Σκέρτσος: Πανηγυρίζει για τη μείωση της στεγαστικής επιβάρυνσης, αλλά τα ενοίκια συνεχίζουν να «πνίγουν» τα νοικοκυριά

Ο υπουργός Επικρατείας επικαλείται στοιχεία της Eurostat, στεγαστικά προγράμματα και παραδείγματα από την Ισπανία για να υπερασπιστεί την κυβερνητική πολιτική. Ωστόσο, η μείωση ενός στατιστικού δείκτη δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης έλυσαν το πρόβλημα. Και η σύγκριση 15.000 εγκρίσεων στεγαστικών δανείων με 4.675 κοινωνικές κατοικίες παραβλέπει μια θεμελιώδη διαφορά.

Η απάντηση Σκέρτσου και το πραγματικό ερώτημα

Με νέα παρέμβασή του για το στεγαστικό πρόβλημα, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επιχειρεί να αντικρούσει την κριτική του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν περιορίζεται σε επιδοτήσεις, αλλά εφαρμόζει ένα ευρύτερο σχέδιο για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρίσκονται η βελτίωση ενός δείκτη της Eurostat, τα προγράμματα «Σπίτι μου», οι παρεμβάσεις για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών και η σύγκριση με την ισπανική στεγαστική πολιτική.

Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι τα ενοίκια δεν έχουν μειωθεί και ότι το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει.

Αυτή η παραδοχή, όμως, δημιουργεί και το βασικό ερώτημα: πόσο αποτελεσματική μπορεί να θεωρηθεί μια πολιτική όταν η κυβέρνηση επικαλείται τη βελτίωση των δεικτών, αλλά αναγνωρίζει ότι η πίεση στις τιμές των κατοικιών συνεχίζεται;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο με αριθμούς προγραμμάτων και εγκρίσεων. Χρειάζεται να εξεταστεί τι ακριβώς μετρά κάθε στοιχείο και ποιο αποτέλεσμα έχει για τα νοικοκυριά.

Το 36,2% έγινε 26,4% – Τι αποδεικνύει πραγματικά;

Ο Άκης Σκέρτσος επικαλείται στοιχεία που αποδίδει στη Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν σε νοικοκυριά με υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης μειώθηκε από 36,2% το 2019 σε 26,4% το 2025.

Πρόκειται, εφόσον επιβεβαιώνεται η συγκρισιμότητα των στοιχείων, για σημαντική μείωση κατά 9,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Ο συγκεκριμένος δείκτης καταγράφει το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Δεν μετρά αποκλειστικά τα ενοίκια ούτε αφορά μόνο τους νέους που αναζητούν κατοικία.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη ουσιαστική αδυναμία του κυβερνητικού επιχειρήματος.

Η μείωση του ποσοστού δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η στεγαστική πολιτική της κυβέρνησης ήταν η αιτία της βελτίωσης.

Για να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα χρειάζεται ανάλυση των μεταβολών στα εισοδήματα, στη σύνθεση των νοικοκυριών, στις επιμέρους κατηγορίες ιδιοκτητών και ενοικιαστών και στις συνθήκες της αγοράς.

Ένας δείκτης μπορεί να βελτιώνεται ενώ συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα.

Για παράδειγμα, η κατάσταση ενός νοικοκυριού που κατοικεί σε ιδιόκτητο ακίνητο χωρίς στεγαστικό δάνειο είναι διαφορετική από εκείνη ενός νέου εργαζομένου που πρέπει να νοικιάσει σπίτι με τον μισθό του.

Συνεπώς, η επίκληση ενός συνολικού ποσοστού δεν αρκεί για να περιγράψει ολόκληρη τη στεγαστική πραγματικότητα.

Η μείωση της επιβάρυνσης δεν σημαίνει ότι η κατοικία έγινε προσιτή

Υπάρχει και ένα δεύτερο σημείο που συχνά χάνεται μέσα στη στατιστική αντιπαράθεση.

Η μείωση του ποσοστού των ανθρώπων που δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο αντιμετωπίζουν εύκολα τις υποχρεώσεις τους.

Ένα νοικοκυριό που διαθέτει το 35% ή το 39% του εισοδήματός του για κατοικία μπορεί να εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έντονη οικονομική πίεση.

Επιπλέον, ο συγκεκριμένος δείκτης δεν απαντά στο ερώτημα πόσοι νέοι μπορούν να εγκαταλείψουν το πατρικό τους σπίτι, πόσα ζευγάρια μπορούν να δημιουργήσουν ανεξάρτητο νοικοκυριό ή πόσοι εργαζόμενοι μπορούν να μετακινηθούν σε άλλη πόλη χωρίς το ενοίκιο να απορροφά δυσανάλογο μέρος των αποδοχών τους.

Η βελτίωση ενός δείκτη είναι χρήσιμη πληροφορία.

Δεν αποτελεί, όμως, συνολική αποτίμηση της προσιτότητας της κατοικίας.

Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην προσφορά: Εξαγγελίες ή πραγματικά διαθέσιμα σπίτια;

Ο υπουργός Επικρατείας απορρίπτει την κατηγορία ότι η κυβέρνηση περιορίζεται στην επιδότηση της ζήτησης.

Επικαλείται κοινωνικές κατοικίες σε δημόσια ακίνητα, επιδοτήσεις ανακαινίσεων, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις και περιορισμούς στη βραχυχρόνια εκμίσθωση.

Πρόκειται πράγματι για εργαλεία που μπορούν να επηρεάσουν την προσφορά κατοικίας.

Επομένως, θα ήταν ανακριβές να υποστηριχθεί ότι δεν έχει υπάρξει καμία σχετική κυβερνητική παρέμβαση.

Ωστόσο, άλλο η ύπαρξη μιας πολιτικής και άλλο το μετρήσιμο αποτέλεσμά της.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσες επιπλέον κατοικίες έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά μέσω αυτών των μέτρων, σε ποιες περιοχές και με ποιο κόστος για τους ενοικιαστές.

Πόσα κλειστά ακίνητα ανακαινίστηκαν και μισθώθηκαν πραγματικά;

Πόσες κοινωνικές κατοικίες έχουν ολοκληρωθεί και παραδοθεί;

Πόσες κατοικίες μεταφέρθηκαν από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση;

Και, κυρίως, πόσο προσιτές είναι οι τιμές τους;

Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, η απαρίθμηση μέτρων περιγράφει κυρίως την κυβερνητική δραστηριότητα, όχι κατ’ ανάγκην την αποτελεσματικότητά της.

«Σπίτι μου ΙΙ»: Οι εγκρίσεις δανείων δεν ισοδυναμούν με κοινωνικές κατοικίες

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Άκης Σκέρτσος στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», αναφέροντας ότι έχουν εγκριθεί δάνεια πρώτης κατοικίας για περίπου 15.000 νοικοκυριά.

Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα που πρέπει να αξιολογηθεί.

Η πρόσβαση σε ευνοϊκότερη στεγαστική χρηματοδότηση μπορεί να διευκολύνει νοικοκυριά που πληρούν τις προϋποθέσεις του προγράμματος.

Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην επιδότηση ενός στεγαστικού δανείου και στη δημιουργία νέας προσιτής κατοικίας.

Το πρώτο εργαλείο ενισχύει την αγοραστική δυνατότητα συγκεκριμένων δικαιούχων.

Το δεύτερο αυξάνει το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα.

Όταν τα δάνεια χρησιμοποιούνται για την αγορά υφιστάμενων κατοικιών, δεν δημιουργούνται αυτομάτως περισσότερα σπίτια στην αγορά.

Αυτό δεν ακυρώνει την αξία του προγράμματος για όσους ωφελούνται.

Σημαίνει, όμως, ότι οι εγκρίσεις δανείων δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως ισοδύναμες με την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Επιπλέον, οι εγκρίσεις χρειάζεται να διακρίνονται από τις ολοκληρωμένες αγορές και τις τελικές εκταμιεύσεις.

Η σύγκριση με την Ισπανία και το πρόβλημα των διαφορετικών μεγεθών

Ο υπουργός Επικρατείας επικαλείται την Ισπανία για να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα πολιτικών που το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει ως θετικά παραδείγματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, ένα ισπανικό χρηματοδοτικό εργαλείο είχε σχεδιαστεί με πόρους 4 δισ. ευρώ και στόχο περίπου 43.000 κατοικίες, ενώ μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου είχαν συμβασιοποιηθεί 568 εκατ. ευρώ για 4.675 κατοικίες.

Αν τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή, αναδεικνύουν μια ουσιαστική απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση.

Αυτή η απόσταση αξίζει να εξεταστεί.

Ωστόσο, η σύγκριση με τις 15.000 εγκρίσεις του ελληνικού προγράμματος στεγαστικών δανείων δεν αφορά ομοειδή αποτελέσματα.

Στη μία περίπτωση εξετάζεται χρηματοδότηση για τη δημιουργία προσιτών κατοικιών.

Στην άλλη εξετάζεται η πρόσβαση νοικοκυριών σε δανεισμό για την απόκτηση κατοικίας.

Είναι διαφορετικές πολιτικές, με διαφορετικό αντικείμενο, διαφορετικούς δικαιούχους και διαφορετικούς χρόνους υλοποίησης.

Για μια ουσιαστική σύγκριση θα έπρεπε να εξεταστούν αντίστοιχα εργαλεία, με κοινά κριτήρια και συγκρίσιμα στάδια εφαρμογής.

Διαφορετικά, η αντιπαραβολή αριθμών μπορεί να δημιουργεί εντυπώσεις χωρίς να αποτυπώνει πραγματικά την αποτελεσματικότητα των πολιτικών.

Οι διαδηλώσεις στην Ισπανία δεν αποτελούν αξιολόγηση της ελληνικής πολιτικής

Ο Άκης Σκέρτσος αναφέρεται και στις κινητοποιήσεις Ισπανών πολιτών για προσιτή κατοικία.

Πράγματι, η ύπαρξη στεγαστικής κρίσης και κοινωνικών αντιδράσεων στην Ισπανία είναι σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση των εκεί πολιτικών.

Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι όλες οι ισπανικές παρεμβάσεις είναι αποτυχημένες ούτε ότι οι ελληνικές επιλογές είναι αποτελεσματικότερες.

Μια χώρα μπορεί να εφαρμόζει χρήσιμα μέτρα και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρές ανεπάρκειες.

Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα.

Η σύγκριση διαφορετικών χωρών χρειάζεται συγκεκριμένα δεδομένα για τα ενοίκια, τα εισοδήματα, το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και τα πραγματικά αποτελέσματα των προγραμμάτων.

Οι διαδηλώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν αυτή την ανάλυση.

Οι 40.000 κοινωνικές κατοικίες του ΠΑΣΟΚ και τα ίδια κριτήρια για όλους

Ο υπουργός Επικρατείας ζητά από το ΠΑΣΟΚ να εξηγήσει πώς θα χρηματοδοτηθεί η πρότασή του για 40.000 κοινωνικές κατοικίες, πού θα κατασκευαστούν και ποιο θα είναι το χρονοδιάγραμμα.

Πρόκειται για εύλογα ερωτήματα.

Μια πρόταση τέτοιου μεγέθους χρειάζεται σαφή κοστολόγηση, εξασφαλισμένους ή ρεαλιστικά προβλεπόμενους πόρους, μηχανισμό υλοποίησης και συγκεκριμένους όρους πρόσβασης.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει, όμως, για τις κυβερνητικές εξαγγελίες.

Κάθε σχέδιο κοινωνικής κατοικίας πρέπει να αξιολογείται με βάση τον αριθμό των κατοικιών που τελικά παραδίδονται, το ύψος του ενοικίου, τους δικαιούχους και τη διάρκεια της κοινωνικής δέσμευσης.

Η αυστηρή αξιολόγηση των προτάσεων της αντιπολίτευσης είναι θεμιτή.

Για να είναι, όμως, πειστική, πρέπει να εφαρμόζεται με την ίδια συνέπεια και στις κυβερνητικές δεσμεύσεις.

Το πραγματικό μέτρο δεν είναι οι αναρτήσεις, αλλά τα διαθέσιμα σπίτια

Στο τέλος της παρέμβασής του, ο Άκης Σκέρτσος αναφέρει ότι κοινό μέτρο για όλους πρέπει να είναι πόσοι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν σε ένα σπίτι που αντέχουν οικονομικά.

Αυτή είναι πράγματι η ουσία του στεγαστικού ζητήματος.

Για να απαντηθεί, όμως, χρειάζονται περισσότερα από την παράθεση προγραμμάτων και τη σύγκριση επιλεγμένων στατιστικών.

Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσες κατοικίες προστέθηκαν πραγματικά στην αγορά, πόσοι πολίτες απέκτησαν πρόσβαση σε προσιτή στέγη, πώς μεταβλήθηκαν τα ενοίκια σε σχέση με τα εισοδήματα και ποιες ομάδες εξακολουθούν να αποκλείονται.

Η βελτίωση ενός δείκτη της Eurostat δεν πρέπει να αγνοείται.

Ούτε, όμως, μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο μιας συνολικής αξιολόγησης της στεγαστικής πολιτικής.

Αντίστοιχα, οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν απαλλάσσονται από την ανάγκη κοστολόγησης και τεκμηρίωσης επειδή ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.

Το στεγαστικό δεν θα κριθεί από το ποιος κερδίζει την επικοινωνιακή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Άκη Σκέρτσο και το ΠΑΣΟΚ. Θα κριθεί από το πόσοι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να βρουν και να διατηρήσουν μια αξιοπρεπή κατοικία χωρίς να εξαντλούν το εισόδημά τους.

Και σε αυτό το πεδίο, οι εξαγγελίες, οι εγκρίσεις και οι στατιστικοί δείκτες χρειάζεται να συνοδεύονται από αποδεδειγμένα αποτελέσματα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ