Η ανακοίνωση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη, για αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% δημιουργεί εύλογες προσδοκίες σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά που προετοιμάζονται για έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα.
Το ποσοστό ακούγεται σημαντικό. Και πράγματι, η αύξηση ενός κοινωνικού επιδόματος αποτελεί πρόσθετη οικονομική ενίσχυση για τους δικαιούχους του.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα που δεν απαντάται από το μέγεθος της εξαγγελίας: Πόσο από το πραγματικό επιπλέον κόστος θέρμανσης θα καλύψει αυτή η αύξηση;
Γιατί άλλο πράγμα είναι η αύξηση του επιδόματος κατά 30% και εντελώς διαφορετικό η αύξηση της δαπάνης που απαιτείται για να ζεσταθεί ένα σπίτι.
Από τα 1,128 ευρώ σε έναν πολύ ακριβότερο χειμώνα
Η περσινή περίοδος διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης ξεκίνησε με πανελλαδική μέση τιμή περίπου 1,128 ευρώ το λίτρο.
Στο τέλος Απριλίου 2026, η αντίστοιχη τιμή είχε φτάσει στα 1,738 ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της ενεργειακής πίεσης.
Για τη νέα χειμερινή περίοδο, η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει την τιμή κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, αξιοποιώντας και την απευθείας επιδότηση στην αντλία.
Η τελική τιμή εκκίνησης θα γίνει γνωστή με την έναρξη της διάθεσης στις 15 Οκτωβρίου.
Ακόμη όμως και σε ένα ευνοϊκότερο σενάριο, όπου το πετρέλαιο θα πωλείται προς 1,50 ευρώ το λίτρο, η διαφορά σε σχέση με την περσινή εκκίνηση παραμένει σημαντική.
Για ένα νοικοκυριό που αγοράζει 1.000 λίτρα, η περσινή δαπάνη με τιμή 1,128 ευρώ ήταν 1.128 ευρώ.
Με τιμή 1,50 ευρώ, η ίδια ποσότητα κοστίζει 1.500 ευρώ.
Δηλαδή 372 ευρώ περισσότερα.
Εάν η τιμή διαμορφωθεί στα 1,60 ευρώ, η πρόσθετη επιβάρυνση ανεβαίνει στα 472 ευρώ.
Και εάν φτάσει στα 1,75 ευρώ, η διαφορά αγγίζει τα 622 ευρώ.
Πρόκειται για ποσά που δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέα, ιδιαίτερα για οικογένειες με περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα.
Η αύξηση των 90 ευρώ απέναντι σε εκατοντάδες ευρώ πρόσθετης δαπάνης
Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα.
Μια οικογένεια που πέρυσι εισέπραξε 300 ευρώ ως επίδομα θέρμανσης, με αύξηση 30% θα εισπράξει φέτος 390 ευρώ, εφόσον εξακολουθεί να δικαιούται το ίδιο ποσό βάσης.
Το πραγματικό όφελος είναι 90 ευρώ.
Εάν, όμως, για την ίδια ποσότητα πετρελαίου χρειαστεί να πληρώσει 472 ευρώ περισσότερα, τότε η αύξηση του επιδόματος θα καλύψει μόλις το 19% της πρόσθετης δαπάνης.
Η οικογένεια θα επιβαρυνθεί τελικά με 382 ευρώ περισσότερα από πέρυσι, ακόμη και μετά την πρόσθετη ενίσχυση.
Το παράδειγμα είναι υποθετικό, αλλά αποκαλύπτει μια πραγματική οικονομική σχέση.
Το επίδομα αυξάνεται ως ποσοστό ενός περιορισμένου ποσού. Αντίθετα, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου εφαρμόζεται στο σύνολο των λίτρων που αγοράζει το νοικοκυριό.
Αυτή η διαφορά είναι καθοριστική για την πραγματική αγοραστική δύναμη των οικογενειών.
Η επιδότηση στην αντλία αλλάζει τον υπολογισμό
Θα ήταν, βεβαίως, ελλιπές να εξεταστεί αποκλειστικά η αύξηση του επιδόματος, χωρίς να ληφθεί υπόψη η δεύτερη κυβερνητική παρέμβαση.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει και απευθείας επιδότηση στην αντλία, με στόχο τη μείωση της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής.
Η παρέμβαση αυτή έχει διαφορετικό αποτέλεσμα από το επίδομα θέρμανσης, καθώς μειώνει τη δαπάνη ανά λίτρο.
Επομένως, η συνολική αποτελεσματικότητα των μέτρων θα εξαρτηθεί από την τελική τιμή στην οποία θα διατίθεται το πετρέλαιο, από το ποσό που θα λάβει κάθε δικαιούχος και από τις πραγματικές ανάγκες κατανάλωσης.
Το γεγονός, πάντως, ότι απαιτούνται ταυτόχρονα δύο μορφές ενίσχυσης αποτυπώνει πόσο έντονη είναι η πίεση που ασκεί το ενεργειακό κόστος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το πρόβλημα για όσους μένουν εκτός επιδόματος
Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό που έχει παρουσιαστεί, τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια του επιδόματος δεν πρόκειται να διευρυνθούν.
Αυτό σημαίνει ότι νοικοκυριά που βρίσκονται λίγο πάνω από τα υφιστάμενα όρια δεν θα επωφεληθούν από την αύξηση του επιδόματος, παρότι αντιμετωπίζουν και αυτά την άνοδο των τιμών.
Θα έχουν όφελος από την επιδότηση στην αντλία, εφόσον αγοράζουν πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά όχι από την πρόσθετη στοχευμένη οικονομική ενίσχυση.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Η πραγματική δοκιμασία θα γίνει στην παραγγελία του πετρελαίου
Η αύξηση κατά 30% αποτελεί μια συγκεκριμένη οικονομική παρέμβαση. Δεν μπορεί, όμως, από μόνη της να αποτελέσει απόδειξη ότι το κόστος θέρμανσης θα επιστρέψει στα περσινά επίπεδα.
Η απάντηση θα προκύψει από τη σύγκριση των πραγματικών δαπανών.
Πόσα πλήρωσε πέρυσι μια οικογένεια για συγκεκριμένη ποσότητα πετρελαίου; Πόσα θα πληρώσει φέτος; Πόση επιπλέον ενίσχυση θα εισπράξει;
Αυτά είναι τα μεγέθη που καθορίζουν εάν η οικονομική επιβάρυνση περιορίζεται ουσιαστικά.
Και η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τις περιοχές με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, αλλά και για τις νησιωτικές περιοχές, όπου το μεταφορικό κόστος μπορεί να επηρεάζει την τελική τιμή.
Η ουσία, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στο ποσοστό αύξησης ενός επιδόματος.
Βρίσκεται στο τελικό ποσό που απομένει να πληρώσει ο πολίτης.
Γιατί ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν υπολογίζει ποσοστά εξαγγελιών. Υπολογίζει ευρώ που μπαίνουν και ευρώ που βγαίνουν από το σπίτι.



