Από την επίσκεψη Ρούμπιο και τα εξοπλιστικά προγράμματα μέχρι τις 83 μειώσεις φόρων, τις 600.000 θέσεις εργασίας και την πολυπόθητη αυτοδυναμία του 2027, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρουσίασε μια Ελλάδα που αλλάζει προς το καλύτερο. Το ερώτημα είναι πόσο από αυτή την πρόοδο αισθάνονται οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.
Μια Ελλάδα που ευημερεί στις δηλώσεις, αλλά δυσκολεύεται στους λογαριασμούς
Αν ακούσει κανείς τον Παύλο Μαρινάκη να περιγράφει την πορεία της χώρας, θα μπορούσε να σχηματίσει την εντύπωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο σχεδόν αδιάκοπων επιτυχιών.
Η διεθνής θέση της ενισχύεται, η οικονομία αναπτύσσεται, οι φόροι μειώνονται, οι επενδύσεις αυξάνονται, η ανεργία υποχωρεί και οι εξοπλισμοί ενισχύουν την εθνική ασφάλεια.
Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις επιτυχίες, υπάρχει και η ελληνική κοινωνία.
Εκείνη που, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλές τιμές, ακριβά ενοίκια και σημαντικές δυσκολίες στην καθημερινότητά της.
Αυτή ακριβώς η αντίφαση διατρέχει τη συνέντευξη που παραχώρησε στο vidcast «POP Politics».
Από τη μία πλευρά, μια κυβέρνηση που παρουσιάζει τις επιδόσεις της ως απόδειξη επιτυχημένης οικονομικής διαχείρισης.
Από την άλλη, νοικοκυριά που καλούνται να αντιμετωπίσουν το πραγματικό κόστος ζωής.
Και ανάμεσα στις δύο εικόνες, ένα ερώτημα που δεν απαντάται με την απαρίθμηση κυβερνητικών επιτυχιών:
Πόση σημασία έχει η αύξηση των οικονομικών μεγεθών όταν η αγοραστική δύναμη παραμένει υπό πίεση;
Οι 83 μειώσεις φόρων και το μικρό θαύμα της αριθμητικής
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Παύλου Μαρινάκη αφορά τη φορολογική πολιτική.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε 83 μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών, με τον αριθμό να αναμένεται να φτάσει τις 91 έως το 2027.
Παράλληλα, τα συνολικά φορολογικά έσοδα έχουν αυξηθεί.
Για να εξηγήσει το φαινόμενο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χρησιμοποίησε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα εισόδημα 100 ευρώ με φορολογικό συντελεστή 29% αποδίδει στο κράτος 29 ευρώ.
Αν το εισόδημα αυξηθεί στα 150 ευρώ και ο συντελεστής μειωθεί στο 20%, τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται στα 30 ευρώ.
Η αριθμητική είναι σωστή.
Το ερώτημα είναι αν το παράδειγμα περιγράφει επαρκώς την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Διότι για να ισχύσει στην πράξη, πρέπει να εξετάσουμε πόσο αυξήθηκαν τα πραγματικά εισοδήματα, ποιοι φορολογούμενοι ωφελήθηκαν και πόσο επιβαρύνονται από τους έμμεσους φόρους.
Κυρίως, πρέπει να εξετάσουμε αν η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων αντιστοιχεί σε αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
Ένας μισθός μπορεί να αυξηθεί στα χαρτιά, αλλά εάν στο μεταξύ έχουν αυξηθεί σημαντικά το ενοίκιο, τα τρόφιμα και η ενέργεια, το νοικοκυριό μπορεί να μην αισθάνεται οικονομικά ισχυρότερο.
Η οικονομική πολιτική δεν αξιολογείται μόνο από το πόσες φορές μειώθηκε ένας φορολογικός συντελεστής, αλλά από το συνολικό αποτέλεσμα στην τσέπη του πολίτη.
Αυξήθηκαν οι μισθοί κατά 30% – Αλλά τι απέγινε η αγοραστική δύναμη;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε αύξηση του μέσου μισθού κατά 30% και τη δημιουργία 600.000 νέων θέσεων εργασίας.
Πρόκειται για ισχυρισμούς που έχουν σημασία για την αξιολόγηση της οικονομικής πορείας.
Δεν αποτελούν, ωστόσο, από μόνοι τους ολοκληρωμένη εικόνα.
Η αύξηση του μέσου μισθού πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τον πληθωρισμό, τη χρονική περίοδο αναφοράς και την κατανομή των εισοδημάτων.
Ο μέσος όρος, άλλωστε, δεν αποτυπώνει απαραίτητα την κατάσταση των χαμηλόμισθων εργαζομένων.
Αντίστοιχα, ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας χρειάζεται να συνοδεύεται από στοιχεία για την ποιότητά τους.
Πόσες είναι πλήρους απασχόλησης;
Πόσες είναι εποχικές;
Πόσες εξασφαλίζουν εισόδημα επαρκές για την κάλυψη των βασικών αναγκών;
Πόσοι εργαζόμενοι χρειάζονται δεύτερη απασχόληση για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους;
Η αύξηση της απασχόλησης αποτελεί θετική οικονομική εξέλιξη, αλλά δεν εξαφανίζει αυτομάτως το πρόβλημα των χαμηλών εισοδημάτων.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι κυβερνητικές αναφορές στους μισθούς πρέπει να συνοδεύονται από στοιχεία για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Η ακρίβεια υπάρχει, αλλά η κυβέρνηση περιμένει τις Βρυξέλλες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Παύλου Μαρινάκη στα πρόσθετα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξαντλεί τα όρια των ευρωπαϊκών κανόνων δαπανών και ότι ο πρωθυπουργός έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξαιρεθούν ορισμένα έκτακτα μέτρα στήριξης από τον σχετικό υπολογισμό.
Εάν το αίτημα γίνει αποδεκτό, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, θα δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος.
Πρόκειται για ένα επιχείρημα που αξίζει προσεκτική εξέταση.
Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες πράγματι περιορίζουν τη δυνατότητα ανεξέλεγκτης αύξησης των δαπανών.
Ωστόσο, οι πολιτικές προτεραιότητες και η κατανομή των διαθέσιμων πόρων εξακολουθούν να αποτελούν κυβερνητικές επιλογές.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εγκρίνει πρόσθετες εξαιρέσεις.
Είναι και πώς αξιοποιούνται σήμερα οι υφιστάμενοι δημοσιονομικοί πόροι.
Ποια μέτρα έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα;
Ποιες κοινωνικές ομάδες έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη;
Και πόσο γρήγορα μπορούν να υπάρξουν αποτελέσματα;
Για τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν αυξημένα έξοδα κάθε μήνα, η προοπτική μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής έγκρισης δεν αποτελεί άμεση οικονομική ανακούφιση.
Η Ελλάδα είναι γεωπολιτική υπερδύναμη – Τουλάχιστον στο κυβερνητικό αφήγημα
Ο Παύλος Μαρινάκης αφιέρωσε σημαντικό μέρος της συνέντευξής του στη διεθνή θέση της Ελλάδας.
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο, οι συμφωνίες για την ενέργεια, η αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα εξοπλιστικά προγράμματα παρουσιάστηκαν ως ενδείξεις μιας χώρας με αυξημένο διεθνές κύρος.
Πράγματι, η Ελλάδα διαθέτει σημαντική γεωστρατηγική θέση και έχει αναπτύξει πολυεπίπεδες συνεργασίες.
Όμως η στρατηγική σημασία μιας χώρας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την εξασφάλιση συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων.
Η συμμετοχή σε μεγάλα αμυντικά προγράμματα, για παράδειγμα, μπορεί να ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά συνεπάγεται και σημαντικό οικονομικό κόστος.
Αντίστοιχα, οι ενεργειακές επενδύσεις πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις πραγματικές οικονομικές τους αποδόσεις.
Η διπλωματική αναβάθμιση δεν μετριέται μόνο με θερμές δηλώσεις ξένων αξιωματούχων.
Μετριέται και από τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι εταίροι της χώρας.
Ο Μαρινάκης καταγγέλλει την τοξικότητα και ζητά πολιτικό πολιτισμό
Ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της συνέντευξης αφορούσε την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέκρινε τις προσωπικές προσβολές και τις ακραίες πολιτικές αντιπαραθέσεις, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές απομακρύνουν τους πολίτες από την πολιτική.
Η ανάγκη για πολιτικό πολιτισμό είναι ασφαλώς ουσιαστική.
Αλλά η εφαρμογή του πρέπει να είναι καθολική.
Δεν μπορεί να αποτελεί απαίτηση μόνο προς την αντιπολίτευση.
Αφορά εξίσου τα κυβερνητικά στελέχη, τους υπουργούς, τους βουλευτές και κάθε πρόσωπο που συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο.
Η σκληρή πολιτική κριτική δεν είναι κατ’ ανάγκην τοξικότητα.
Ούτε κάθε καταγγελία κυβερνητικής πολιτικής συνιστά προσωπική επίθεση.
Η διάκριση έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν η δημόσια συζήτηση αφορά σοβαρές υποθέσεις και ζητήματα λογοδοσίας.
Η πολιτική ευπρέπεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τον περιορισμό της κριτικής.
Πρέπει να αποτελεί κοινό κανόνα για όλους.
Οι εκλογές του 2027 και η αυτοδυναμία που παραμένει κυβερνητικός στόχος
Ο Παύλος Μαρινάκης επανέλαβε ότι οι εθνικές εκλογές προγραμματίζονται για το τέλος της τετραετίας, το 2027.
Παράλληλα, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να εξασφαλίσει αυτοδυναμία.
Στη συνέντευξη επικαλέστηκε δημοσκοπικά ποσοστά της τάξης του 30%-31%, αναγνωρίζοντας ότι απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση.
Πρόκειται για την πολιτική εκτίμηση του κυβερνητικού εκπροσώπου και όχι για δεδομένο εκλογικό αποτέλεσμα.
Η αυτοδυναμία εξαρτάται από την τελική κατανομή των ψήφων, τα ποσοστά των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής και τις επιλογές των πολιτών.
Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα είναι με ποιο πρόγραμμα και με ποια αποτελέσματα θα διεκδικήσει η κυβέρνηση την ανανέωση της εντολής της.
Η επίκληση της σταθερότητας αποτελεί ένα πολιτικό επιχείρημα.
Δεν υποκαθιστά όμως την αξιολόγηση της κυβερνητικής θητείας.
Το δημογραφικό και η στεγαστική κρίση δεν λύνονται μόνο με φορολογικές ελαφρύνσεις
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το δημογραφικό ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας.
Συνέδεσε μάλιστα την αντιμετώπισή του με την ανάγκη να μπορούν οι νέοι άνθρωποι να αποκτήσουν κατοικία και να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η σύνδεση αυτή είναι ουσιαστική.
Ωστόσο, η φορολογική ελάφρυνση δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική.
Για έναν νέο εργαζόμενο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος του φόρου εισοδήματος.
Περιλαμβάνει το κόστος ενοικίασης, τις τιμές αγοράς κατοικίας, τη σταθερότητα της εργασίας και τη δυνατότητα αποταμίευσης.
Αν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση, η προοπτική δημιουργίας οικογένειας γίνεται δυσκολότερη.
Γι’ αυτό η αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων πρέπει να κρίνεται με βάση τη δυνατότητα των νέων να αποκτήσουν πραγματική οικονομική αυτονομία.
Όχι μόνο από τον αριθμό των φορολογικών παρεμβάσεων.
Η τελική αντίφαση: Μια κυβέρνηση με επιτυχίες και μια κοινωνία που συνεχίζει να πιέζεται
Η συνέντευξη του Παύλου Μαρινάκη αποτυπώνει με σαφήνεια την κυβερνητική επιχειρηματολογία ενόψει των εκλογών του 2027.
Η κυβέρνηση προβάλλει την οικονομική ανάπτυξη, τη μείωση της ανεργίας, τις φορολογικές παρεμβάσεις, τη διεθνή θέση της Ελλάδας και τις αμυντικές επενδύσεις.
Πρόκειται για πεδία που μπορούν και πρέπει να αξιολογηθούν με συγκεκριμένα στοιχεία.
Αλλά η πολιτική αποτίμηση δεν ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των θετικών δεικτών.
Χρειάζεται να εξεταστούν και οι κοινωνικές συνέπειες.
Η αγοραστική δύναμη.
Το κόστος στέγασης.
Η ποιότητα της απασχόλησης.
Η δυνατότητα των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Γιατί το κεντρικό ζήτημα δεν είναι εάν η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει αριθμούς που αποτυπώνουν πρόοδο. Είναι εάν αυτή η πρόοδος μετατρέπεται σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινής ζωής.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δυσκολότερη δοκιμασία κάθε κυβερνητικού αφηγήματος.
Οι αριθμοί μπορούν να περιγράφουν την οικονομία.
Αλλά οι πολίτες αξιολογούν και όσα βιώνουν.



