Έντονους προβληματισμούς για την ίση μεταχείριση απέναντι στον νόμο και τη διερεύνηση ευθυνών σε υποθέσεις πυρκαγιών προκαλεί διάταξη που περιλαμβάνεται σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει ότι αρμόδιοι υπάλληλοι των διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας δεν θα υπάγονται, κατά κανόνα, στην αυτόφωρη διαδικασία για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όταν υπάρχουν ενδείξεις εμπρησμού που συνδέεται με το ηλεκτρικό δίκτυο. Η εξαίρεση δεν καταργεί την ποινική ευθύνη, αλλά αλλάζει τον τρόπο άμεσης ποινικής αντιμετώπισης των συγκεκριμένων υποθέσεων.
Μια διάταξη που ανοίγει σοβαρή συζήτηση
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται νέα νομοθετική πρωτοβουλία που αφορά τη διαδικασία διερεύνησης πυρκαγιών οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται με τη λειτουργία του ηλεκτρικού δικτύου.
Η επίμαχη διάταξη περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το δημοσιοποιημένο κείμενο, στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις».
Η ρύθμιση προβλέπει ειδική μεταχείριση ως προς την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας για αρμόδιους υπαλλήλους των διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας, όταν διερευνώνται περιστατικά εμπρησμού που σχετίζονται με τη λειτουργία του δικτύου.
Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι πυρκαγιές που ενδέχεται να προκαλούνται από ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, γραμμές μεταφοράς ή δίκτυα διανομής αποτελούν αντικείμενο τεχνικής και ποινικής διερεύνησης.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, κρίσιμο ζήτημα είναι να διαπιστωθεί εάν η πυρκαγιά οφείλεται σε τεχνική βλάβη, ανεπαρκή συντήρηση, παράλειψη λήψης μέτρων ή άλλον παράγοντα.
Η ενδεχόμενη σύνδεση μιας πυρκαγιάς με το ηλεκτρικό δίκτυο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει τελεστεί ποινικό αδίκημα ή ότι υπάρχει ευθύνη συγκεκριμένου υπαλλήλου.
Απαιτείται διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών, των τεχνικών δεδομένων και των υποχρεώσεων που είχαν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Τι ακριβώς προβλέπει η διάταξη
Σύμφωνα με το απόσπασμα της προτεινόμενης ρύθμισης, όταν υπάρχουν ενδείξεις εμπρησμού που συνδέεται με τη λειτουργία δικτύου ηλεκτροδότησης, οι αρμόδιοι υπάλληλοι των διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας εξαιρούνται από την αυτόφωρη διαδικασία για πράξεις ή παραλείψεις στο πλαίσιο των καθηκόντων τους.
Προβλέπεται, ωστόσο, δυνατότητα διαφορετικής απόφασης από τον αρμόδιο εισαγγελέα.
Συγκεκριμένα, ο εισαγγελέας θα μπορεί, αφού ενημερωθεί για τα στοιχεία της υπόθεσης, να παραγγείλει την εφαρμογή της διαδικασίας για εξαιρετικούς και ειδικώς αιτιολογημένους λόγους.
Με απλά λόγια, η προτεινόμενη ρύθμιση αντιστρέφει τον συνήθη τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών ως προς το Αυτόφωρο.
Η μη εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας γίνεται ο γενικός κανόνας για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στη διάταξη, ενώ η εφαρμογή της προϋποθέτει ειδική εισαγγελική κρίση.
Πρόκειται για μια ουσιαστική δικονομική διαφοροποίηση που απαιτεί σαφή αιτιολόγηση ως προς την αναγκαιότητα και την έκτασή της.
Τι σημαίνει στην πράξη η εξαίρεση από το Αυτόφωρο
Για να γίνει κατανοητή η σημασία της ρύθμισης, χρειάζεται να διευκρινιστεί τι είναι η αυτόφωρη διαδικασία.
Το Αυτόφωρο αποτελεί ειδικό μηχανισμό της ποινικής διαδικασίας που εφαρμόζεται όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άμεση αντιμετώπιση ενός αδικήματος.
Μπορεί να περιλαμβάνει σύλληψη και ταχεία προσαγωγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης και τις προβλέψεις του νόμου.
Η εξαίρεση από αυτή τη διαδικασία δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή από κατηγορίες.
Δεν σημαίνει ότι σταματά η έρευνα, ότι αποκλείεται η άσκηση ποινικής δίωξης ή ότι ο υπάλληλος αποκτά ασυλία για ενδεχόμενες παραλείψεις.
Σημαίνει, όμως, ότι δεν θα εφαρμόζεται αυτομάτως ο συγκεκριμένος μηχανισμός άμεσης ποινικής διαδικασίας, εκτός εάν ο εισαγγελέας αποφασίσει διαφορετικά με την ειδική αιτιολογία που προβλέπει η διάταξη.
Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Οι συλλήψεις του καλοκαιριού και το παρασκήνιο
Η προτεινόμενη ρύθμιση συνδέεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, με περιστατικά της θερινής περιόδου κατά τα οποία οι πυροσβεστικές αρχές προχώρησαν σε συλλήψεις υπευθύνων του ηλεκτρικού δικτύου.
Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν πυρκαγιές που φέρονταν να σχετίζονται με τη λειτουργία ή την κατάσταση ηλεκτρικών εγκαταστάσεων.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, υπήρξαν παρεμβάσεις υπέρ της θέσπισης ειδικής διαδικαστικής προστασίας για στελέχη των διαχειριστών.
Δεν έχουν, ωστόσο, παρουσιαστεί στο διαθέσιμο υλικό επίσημα έγγραφα ή συγκεκριμένα στοιχεία που να επιτρέπουν την ανεξάρτητη επιβεβαίωση του περιεχομένου και της προέλευσης αυτών των παρεμβάσεων.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η προτεινόμενη διάταξη εμφανίζεται μετά από μια περίοδο κατά την οποία η σύνδεση πυρκαγιών με το ηλεκτρικό δίκτυο είχε απασχολήσει τις αρμόδιες αρχές.
Δημιουργείται ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων;
Ένα από τα βασικά ερωτήματα αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Η νομοθεσία μπορεί να προβλέπει διαφορετικές διαδικασίες για διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων, εφόσον υπάρχει αντικειμενική και επαρκής αιτιολόγηση.
Ωστόσο, όταν θεσπίζεται εξαίρεση από έναν γενικό δικονομικό κανόνα, τίθεται εύλογα το ερώτημα ποια χαρακτηριστικά δικαιολογούν τη διαφοροποίηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εξαίρεση συνδέεται με την ιδιότητα του αρμόδιου υπαλλήλου διαχειριστή ηλεκτρικής ενέργειας και με πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Οι επικριτές της ρύθμισης θέτουν το ερώτημα γιατί πρέπει να προβλέπεται ειδική μεταχείριση για αυτή την κατηγορία και όχι για άλλα πρόσωπα που διαχειρίζονται κρίσιμες υποδομές.
Το ζήτημα δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με την επίκληση της επικινδυνότητας του επαγγέλματος ή της σημασίας των ηλεκτρικών δικτύων.
Απαιτείται συγκεκριμένη εξήγηση για το γιατί οι ισχύουσες δικονομικές εγγυήσεις δεν θεωρούνται επαρκείς.
Η θέση του εισαγγελέα και η ειδική αιτιολόγηση
Η διάταξη δεν αφαιρεί πλήρως τη δυνατότητα εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας.
Αφήνει στον αρμόδιο εισαγγελέα την ευχέρεια να αποφασίσει διαφορετικά, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί και ειδικώς αιτιολογημένοι λόγοι.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη νομική σημασία.
Η εισαγγελική κρίση εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά ασκείται μέσα σε ένα διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο.
Το ερώτημα είναι πόσο περιοριστικά θα ερμηνεύεται η έννοια των εξαιρετικών λόγων και ποια πραγματικά περιστατικά θα μπορούν να δικαιολογούν την εφαρμογή του Αυτοφώρου.
Εξίσου σημαντικό είναι να διευκρινιστεί πώς θα ενημερώνεται ο εισαγγελέας, ποια στοιχεία θα έχει στη διάθεσή του και πώς θα διασφαλίζεται η άμεση συλλογή αποδεικτικού υλικού.
Η αποτελεσματική διερεύνηση μιας πυρκαγιάς προϋποθέτει έγκαιρη τεχνική εξέταση, διατήρηση κρίσιμων στοιχείων και σαφή καταγραφή των ενεργειών των εμπλεκομένων.
Η δικονομική μεταχείριση των υπόπτων είναι διαφορετικό ζήτημα από την υποχρέωση των αρχών να πραγματοποιούν πλήρη και ανεξάρτητη έρευνα.
Το επιχείρημα της προστασίας από πρόωρες συλλήψεις
Στη συζήτηση για τέτοιου είδους ρυθμίσεις υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που πρέπει να εξεταστεί.
Η διερεύνηση πυρκαγιών οι οποίες συνδέονται με σύνθετες τεχνικές εγκαταστάσεις μπορεί να απαιτεί εξειδικευμένες πραγματογνωμοσύνες.
Η διαπίστωση ότι μια φωτιά ξεκίνησε κοντά σε ηλεκτρικό δίκτυο δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι υπήρξε αμέλεια συγκεκριμένου στελέχους.
Πρέπει να εξακριβωθούν οι τεχνικές συνθήκες, οι αρμοδιότητες συντήρησης, η δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου και η αιτιώδης σύνδεση μιας ενδεχόμενης παράλειψης με το αποτέλεσμα.
Από αυτή την οπτική, μια νομοθετική παρέμβαση θα μπορούσε να επιδιώκει την αποφυγή συλλήψεων πριν υπάρξει επαρκής τεχνική τεκμηρίωση.
Αυτό, ωστόσο, δεν απαντά αυτομάτως στο ερώτημα γιατί χρειάζεται ειδική εξαίρεση για συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία αντί για γενικότερες δικονομικές εγγυήσεις που θα ισχύουν σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Η αναλογικότητα της ρύθμισης αποτελεί, επομένως, κεντρικό αντικείμενο της νομοθετικής συζήτησης.
Οι ευθύνες για τις πυρκαγιές δεν εξαφανίζονται
Είναι σημαντικό να διαχωριστεί η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία από την ουσιαστική ποινική ευθύνη.
Εάν από την έρευνα προκύψουν στοιχεία που θεμελιώνουν ποινική ευθύνη συγκεκριμένων προσώπων, η υπόθεση μπορεί να ακολουθήσει την προβλεπόμενη δικαστική πορεία.
Η νέα ρύθμιση, όπως περιγράφεται, δεν προβλέπει κατάργηση του αδικήματος του εμπρησμού ούτε γενική απαλλαγή των στελεχών του ηλεκτρικού δικτύου από ποινικές κυρώσεις.
Το βασικό της αντικείμενο είναι η εφαρμογή ή μη της αυτόφωρης διαδικασίας.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της.
Η διαδικασία που ακολουθείται στα πρώτα στάδια μιας ποινικής υπόθεσης αποτελεί ουσιαστικό τμήμα του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης.
Επομένως, κάθε εξαίρεση χρειάζεται να εξετάζεται τόσο ως προς τον σκοπό της όσο και ως προς τις πρακτικές συνέπειές της.
Τι σημαίνει για περιοχές όπως η Κεφαλονιά
Το ζήτημα αφορά και τις νησιωτικές περιοχές, όπου το ηλεκτρικό δίκτυο εκτείνεται συχνά σε εκτάσεις με βλάστηση, αγροτικές περιοχές και δυσπρόσιτα σημεία.
Στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, η πρόληψη των πυρκαγιών αποτελεί σημαντική προτεραιότητα, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο.
Η κατάσταση των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, η συντήρηση του δικτύου και η διαχείριση της βλάστησης κοντά σε γραμμές ηλεκτροδότησης αποτελούν ζητήματα που μπορούν να επηρεάζουν την πυροπροστασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά κοντά σε ηλεκτρική εγκατάσταση οφείλεται στο δίκτυο.
Σημαίνει, όμως, ότι όταν υπάρχουν σχετικές ενδείξεις, απαιτείται τεχνική διερεύνηση με σαφείς διαδικασίες και πλήρη τεκμηρίωση.
Για τις τοπικές κοινωνίες, το κρίσιμο ζήτημα είναι να διασφαλίζεται τόσο η πρόληψη όσο και η δυνατότητα απόδοσης ευθυνών όπου αυτές αποδεικνύονται.
Τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης
Η κοινοβουλευτική εξέταση της διάταξης δημιουργεί την ανάγκη για συγκεκριμένες απαντήσεις.
Πρώτον, ποια ακριβώς προβλήματα στη λειτουργία της ισχύουσας αυτόφωρης διαδικασίας επιχειρεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση;
Δεύτερον, για ποιον λόγο επιλέγεται ειδική εξαίρεση για αρμόδιους υπαλλήλους των διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας;
Τρίτον, ποια κριτήρια θα καθορίζουν την ύπαρξη εξαιρετικών λόγων που επιτρέπουν στον εισαγγελέα να παραγγείλει την εφαρμογή του Αυτοφώρου;
Τέταρτον, πώς θα διασφαλίζεται ότι η αλλαγή δεν θα επηρεάζει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων;
Και, τέλος, ποιοι επιστημονικοί, δικαστικοί και θεσμικοί φορείς έχουν κληθεί να διατυπώσουν άποψη για την αναγκαιότητα της ρύθμισης;
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι απαραίτητες για να αξιολογηθεί η ουσία της νομοθετικής παρέμβασης.
Η κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στη δικονομική προστασία και την ασυλία
Η δημόσια συζήτηση για τη ρύθμιση χρειάζεται να βασιστεί σε μια σαφή διάκριση.
Άλλο πράγμα είναι η προστασία ενός προσώπου από μια άμεση διαδικασία σύλληψης και άλλο η απαλλαγή του από την ποινική ευθύνη.
Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με το διαθέσιμο απόσπασμα, αφορά το πρώτο και όχι το δεύτερο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η επιλογή είναι άνευ σημασίας.
Η θέσπιση ειδικού διαδικαστικού καθεστώτος για υπαλλήλους που εμπλέκονται σε υποθέσεις με πιθανές σοβαρές συνέπειες για τη δημόσια ασφάλεια είναι μια απόφαση που χρειάζεται επαρκή τεκμηρίωση.
Το βασικό ζητούμενο είναι να συνδυαστούν η προστασία από αδικαιολόγητες συλλήψεις και η πλήρης, ανεξάρτητη διερεύνηση των πυρκαγιών, χωρίς αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις στην εφαρμογή της ποινικής διαδικασίας.
Η συζήτηση στη Βουλή θα αποτελέσει το επόμενο κρίσιμο στάδιο για την αποσαφήνιση του σκοπού, του πεδίου εφαρμογής και των εγγυήσεων της προτεινόμενης διάταξης.



