνει

Εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κατηγορήσουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή προωθούν τα συμφέροντά τους.

Αυτή είναι η δουλειά τους.

Ο Ρούμπιο δεν ήρθε στην Αθήνα για να κάνει φιλανθρωπία.

Ήρθε ως υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών.

Θέλει να πουλήσει αμερικανικό LNG.

Θέλει αμερικανικά οπλικά συστήματα στην ελληνική αγορά.

Θέλει στρατηγικές υποδομές απαλλαγμένες από κινεζική επιρροή.

Θέλει τη Σούδα.

Θέλει την Αλεξανδρούπολη.

Θέλει έναν σταθερό σύμμαχο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και πολύ σωστά πράττει από την πλευρά του.

Το πρόβλημα δεν είναι τι θέλει ο Ρούμπιο.

Το πρόβλημα είναι τι ζητά ο Μητσοτάκης.

Γιατί εξωτερική πολιτική δεν είναι να είσαι ο «καλός μαθητής»

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στη σχέση της με τις ΗΠΑ.

Έχει υπογράψει διευρυμένες αμυντικές συμφωνίες.

Έχει προσφέρει στρατιωτικές διευκολύνσεις.

Έχει ευθυγραμμιστεί σε μια σειρά από κρίσιμα διεθνή ζητήματα.

Αγοράζει αμερικανικά όπλα δισεκατομμυρίων.

Εντάσσεται στον σχεδιασμό του αμερικανικού LNG.

Και όλα αυτά μπορούν να είναι απολύτως σωστές στρατηγικές επιλογές.

Υπό έναν όρο: να υπάρχει αντίκρισμα.

Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν φιλίες.

Υπάρχουν συμφέροντα.

Και εάν η Ελλάδα δίνει συνεχώς επειδή θέλει να αποδεικνύει ότι είναι «προβλέψιμος», «αξιόπιστος» και «δεδομένος» σύμμαχος, κάποια στιγμή πρέπει να αναρωτηθεί:

Ο δεδομένος σύμμαχος γιατί να πάρει κάτι περισσότερο;

Η σύγκριση με τον Ερντογάν πονάει

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο άβολο σημείο για την κυβέρνηση.

Ο Ερντογάν δεν είναι ο εύκολος σύμμαχος της Ουάσιγκτον.

Συγκρούεται.

Διαπραγματεύεται.

Αγοράζει S-400 από τη Ρωσία.

Τσακώνεται με τους Αμερικανούς.

Παζαρεύει.

Και όμως τον Ιούλιο ο Τραμπ βρέθηκε στην Άγκυρα, μιλούσε θερμά για εκείνον και άφηνε ανοιχτή την πόρτα των F-35.

Η Ελλάδα;

Είναι «υπόδειγμα συμμάχου».

Και σήμερα πανηγυρίζει επειδή την επισκέπτεται ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Κάπου η σχέση κόστους–οφέλους πρέπει να συζητηθεί σοβαρά.

Δεν θέλουμε αντιαμερικανισμό – θέλουμε συναλλαγή συμφερόντων

Η κριτική αυτή δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό, μηχανικό αντιαμερικανισμό.

Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι ΗΠΑ αποτελούν στρατηγικό σύμμαχο.

Η αμυντική συνεργασία έχει πραγματική αξία.

Η ενεργειακή συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες.

Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει αμοιβαιότητα.

Δεν θέλουμε λιγότερη στρατηγική σχέση.

Θέλουμε καλύτερη στρατηγική σχέση.

Μια σχέση στην οποία δεν θα μετράμε μόνο τι δίνουμε εμείς.

Θα μετράμε και τι παίρνουμε.

Λοιπόν, κύριοι της κυβέρνησης: Τι πήραμε;

Ας τελειώσει λοιπόν η επίσκεψη Ρούμπιο.

Ας υπογραφούν οι συμφωνίες.

Ας ολοκληρωθούν οι συναντήσεις.

Και μετά ας βγει η κυβέρνηση και ας παρουσιάσει έναν απλό λογαριασμό.

Όχι επικοινωνία.

Λογαριασμό.

Τι ζήτησαν οι ΗΠΑ;

Τι δώσαμε;

Τι αγοράζουμε;

Πόσο κοστίζει;

Σε τι δεσμευόμαστε ενεργειακά;

Τι διευκολύνσεις παρέχουμε;

Και στην απέναντι στήλη:

Τι πήρε η Ελλάδα;

Συγκεκριμένα.

Όχι «αναβάθμιση».

Όχι «στρατηγικό αποτύπωμα».

Όχι «πυλώνας σταθερότητας».

Όχι «γεωπολιτικός κόμβος».

Αυτά είναι ωραίες λέξεις για δελτία Τύπου.

Θέλουμε κάτι χειροπιαστό.

Γιατί διαφορετικά… πράγματι προκόψαμε

Εάν το τελικό αποτέλεσμα είναι:

δισεκατομμύρια για αμερικανικά όπλα,

περισσότερο αμερικανικό LNG,

περισσότερες αμερικανικές διευκολύνσεις,

περιορισμός της κινεζικής παρουσίας επειδή αυτό αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον,

και από την άλλη πλευρά γενικές δηλώσεις ότι η Ελλάδα είναι «σημαντικός σύμμαχος» και «πυλώνας σταθερότητας»,

τότε πράγματι έχουμε κάθε λόγο να αναρωτηθούμε:

Ποιος ακριβώς έκανε την καλή συμφωνία;

Ο Ρούμπιο ή ο Μητσοτάκης;

Γιατί η επίσκεψη ενός Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών δεν αποτελεί από μόνη της εθνική επιτυχία.

Ούτε μια φωτογραφία στο Μαξίμου αποτελεί γεωπολιτική αναβάθμιση.

Επιτυχία είναι να κάθεσαι απέναντι από μια υπερδύναμη, να γνωρίζεις τι θέλει από εσένα και να γνωρίζεις ακόμη καλύτερα τι θα απαιτήσεις εσύ από εκείνη.

Οι Αμερικανοί φαίνεται ότι γνωρίζουν πολύ καλά τι θέλουν από την Ελλάδα.

Το ερώτημα είναι αν η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει εξίσου καλά τι θέλει από την Αμερική.

Και μέχρι να δούμε τον τελικό λογαριασμό, ας κρατήσουμε λίγο τους πανηγυρισμούς.

Γιατί αν στο τέλος εμείς αγοράζουμε τα όπλα, εμείς πληρώνουμε το LNG, εμείς δίνουμε τις διευκολύνσεις και εμείς προσαρμοζόμαστε στις αμερικανικές γεωπολιτικές προτεραιότητες, ενώ ο Τραμπ συζητά ταυτόχρονα με τον Ερντογάν ακόμη και για F-35…

τότε ναι.

Προκόψαμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ