Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών συνοδεύτηκε από θερμές δηλώσεις, αμυντικές συμφωνίες και αναφορές στον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας. Όμως, πίσω από τους διπλωματικούς επαίνους, υπάρχουν ερωτήματα που δεν απαντώνται με πανηγυρισμούς: Τι δεσμεύσεις ανέλαβαν οι ΗΠΑ; Πόσο κοστίζει η αμυντική συνεργασία; Και γιατί ο Μάρκο Ρούμπιο απέφυγε να κατονομάσει την Τουρκία όταν συζητήθηκαν τα ευαίσθητα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου;
Μια επίσκεψη, πολλοί έπαινοι και το γνώριμο αφήγημα της «αναβαθμισμένης Ελλάδας»
Κάθε φορά που ένας υψηλόβαθμος Αμερικανός αξιωματούχος επισκέπτεται την Αθήνα, η δημόσια συζήτηση αποκτά έναν γνώριμο τόνο.
Η Ελλάδα αναβαθμίζεται.
Η γεωπολιτική της σημασία αυξάνεται.
Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει τον στρατηγικό της ρόλο.
Και οι διπλωματικές φιλοφρονήσεις παρουσιάζονται ως επιβεβαίωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Στην ανάλυση του διεθνολόγου Κωνσταντίνου Μπαλωμένου, η επίσκεψη περιγράφεται ως ουσιαστική αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της Ελλάδας για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ελλάδα εμφανίζεται ως κόμβος ασφάλειας, ενέργειας, τεχνολογίας και περιφερειακής σταθερότητας.
Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι διαφορετικό.
Η αύξηση της χρησιμότητας της Ελλάδας για τις ΗΠΑ συνεπάγεται αυτομάτως και αντίστοιχη αύξηση των ελληνικών διπλωματικών κερδών;
Όχι απαραίτητα.
Η στρατηγική σημασία μιας χώρας και τα ανταλλάγματα που εξασφαλίζει από αυτήν είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.
«Σύμμαχος πρότυπο» – Ωραία τα λόγια, αλλά ποια είναι τα ανταλλάγματα;
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Ρούμπιο χαρακτήρισε την Ελλάδα «απαραίτητο φίλο» και «σύμμαχο πρότυπο».
Πρόκειται για θετικές διπλωματικές διατυπώσεις.
Δεν πρέπει όμως να συγχέονται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Η αναγνώριση της στρατηγικής σημασίας της Σούδας και της Αλεξανδρούπολης, για παράδειγμα, αναδεικνύει τον ρόλο των ελληνικών υποδομών στον αμερικανικό σχεδιασμό.
Δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα ποια πρόσθετα οφέλη εξασφαλίζει η Ελλάδα για την παραχώρηση και τη χρήση αυτών των υποδομών.
Υπάρχουν νέες δεσμεύσεις ασφαλείας;
Προβλέπονται συγκεκριμένα οικονομικά ή τεχνολογικά ανταλλάγματα;
Υπάρχουν συμφωνίες που ενισχύουν με μετρήσιμο τρόπο την ελληνική αμυντική βιομηχανία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που επιτρέπουν την ουσιαστική αξιολόγηση μιας στρατηγικής συνεργασίας.
Η διπλωματική αναγνώριση έχει αξία.
Αλλά δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας.
Τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια σε εξοπλισμούς: Κέρδος ή δαπάνη;
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμφωνία περίπου 4 δισ. δολαρίων μέσω του αμερικανικού προγράμματος Foreign Military Sales.
Στην ανάλυση παρουσιάζεται ως σημαντικό στοιχείο της αμυντικής συνεργασίας.
Και πράγματι, οι εξοπλιστικές συμφωνίες μπορούν να ενισχύσουν την επιχειρησιακή ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ωστόσο, υπάρχει μια διάκριση που συχνά απουσιάζει από τις θριαμβευτικές αναφορές.
Μια συμφωνία αγοράς αμυντικού υλικού δεν αποτελεί αυτομάτως οικονομικό κέρδος για τη χώρα που αγοράζει.
Αποτελεί πρωτίστως δαπάνη, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τις πραγματικές αμυντικές ανάγκες.
Το κρίσιμο είναι τι ακριβώς περιλαμβάνει η συμφωνία, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα πληρωμών και παραδόσεων, ποιες δυνατότητες αποκτώνται και ποια συμμετοχή προβλέπεται για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η αναφορά στο ύψος της συμφωνίας δεν αρκεί για να αποδείξει το μέγεθος του οφέλους.
Τα 4 δισ. δολάρια δεν μπορούν να παρουσιάζονται σαν να είναι χρήματα που εισπράττει η Ελλάδα.
Πρέπει πρώτα να διευκρινιστεί ποιος πληρώνει, τι αγοράζει και τι αποκτά.
Η επίσκεψη στην Αθήνα χωρίς στάση στην Άγκυρα
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ότι ο Ρούμπιο επισκέφθηκε την Αθήνα χωρίς αντίστοιχη επίσκεψη στην Τουρκία.
Η επιλογή έχει ασφαλώς διπλωματικό ενδιαφέρον.
Δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της αλλαγή των αμερικανικών προτεραιοτήτων στην περιοχή.
Μάλιστα, ο ίδιος ο διεθνολόγος που φιλοξενείται στο δημοσίευμα αποφεύγει να ερμηνεύσει την επίσκεψη ως ένδειξη ότι οι ΗΠΑ επιλέγουν την Ελλάδα έναντι της Τουρκίας.
Αναγνωρίζει ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να έχει σημαντική θέση στην αμερικανική στρατηγική.
Αυτή είναι μια ουσιαστική επισήμανση.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να ενισχύει τη συνεργασία της με την Αθήνα και ταυτόχρονα να επιδιώκει λειτουργικές σχέσεις με την Τουρκία.
Οι δύο επιλογές δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες.
Επομένως, η απουσία επίσκεψης στην Άγκυρα αποτελεί στοιχείο προς διπλωματική αξιολόγηση, όχι απόδειξη ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την παραδοσιακή σημασία που αποδίδουν στην Τουρκία.
Στα ελληνοτουρκικά, ο Ρούμπιο επέλεξε τη διπλωματική προσοχή
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της επίσκεψης.
Σύμφωνα με το κείμενο, όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών ρωτήθηκε για ευαίσθητα ενεργειακά ζητήματα που συνδέονται με άλλες χώρες, απέφυγε να κατονομάσει την Τουρκία.
Αντίθετα, μίλησε για ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω της διπλωματίας και του διαλόγου.
Η στάση αυτή δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της Ελλάδας.
Αλλά ούτε μπορεί να παρουσιαστεί ως δημόσια υιοθέτηση όλων των ελληνικών θέσεων.
Η αμερικανική διπλωματία επέλεξε να διατηρήσει περιθώρια συνεννόησης και αποκλιμάκωσης.
Αυτό ακριβώς επισημαίνει και ο αναλυτής.
Επομένως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από ένα αφήγημα απόλυτης ελληνικής δικαίωσης.
Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη σημασία της Ελλάδας, αλλά αποφεύγουν να μετατρέψουν τη δημόσια παρουσία τους στην Αθήνα σε ευθεία αντιπαράθεση με την Άγκυρα.
Και αυτό είναι ένα κρίσιμο στοιχείο για όποιον επιχειρεί να αποτιμήσει ρεαλιστικά τα αποτελέσματα της επίσκεψης.
Η λέξη «παραβιάσεις» και η προσπάθεια αποκωδικοποίησης ενός μηνύματος
Στην ομιλία του, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Ρούμπιο αναφέρθηκε στον κίνδυνο που μπορούν να προκαλέσουν ατυχείς αποφάσεις, ενέργειες και παραβιάσεις.
Ο αναλυτής εκτιμά ότι η διατύπωση μπορεί να διαβαστεί ως έμμεσο μήνυμα προς την Τουρκία.
Πρόκειται για μια πιθανή ερμηνεία.
Όχι για ρητή αμερικανική τοποθέτηση εναντίον της Άγκυρας.
Η διαφορά είναι σημαντική.
Όταν ένας υπουργός Εξωτερικών δεν κατονομάζει μια χώρα, δεν μπορεί η ερμηνεία τρίτων να παρουσιάζεται ως επίσημη δήλωσή του.
Η χρήση της λέξης «παραβιάσεις» έχει ασφαλώς διπλωματικό βάρος.
Ωστόσο, για να τεκμηριωθεί ότι αφορά συγκεκριμένες τουρκικές ενέργειες, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από την παρουσία της λέξης σε μια ευρύτερη ομιλία.
Η ελληνική πλευρά μπορεί να θεωρεί ότι το μήνυμα συνάδει με τις θέσεις της.
Αυτό όμως διαφέρει από το να έχει εξασφαλίσει ρητή δημόσια καταδίκη συγκεκριμένων ενεργειών.
Ενέργεια, LNG και τεχνολογία: Στρατηγική συνεργασία, αλλά με ποιο αποτέλεσμα;
Η ανάλυση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία για το LNG, τον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου, την τεχνητή νοημοσύνη και τις προηγμένες τεχνολογίες.
Πρόκειται για τομείς με πραγματική στρατηγική σημασία.
Η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών μπορεί να ενισχύσει τον διαμετακομιστικό ρόλο της Ελλάδας.
Η τεχνολογική συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες για επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη.
Όμως και εδώ χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στις δυνατότητες και στα αποτελέσματα.
Ποιες επενδύσεις έχουν συμφωνηθεί οριστικά;
Ποιες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού;
Πόσες θέσεις εργασίας προβλέπονται;
Ποια θα είναι η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων;
Και πώς θα αποτυπωθεί το όφελος στην ελληνική οικονομία;
Χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις, η στρατηγική συνεργασία παραμένει ένα πλαίσιο ευκαιριών που πρέπει να αξιοποιηθούν.
Δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι οι ευκαιρίες αυτές έχουν ήδη μετατραπεί σε οικονομικά αποτελέσματα.
Η Ελλάδα ως στρατηγικός κόμβος: Πλεονέκτημα, αλλά και ευθύνη
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα.
Η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται ευρωπαϊκά, αμερικανικά, ενεργειακά και περιφερειακά συμφέροντα.
Αυτό δημιουργεί δυνατότητες συνεργασίας.
Δημιουργεί όμως και υποχρεώσεις, οικονομικά κόστη και ενδεχόμενους κινδύνους.
Η αυξημένη στρατηγική σημασία δεν είναι μόνο ζήτημα διεθνούς κύρους.
Συνδέεται με τη χρήση στρατιωτικών υποδομών, τις αμυντικές δεσμεύσεις και τη συμμετοχή σε ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο πόσο σημαντική θεωρούν οι ΗΠΑ την Ελλάδα.
Πρέπει να περιλαμβάνει και το πώς η Ελλάδα αξιοποιεί αυτή τη σημασία προς όφελος της δικής της ασφάλειας και των δικών της εθνικών συμφερόντων.
Το πραγματικό ερώτημα μετά την επίσκεψη Ρούμπιο
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών είχε διπλωματική σημασία και ανέδειξε πολλαπλά πεδία συνεργασίας.
Οι θετικές δηλώσεις δεν είναι αμελητέες.
Οι αμυντικές και ενεργειακές πρωτοβουλίες αξίζουν ουσιαστική αξιολόγηση.
Ωστόσο, η επιτυχία μιας διπλωματικής επίσκεψης δεν μετριέται μόνο από το πόσο θερμά μίλησε ένας ξένος αξιωματούχος για την Ελλάδα.
Μετριέται από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε, τις συμφωνίες που θα εφαρμοστούν και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι χρήσιμη στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό δεν αμφισβητείται από το περιεχόμενο της επίσκεψης.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η χρησιμότητα μετατρέπεται σε ανάλογα και μετρήσιμα ελληνικά οφέλη.
Και κυρίως, εάν η εμβάθυνση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας συνοδεύεται από συγκεκριμένες εγγυήσεις και δεσμεύσεις στα ζητήματα που η Ελλάδα θεωρεί κρίσιμα.
Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η επίσκεψη.
Όχι αποκλειστικά στις θερμές δηλώσεις της Πνύκας.
Αλλά στις συμφωνίες, στους όρους τους και στην εφαρμογή τους.
Γιατί στη διπλωματία οι φιλοφρονήσεις έχουν τη σημασία τους.
Τα πραγματικά αποτελέσματα, όμως, κρίνονται από όσα συμφωνούνται και υλοποιούνται — όχι από τα χειροκροτήματα που συνοδεύουν μια ομιλία.



