Η δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα, οι οικονομικές πιέσεις και η συζήτηση για νέους πολιτικούς σχηματισμούς δημιουργούν ένα σύνθετο εκλογικό περιβάλλον. Γιατί η προσέλευση στις κάλπες μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τα ποσοστά των κομμάτων.
Η αντισυστημική ψήφος επανέρχεται στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών, καθώς η δυσαρέσκεια απέναντι στους παραδοσιακούς πολιτικούς φορείς συνυπάρχει με την οικονομική πίεση και την αναζήτηση εναλλακτικών πολιτικών επιλογών.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τοποθετήσει χρονικά τις εκλογές την άνοιξη του 2027, χωρίς να έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία. Η 9η Μαΐου εμφανίζεται ως ένα από τα σενάρια που συζητούνται, όχι όμως ως οριστική επιλογή.
Πέρα από τον χρόνο διεξαγωγής τους, ένα από τα βασικά ζητήματα που θα απασχολήσουν την εκλογική ανάλυση είναι η συμπεριφορά των πολιτών που δηλώνουν απογοητευμένοι από το σημερινό πολιτικό σύστημα.
Πρόκειται για ένα ετερογενές εκλογικό ακροατήριο, το οποίο δεν χαρακτηρίζεται απαραίτητα από κοινή ιδεολογική ταυτότητα.
Σε αυτό μπορεί να συναντώνται ψηφοφόροι με διαφορετικές αφετηρίες, οι οποίοι εκφράζουν δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, την οικονομική τους κατάσταση, τη λειτουργία των θεσμών ή τις επιλογές των κυβερνήσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η δυσαρέσκεια αυτή θα μετατραπεί σε ψήφο, σε αποχή ή σε στήριξη διαφορετικών πολιτικών σχηματισμών.
Η αντισυστημική ψήφος δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό ρεύμα
Ο όρος «αντισυστημική ψήφος» χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει πολιτικές επιλογές που εκφράζουν αμφισβήτηση των καθιερωμένων κομμάτων και των θεσμών εξουσίας.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα ενιαίο ιδεολογικό ρεύμα.
Η δυσαρέσκεια μπορεί να εκφράζεται μέσα από αριστερές, δεξιές, ακροδεξιές ή άλλες πολιτικές επιλογές, ενώ ένα μέρος των πολιτών επιλέγει να μην συμμετέχει καθόλου στην εκλογική διαδικασία.
Αυτή η πολυμορφία δυσκολεύει τη μετατροπή της γενικής δυσαρέσκειας σε συγκεκριμένη εκλογική εκτίμηση.
Ένας πολίτης που δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται τα παραδοσιακά κόμματα δεν είναι δεδομένο ότι θα στηρίξει έναν νέο πολιτικό σχηματισμό.
Μπορεί να επιστρέψει σε προηγούμενη επιλογή του, να ψηφίσει ένα ήδη υπάρχον μικρότερο κόμμα ή να απέχει.
Γι’ αυτό και οι δημοσκοπήσεις που καταγράφουν δυνητική απήχηση νέων σχηματισμών πρέπει να διαβάζονται διαφορετικά από τις μετρήσεις πρόθεσης ψήφου.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της δυσαρέσκειας
Η συζήτηση για την αντισυστημική ψήφο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ενισχυθεί πολιτικές δυνάμεις που ασκούν κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις μεταναστευτικές πολιτικές ή στον τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών και ενεργειακών κρίσεων.
Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι ίδιες σε κάθε χώρα.
Ο ευρωσκεπτικισμός περιλαμβάνει διαφορετικές πολιτικές στάσεις, από την κριτική σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πολιτικές έως την αμφισβήτηση της ίδιας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Επίσης, η κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως φιλορωσικό προσανατολισμό.
Οι υψηλές τιμές ενέργειας, η αγοραστική δύναμη, η μετανάστευση και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελούν διαφορετικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν την εκλογική συμπεριφορά.
Η σημασία καθενός από αυτούς διαφέρει ανά χώρα και κοινωνική ομάδα.
Η συζήτηση για Καρυστιανού και Κασιδιάρη
Στην Ελλάδα, μέρος της πολιτικής συζήτησης επικεντρώνεται στη δυνητική απήχηση νέων σχηματισμών που επιχειρούν να απευθυνθούν σε δυσαρεστημένους ψηφοφόρους.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν αναφερθεί πολιτικά σενάρια που συνδέονται με τη Μαρία Καρυστιανού, ενώ το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερη δημοσιότητα συγκεντρώνει η «Συμμαχία Ελλήνων», την οποία υποστηρίζει ο Ηλίας Κασιδιάρης.
Ο Κασιδιάρης, πρώην στέλεχος της Χρυσής Αυγής, συνδέεται πολιτικά με τον ακροδεξιό χώρο. Η συζήτηση για τη δυνατότητα εκλογικής συμμετοχής ενός σχηματισμού που τον υποστηρίζει είναι διακριτή από την καταγραφή της δημοσκοπικής του απήχησης.
Σε δημοσιεύματα έχουν παρουσιαστεί σενάρια που τοποθετούν τη δυνητική εκλογική επίδοση της «Συμμαχίας Ελλήνων» σε διψήφια ποσοστά.
Ωστόσο, τέτοιες εκτιμήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επιβεβαιωμένη πρόθεση ψήφου χωρίς συγκεκριμένη δημοσκόπηση, γνωστή μεθοδολογία και σαφή διατύπωση της ερώτησης.
Το ίδιο ισχύει για αναφορές σε προηγούμενη δυνητική απήχηση πολιτικών πρωτοβουλιών που συνδέθηκαν με τη Μαρία Καρυστιανού.
Η σύγκριση διαφορετικών μετρήσεων απαιτεί προσοχή, καθώς οι δημοσκοπήσεις μπορεί να εξετάζουν διαφορετικά ερωτήματα και διαφορετικά υποθετικά σενάρια.
Οι νέοι ψηφοφόροι και η πολιτική αποστασιοποίηση
Ένα ακόμη πεδίο ενδιαφέροντος είναι η εκλογική συμπεριφορά των νεότερων ηλικιών.
Οι νέοι πολίτες μπορεί να εμφανίζουν διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες από τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Η στεγαστική δυσκολία, οι αμοιβές, η εργασιακή ανασφάλεια, η δυνατότητα οικονομικής ανεξαρτησίας και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελούν ζητήματα που μπορούν να επηρεάζουν τις επιλογές τους.
Παράλληλα, η ενημέρωση μέσω κοινωνικών δικτύων έχει διαφοροποιήσει τον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται πολιτικά μηνύματα και διαμορφώνονται δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι ένα συγκεκριμένο κόμμα κυριαρχεί στους νέους χωρίς αναλυτικά και αντιπροσωπευτικά δημοσκοπικά στοιχεία.
Η δημοφιλία ενός πολιτικού προσώπου στα κοινωνικά δίκτυα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με εκλογική επιρροή.
Αντίστοιχα, η έντονη διαδικτυακή παρουσία δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι υποστηρικτές ενός κόμματος θα προσέλθουν μαζικά στις κάλπες.
Η συμμετοχή μπορεί να αλλάξει τα ποσοστά
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της εκλογικής αριθμητικής είναι ότι το ποσοστό ενός κόμματος εξαρτάται τόσο από τις ψήφους που συγκεντρώνει όσο και από το συνολικό πλήθος των έγκυρων ψηφοδελτίων.
Για να γίνει κατανοητή η επίδραση της συμμετοχής, αρκεί ένα υποθετικό παράδειγμα.
Αν ένα κόμμα συγκεντρώσει 1.300.000 ψήφους και καταμετρηθούν 5.300.000 έγκυρα ψηφοδέλτια, το ποσοστό του θα διαμορφωθεί περίπου στο 24,5%.
Αν συγκεντρώσει ακριβώς τον ίδιο αριθμό ψήφων, αλλά τα έγκυρα ψηφοδέλτια αυξηθούν σε 5.600.000, το ποσοστό του θα υποχωρήσει περίπου στο 23,2%.
Η μεταβολή αυτή δεν σημαίνει ότι το κόμμα έχασε ψηφοφόρους. Προκύπτει επειδή αυξήθηκε ο συνολικός αριθμός των έγκυρων ψήφων.
<escape>Αντίστοιχα, ένα κόμμα με 550.000 ψήφους θα συγκέντρωνε περίπου 9,8% επί 5.600.000 έγκυρων ψηφοδελτίων.</escape>
Οι υπολογισμοί αυτοί αποτελούν αριθμητικά παραδείγματα και όχι προβλέψεις για τη Νέα Δημοκρατία, τη «Συμμαχία Ελλήνων» ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα.
Επιπλέον, η συνολική προσέλευση δεν ταυτίζεται απολύτως με τον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων, καθώς υπάρχουν και άκυρα ή λευκά.
Γιατί η αυξημένη συμμετοχή δεν ευνοεί αυτομάτως ένα συγκεκριμένο κόμμα
Η υπόθεση ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή ευνοεί υποχρεωτικά τα μικρότερα ή τα αντισυστημικά κόμματα δεν αποτελεί γενικό εκλογικό κανόνα.
Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το ποιοι είναι οι πρόσθετοι ψηφοφόροι και πώς κατανέμονται οι επιλογές τους.
Εάν οι πολίτες που προηγουμένως απείχαν στηρίξουν κυρίως μικρότερους σχηματισμούς, μπορεί να αλλάξουν οι σχετικοί συσχετισμοί.
Εάν, αντίθετα, στηρίξουν σε σημαντικό βαθμό τα μεγαλύτερα κόμματα, η επίδραση θα είναι διαφορετική.
Επομένως, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο πόσοι θα ψηφίσουν, αλλά και η πολιτική σύνθεση όσων θα συμμετάσχουν.
Για να αξιολογηθεί αυτός ο παράγοντας απαιτούνται στοιχεία για την πρόθεση συμμετοχής, την προηγούμενη ψήφο και τη σημερινή πολιτική προτίμηση.
Οι διεργασίες στον χώρο της Δεξιάς
Πέρα από την αντισυστημική ψήφο, η Νέα Δημοκρατία παρακολουθεί και τις διεργασίες στον ευρύτερο συντηρητικό χώρο.
Η συζήτηση για ενδεχόμενη πολιτική πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά, καθώς και η παρουσία της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου και της Φωνής Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου, αναδεικνύουν διαφορετικές πολιτικές εκφράσεις δεξιότερα του κυβερνώντος κόμματος.
Τα συγκεκριμένα ακροατήρια δεν είναι απαραίτητα ταυτόσημα.
Διαφέρουν ως προς τις πολιτικές προτεραιότητες, τις θέσεις για την οικονομία, τα εθνικά θέματα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λειτουργία των θεσμών.
Η ύπαρξη πολλών σχηματισμών στον ίδιο ευρύτερο πολιτικό χώρο δημιουργεί ερωτήματα για τον κατακερματισμό της ψήφου και για τις ενδεχόμενες μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων.
Η έκταση αυτών των μετακινήσεων, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί χωρίς αναλυτικά δημοσκοπικά δεδομένα.
Το δίλημμα «σύστημα ή αντισύστημα» και τα όριά του
Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε καθιερωμένους πολιτικούς φορείς και δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως αντισυστημικές αποτελεί μία από τις διαστάσεις του σύγχρονου πολιτικού ανταγωνισμού.
Δεν καταργεί, όμως, τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαφορές.
Η οικονομική πολιτική, η φορολογία, το κοινωνικό κράτος, η εξωτερική πολιτική, η μετανάστευση και τα ατομικά δικαιώματα εξακολουθούν να αποτελούν πεδία ουσιαστικών πολιτικών διαφωνιών.
Επίσης, ο αυτοχαρακτηρισμός ενός πολιτικού φορέα ως «αντισυστημικού» δεν αποτελεί απόδειξη ότι είναι ανεξάρτητος από συμφέροντα ή ότι διαθέτει διαφορετική πρακτική διακυβέρνησης.
Αντίστοιχα, η συμμετοχή ενός κόμματος στην κυβερνητική εξουσία δεν αρκεί για να τεκμηριωθούν γενικευμένοι χαρακτηρισμοί περί διαφθοράς.
Η αξιολόγηση των πολιτικών φορέων προϋποθέτει εξέταση των συγκεκριμένων θέσεων, των πράξεων και της δημόσιας λογοδοσίας τους.
Το πραγματικό ερώτημα των εκλογών του 2027
Η εκλογική αναμέτρηση του 2027 θα πραγματοποιηθεί σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική πίεση, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και οι πολιτικές ανακατατάξεις βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η αντισυστημική ψήφος αποτελεί ένα από τα φαινόμενα που χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι θα εκφραστεί ενιαία.
Η εκλογική συμμετοχή μπορεί πράγματι να επηρεάσει σημαντικά τα τελικά ποσοστά, όπως δείχνει και η αριθμητική των υποθετικών παραδειγμάτων.
Το ποια κόμματα θα ωφεληθούν ή θα επηρεαστούν θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές επιλογές των πολιτών και όχι μόνο από το συνολικό ύψος της προσέλευσης.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πόσοι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι υπάρχουν, αλλά πώς θα εκφράσουν πολιτικά αυτή τη δυσαρέσκεια όταν φτάσει η ώρα της κάλπης.
Η αριθμητική της συμμετοχής
Υποθετικό παράδειγμα με σταθερές 1.300.000 ψήφους
5,3 εκατ. έγκυρα
24,53%
5,6 εκατ. έγκυρα
23,21%
Διαφορά 1,32 ποσοστιαίων μονάδων, χωρίς μεταβολή των ψήφων του κόμματος. Δεν αποτελεί εκλογική πρόβλεψη.



