Τα «φερέφωνα» του Μητσοτακισμού ανακάλυψαν ότι ο Σαμαράς και ο Καραμανλής πρέπει να δίνουν εξετάσεις πατριωτισμού στο Μαξίμου!

Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα γίνεται αφορμή για νέα επίθεση στους δύο πρώην πρωθυπουργούς. Η θετική αποτίμηση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας παρουσιάζεται ως απάντηση σε κάθε κριτική για την εξωτερική πολιτική, ενώ η πολυδιάστατη διπλωματία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως παρέκκλιση από τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας.

Από τον Ρούμπιο στην επίθεση κατά Σαμαρά και Καραμανλή

Ένα νέο επεισόδιο της πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από την εξωτερική πολιτική εκτυλίσσεται με αφορμή την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα.

Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ή στις διπλωματικές επαφές.

Η επίσκεψη αξιοποιείται και ως αφορμή για μια αιχμηρή επίθεση εναντίον του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή, δύο πρώην πρωθυπουργών που έχουν εκφράσει διαφορετικούς προβληματισμούς για την κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Το δημοσίευμα αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις συνεντεύξεις του Αντώνη Σαμαρά στον Νίκο Τσιούτσια, αμφισβητεί τη συνέπεια των απόψεών του και παρουσιάζει τις αναφορές του Κώστα Καραμανλή στην πολυδιάστατη διπλωματία ως επιφανειακές και ξεπερασμένες.

Πρόκειται για επιχειρηματολογία που ευθυγραμμίζεται με την υπεράσπιση της εξωτερικής πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει ότι το κείμενο υπαγορεύτηκε από το Μέγαρο Μαξίμου.

Επιτρέπει, όμως, να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική κριτική των δύο πρώην πρωθυπουργών επιχειρείται να αντικρουστεί.

Και εδώ ανακύπτει ένα βασικό ερώτημα: αποτελεί η θετική στάση της Ουάσιγκτον απόδειξη ότι όλες οι επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης είναι ορθές;

Από πότε οι δηλώσεις ενός Αμερικανού υπουργού αποτελούν πιστοποιητικό επιτυχίας;

Ο βασικός συλλογισμός του δημοσιεύματος είναι ότι οι θετικές τοποθετήσεις του Μάρκο Ρούμπιο για την ελληνική διπλωματία αποδυναμώνουν τις επικρίσεις του Αντώνη Σαμαρά.

Ωστόσο, η εκτίμηση ενός ξένου αξιωματούχου για τις διμερείς σχέσεις δεν αποτελεί συνολική αξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα και μέσα από το πρίσμα των δικών τους στρατηγικών συμφερόντων.

Η θετική αποτίμηση της συνεργασίας μπορεί να αντανακλά πραγματική πρόοδο σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια και η περιφερειακή ασφάλεια.

Δεν απαντά, όμως, αυτομάτως σε όλα τα ερωτήματα που τίθενται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την Κύπρο ή τις δυνατότητες της Ελλάδας να διατηρεί ανεξάρτητη διπλωματική πρωτοβουλία.

Για να αντικρουστεί μια συγκεκριμένη κριτική του Σαμαρά, χρειάζεται να εξεταστεί το περιεχόμενό της.

Ποια κυβερνητική επιλογή αμφισβητεί;

Ποιον κίνδυνο θεωρεί ότι δημιουργεί;

Ποια εναλλακτική προτείνει;

Και ποια στοιχεία επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν την εκτίμησή του;

Η γενική επίκληση των επαίνων ενός Αμερικανού υπουργού δεν υποκαθιστά αυτή τη συζήτηση.

Το γεγονός ότι ο Ρούμπιο δεν πήγε στην Τουρκία δεν λύνει τις ελληνοτουρκικές διαφορές

Το δημοσίευμα δίνει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο Μάρκο Ρούμπιο δεν μετέβη ακολούθως στην Τουρκία.

Η επιλογή των σταθμών μιας διπλωματικής περιοδείας μπορεί ασφαλώς να έχει πολιτικό συμβολισμό.

Όμως η απουσία μιας επίσκεψης δεν αποδεικνύει από μόνη της αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία.

Ούτε σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί τα ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα.

Για να αξιολογηθεί η ουσιαστική σημασία της επίσκεψης χρειάζονται συγκεκριμένα δεδομένα για τις συμφωνίες, τις δεσμεύσεις και τις θέσεις που διατυπώθηκαν.

Αντίθετα, η μετατροπή ενός διπλωματικού προγράμματος σε γενικό επιχείρημα εναντίον δύο πρώην πρωθυπουργών δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.

Η διπλωματία δεν είναι διαγωνισμός επισκέψεων ούτε μπορεί να μετριέται αποκλειστικά από το ποιος ξένος αξιωματούχος επέλεξε να μεταβεί σε ποια πρωτεύουσα.

Ο Σαμαράς και η ελληνοαμερικανική συνεργασία

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του δημοσιεύματος στον ρόλο του Αντώνη Σαμαρά στην ενίσχυση της ενεργειακής συνεργασίας και στον αγωγό TAP.

Εδώ αναγνωρίζεται ουσιαστικά ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει συμβάλει στον δυτικό ενεργειακό προσανατολισμό της χώρας.

Αυτή η παραδοχή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα.

Γιατί η σημερινή κριτική του προς συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές αντιμετωπίζεται περίπου ως αμφισβήτηση του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας;

Η υποστήριξη της στρατηγικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν συνεπάγεται υποχρέωση αποδοχής κάθε επιλογής μιας ελληνικής κυβέρνησης.

Ούτε η κριτική στην κυβέρνηση σημαίνει ότι κάποιος επιθυμεί απομάκρυνση της χώρας από το ΝΑΤΟ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα.

Μπορεί κανείς να θεωρεί απαραίτητη την ελληνοαμερικανική συνεργασία και ταυτόχρονα να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κυβέρνηση διαχειρίζεται συγκεκριμένα διπλωματικά θέματα.

Για να υποστηριχθεί ότι ο Σαμαράς έχει αλλάξει στρατηγικό προσανατολισμό, θα χρειάζονταν σαφείς και συγκεκριμένες τοποθετήσεις του που να αποδεικνύουν αυτή τη μεταβολή.

Η αναφορά στην πολιτική του σύγκλιση με τον Καραμανλή δεν αρκεί.

Η πολυδιάστατη διπλωματία δεν σημαίνει ίσες αποστάσεις από όλους

Η δεύτερη βασική αιχμή στρέφεται κατά του Κώστα Καραμανλή.

Η κριτική του περί μονόπλευρης εξωτερικής πολιτικής παρουσιάζεται ως επιφανειακή, με το επιχείρημα ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν πλέον την ανάπτυξη διαύλων επικοινωνίας με όλες τις πλευρές.

Εδώ, όμως, χρειάζεται να ξεκαθαριστεί τι σημαίνει πολυδιάστατη διπλωματία.

Δεν σημαίνει υποχρεωτικά ουδετερότητα.

Δεν σημαίνει ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε συμμάχους και αντιπάλους.

Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τις διεθνείς δεσμεύσεις της.

Σημαίνει ότι μια χώρα μπορεί να διατηρεί σταθερό στρατηγικό προσανατολισμό και παράλληλα να αξιοποιεί διπλωματικούς διαύλους με περισσότερους διεθνείς συνομιλητές, όπου αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τις υποχρεώσεις της.

Η πραγματική συζήτηση αφορά τα όρια, τους κινδύνους και τα πιθανά οφέλη μιας τέτοιας προσέγγισης.

Αν κάποιος θεωρεί ότι συγκεκριμένες σχέσεις με τη Ρωσία ή την Κίνα είναι ασύμβατες με τις σημερινές συνθήκες, μπορεί να το τεκμηριώσει.

Αλλά η γενική απαξίωση της πολυδιάστατης διπλωματίας δεν αποτελεί από μόνη της απάντηση.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και το ιστορικό παράδειγμα που δημιουργεί ερωτήματα

Το δημοσίευμα επικαλείται τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την απόφασή του, το 1974, να αποσύρει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ως αντίδραση στα γεγονότα της Κύπρου.

Πρόκειται για ένα ιστορικό παράδειγμα που αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής.

Η συμμετοχή σε μια συμμαχία δεν συνεπάγεται ότι ένα κράτος παραιτείται από τη δυνατότητα να εκφράζει διαφωνίες ή να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες όταν θεωρεί ότι διακυβεύονται κρίσιμα εθνικά συμφέροντα.

Η απόφαση του 1974 ελήφθη σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες και δεν μπορεί να μεταφερθεί μηχανικά στο σήμερα.

Ωστόσο, η επίκλησή της υπογραμμίζει κάτι που αξίζει να συζητηθεί: πώς συνδυάζονται η συμμετοχή στις δυτικές συμμαχίες και η δυνατότητα άσκησης αυτόνομης εθνικής πολιτικής;

Αυτό είναι ένα ουσιαστικό ερώτημα.

Δεν απαντάται ούτε με την απαίτηση να ακολουθεί η Ελλάδα άκριτα κάθε αμερικανική επιλογή ούτε με την αντίληψη ότι οι συμμαχικές δεσμεύσεις μπορούν να αγνοούνται χωρίς συνέπειες.

Γιατί η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε προσωπική ειρωνεία;

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του κειμένου είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα πρόσωπα.

Η συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά στον Νίκο Τσιούτσια γίνεται αντικείμενο ειρωνικών συγκρίσεων.

Ο πρώην πρωθυπουργός χαρακτηρίζεται «αμερικανοτραφής», ενώ η πολιτική του προσέγγιση με τον Κώστα Καραμανλή παρουσιάζεται με υπαινιγμούς για προσωπικές σκοπιμότητες.

Ανάλογες ειρωνείες διατυπώνονται για την παρουσία του Καραμανλή σε ελληνοκινεζικό φόρουμ και για συνομιλητές που προέρχονται από τον επιχειρηματικό κόσμο.

Οι χαρακτηρισμοί αυτοί μπορούν να αποτελούν μέρος ενός αιχμηρού πολιτικού σχολίου.

Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι οι θέσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών είναι λανθασμένες.

Αν ο Σαμαράς έχει διατυπώσει αντιφατικές θέσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίφαση μπορεί να παρουσιαστεί με συγκεκριμένα αποσπάσματα και ημερομηνίες.

Αν ο Καραμανλής προτείνει μια διπλωματική προσέγγιση που δεν μπορεί να εφαρμοστεί, μπορούν να εξηγηθούν οι πρακτικές δυσκολίες της.

Η προσωπική ειρωνεία δεν υποκαθιστά την τεκμηρίωση.

Η επίσκεψη Ρούμπιο και τα όρια της κυβερνητικής επιτυχίας

Η ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η συνεργασία στην άμυνα, στην ενέργεια και στην περιφερειακή ασφάλεια μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικά οφέλη.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η αξιολόγηση πρέπει να περιορίζεται στις θετικές δηλώσεις ή στους συμβολισμούς μιας επίσκεψης.

Το κρίσιμο είναι τι συμφωνήθηκε, ποιες δεσμεύσεις αναλήφθηκαν, ποια ελληνικά συμφέροντα εξυπηρετούνται και ποιες εκκρεμότητες παραμένουν.

Αντίστοιχα, η κριτική των πρώην πρωθυπουργών πρέπει να εξετάζεται με βάση το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και όχι μόνο την πολιτική τους σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Το γεγονός ότι ο Σαμαράς και ο Καραμανλής έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις από τη σημερινή κυβέρνηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι προσεγγίσεις τους είναι ορθές.

Δεν σημαίνει, όμως, ούτε ότι είναι λανθασμένες επειδή αμφισβητούν κυβερνητικές επιλογές.

Το ουσιαστικό ερώτημα για το Μαξίμου

Το συγκεκριμένο δημοσίευμα αναδεικνύει μια ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση: ποιος καθορίζει τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται η ελληνική εξωτερική πολιτική;

Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη των αποφάσεων και δικαιούται να υπερασπίζεται τα αποτελέσματά της.

Οι πρώην πρωθυπουργοί, από την πλευρά τους, έχουν δικαίωμα να διατυπώνουν ενστάσεις, ακόμη και ιδιαίτερα αυστηρές.

Η κριτική προς τον Σαμαρά και τον Καραμανλή είναι θεμιτή όταν βασίζεται σε συγκεκριμένες θέσεις, αποφάσεις και αποτελέσματα.

Αντίστοιχα, η θετική αποτίμηση της επίσκεψης Ρούμπιο δεν μπορεί να λειτουργεί ως γενική απάντηση σε κάθε προβληματισμό για την εξωτερική πολιτική.

Η επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας δεν αποδεικνύεται μόνο από το πόσο θετικά μιλούν οι σύμμαχοι για την Ελλάδα. Αποτιμάται και από το κατά πόσο οι συνεργασίες αυτές υπηρετούν συγκεκριμένα ελληνικά συμφέροντα.

Και η διαφωνία για τον τρόπο με τον οποίο υπηρετούνται αυτά τα συμφέροντα δεν πρέπει να συγχέεται με αμφισβήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας.

Η συζήτηση για τον Ρούμπιο, τον Σαμαρά και τον Καραμανλή έχει νόημα όταν εξετάζει αυτά τα ερωτήματα.

Όχι όταν περιορίζεται σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς και υπαινιγμούς για τα κίνητρα των πολιτικών αντιπάλων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ