Μαρινάκης: Τα επιδόματα αυξάνονται, αλλά ο λογαριασμός της θέρμανσης μεγαλώνει – Τι δεν απαντά η σύγκριση με τον Τσίπρα

Η κυβέρνηση επικαλείται την αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης και τη μείωση της τιμής του πετρελαίου με κρατική επιδότηση και εκπτώσεις των διυλιστηρίων. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι πόσο πληρώνει τελικά το νοικοκυριό σε σχέση με πέρυσι και ποιοι μένουν εκτός ενίσχυσης.

Η πολιτική αντιπαράθεση για το πετρέλαιο θέρμανσης μεταφέρθηκε και στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης για την επάρκεια των μέτρων.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίστηκε τις παρεμβάσεις, επικαλούμενος τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη σημαντική ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα, αντιπαρέβαλε το σημερινό ανώτατο επίδομα με εκείνο της περιόδου διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Η σύγκριση έχει πολιτικό ενδιαφέρον. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να απαντήσει στο βασικό οικονομικό ερώτημα.

Πόσο κοστίζει σήμερα η θέρμανση ενός νοικοκυριού και πόσο από αυτό το κόστος καλύπτουν τα νέα μέτρα;

Από το 1,10 ευρώ στο 1,55 ευρώ το λίτρο

Τον Οκτώβριο του 2025, η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης βρισκόταν κοντά στο 1,10 ευρώ το λίτρο, με διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και προμηθευτή.

Για τον Οκτώβριο του 2026, η κυβέρνηση εκτιμά ότι η τιμή, χωρίς τις νέες παρεμβάσεις, θα διαμορφωνόταν περίπου στο 1,95 ευρώ.

Με την κρατική επιδότηση των 20 λεπτών ανά λίτρο και την πρόσθετη έκπτωση 20 λεπτών από τα διυλιστήρια, η εκτιμώμενη τιμή περιορίζεται στο 1,55 ευρώ.

Πρόκειται για ουσιαστική μείωση σε σχέση με το υποθετικό επίπεδο των 1,95 ευρώ.

Ωστόσο, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, η τιμή παραμένει σημαντικά υψηλότερη.

Η διαφορά από το 1,10 στο 1,55 ευρώ αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 41%.

Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν συζητείται η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Η επιδότηση περιορίζει την επιβάρυνση που θα υπήρχε χωρίς παρέμβαση.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι επαναφέρει το κόστος στα περσινά επίπεδα.

Τι σημαίνει στην πράξη η αύξηση του επιδόματος κατά 30%

Ας εξετάσουμε ένα ενδεικτικό νοικοκυριό που αγοράζει 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης.

Με τιμή 1,10 ευρώ το λίτρο, η περσινή δαπάνη ήταν 1.100 ευρώ.

Με τιμή 1,55 ευρώ, η φετινή δαπάνη φτάνει τα 1.550 ευρώ.

Η διαφορά είναι 450 ευρώ.

Εάν το συγκεκριμένο νοικοκυριό έλαβε πέρυσι επίδομα 300 ευρώ, με αύξηση 30% θα λάβει φέτος 390 ευρώ.

Η πρόσθετη ενίσχυση είναι 90 ευρώ.

Συνεπώς, η καθαρή επιβάρυνση αυξάνεται κατά 360 ευρώ, εφόσον παραμένουν ίδια η κατανάλωση και τα υπόλοιπα δεδομένα.

Το παράδειγμα δεν περιγράφει κάθε δικαιούχο.

Δείχνει, όμως, γιατί η ποσοστιαία αύξηση ενός επιδόματος δεν μπορεί να αξιολογείται ανεξάρτητα από την αύξηση της τιμής του προϊόντος που επιδοτεί.

Ο λογαριασμός για διαφορετικές ποσότητες

Με βάση τις ενδεικτικές τιμές εκκίνησης 1,10 ευρώ το 2025 και 1,55 ευρώ το 2026, προκύπτουν οι ακόλουθες διαφορές:

Ποσότητα Κόστος 2025 Κόστος 2026 Επιπλέον δαπάνη
500 λίτρα 550 € 775 € 225 €
1.000 λίτρα 1.100 € 1.550 € 450 €
1.500 λίτρα 1.650 € 2.325 € 675 €
2.000 λίτρα 2.200 € 3.100 € 900 €

Οι υπολογισμοί αφορούν ενδεικτικά σενάρια σταθερής κατανάλωσης και όχι πρόβλεψη των τιμών ολόκληρου του χειμώνα.

Δείχνουν πάντως ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα που απαιτείται για τη θέρμανση ενός σπιτιού, τόσο μεγαλύτερη είναι η πρόσθετη δαπάνη σε απόλυτους αριθμούς.

Το ανώτατο επίδομα δεν είναι το επίδομα όλων

Ο Παύλος Μαρινάκης επικαλέστηκε τη σημαντική αύξηση του μέγιστου ποσού του επιδόματος θέρμανσης σε σχέση με την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Η σύγκριση των ανώτατων ορίων μπορεί να αποτυπώνει την εξέλιξη του θεσμού.

Δεν αποτυπώνει, όμως, από μόνη της το ποσό που καταλήγει σε κάθε νοικοκυριό.

Για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027, το ανώτατο ποσό αυξάνεται από 1.200 σε 1.560 ευρώ.

Το ποσό αυτό αφορά ειδικές περιπτώσεις με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης και δεν αποτελεί τη συνήθη ενίσχυση όλων των δικαιούχων.

Η κυβέρνηση έχει δώσει ενδεικτικά παραδείγματα: νοικοκυριό που θα λάμβανε 500 ευρώ δικαιούται πλέον 650 ευρώ, ενώ ενίσχυση 800 ευρώ αυξάνεται σε 1.040 ευρώ.

Επομένως, η ουσιαστική σύγκριση δεν είναι μόνο ανάμεσα στα μέγιστα ποσά διαφορετικών κυβερνητικών περιόδων.

Χρειάζεται να εξεταστούν το μέσο καταβαλλόμενο επίδομα, ο αριθμός των δικαιούχων, τα κριτήρια και το κόστος της θέρμανσης σε κάθε περίοδο.

Το πρόβλημα για όσους δεν δικαιούνται επίδομα

Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, περίπου 750.000 νοικοκυριά που χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης πληρούν τα κριτήρια για το σχετικό επίδομα, σε σύνολο περίπου 1,3 εκατομμυρίων.

Αυτό σημαίνει ότι σημαντικός αριθμός νοικοκυριών δεν καλύπτεται από την εισοδηματικά και περιουσιακά στοχευμένη ενίσχυση.

Τα νοικοκυριά αυτά ωφελούνται από την οριζόντια μείωση της τιμής στην αντλία όσο ισχύει.

Δεν λαμβάνουν, όμως, την πρόσθετη αύξηση του επιδόματος.

Για αυτά, η διαφορά ανάμεσα στην περσινή και στη φετινή τιμή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Επιπλέον, η άμεση επιδότηση στην αντλία έχει ανακοινωθεί για το διάστημα από 15 έως 31 Οκτωβρίου.

Δεν πρέπει συνεπώς να θεωρείται δεδομένο ότι η ίδια μείωση θα ισχύει σε όλη τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου.

Η πορεία των διεθνών τιμών και οι επόμενες κυβερνητικές αποφάσεις θα επηρεάσουν το τελικό κόστος.

«Τα χρήματα δεν φυτρώνουν»: Ένα σωστό επιχείρημα που δεν τελειώνει τη συζήτηση

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επισήμανε ότι οι ενισχύσεις χρηματοδοτούνται από τα χρήματα των φορολογουμένων.

Αυτό είναι ένα πραγματικό δημοσιονομικό δεδομένο.

Κάθε μέτρο έχει κόστος και κάθε κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί από πού προέρχονται οι πόροι που διαθέτει.

Η δημοσιονομική υπευθυνότητα είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν οι διεθνείς ενεργειακές τιμές παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις.

Αλλά η αναφορά στο κόστος δεν απαντά αυτομάτως στην κριτική για την κατανομή των διαθέσιμων πόρων.

Μπορεί να υπάρχει διαφωνία όχι μόνο για το συνολικό ποσό που δαπανάται, αλλά και για το ποιοι ενισχύονται, πόσο ενισχύονται και για πόσο χρονικό διάστημα.

Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει πρόσθετη δαπάνη 52 εκατομμυρίων ευρώ για την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και 46 εκατομμύρια ευρώ για τις άμεσες επιδοτήσεις καυσίμων στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.

Τα ποσά αυτά είναι συγκεκριμένα και επιτρέπουν ουσιαστική συζήτηση.

Η αντιπολίτευση, αντίστοιχα, οφείλει να παρουσιάζει κοστολογημένες εναλλακτικές όταν ζητά μεγαλύτερες ενισχύσεις.

Έτσι η αντιπαράθεση μπορεί να μετακινηθεί από τους χαρακτηρισμούς στη σύγκριση πραγματικών δημοσιονομικών επιλογών.

Η σύγκριση με τον Τσίπρα και το ερώτημα του σήμερα

Η αναφορά στο επίδομα της περιόδου Τσίπρα αποτελεί μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης για την πορεία των κοινωνικών ενισχύσεων.

Όμως, ακόμη και αν διαπιστώνεται σημαντική αύξηση των ανώτατων ποσών σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, αυτό δεν αρκεί για να αποδειχθεί η σημερινή επάρκεια του μέτρου.

Οι τιμές των καυσίμων, οι ανάγκες των νοικοκυριών, τα εισοδηματικά κριτήρια και οι δημοσιονομικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί.

Η σύγκριση με το παρελθόν μπορεί να είναι χρήσιμη όταν γίνεται με κοινή μεθοδολογία.

Δεν υποκαθιστά, όμως, την αξιολόγηση του σημερινού διαθέσιμου εισοδήματος.

Ένα νοικοκυριό δεν πληρώνει το πετρέλαιο με βάση το ύψος του επιδόματος πριν από επτά ή οκτώ χρόνια.

Το πληρώνει με βάση την τιμή που του ζητά σήμερα ο προμηθευτής και τα χρήματα που διαθέτει.

Οι υπόλοιπες δηλώσεις: Από το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου μέχρι τα Γλυπτά

Στην ίδια ενημέρωση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιβεβαίωσε ότι η γαλλική Nexans υπέβαλε αίτημα αδειοδότησης για εργασίες έρευνας και πόντισης καλωδίου στο πλαίσιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.

Η υποβολή του αιτήματος αποτελεί διαδικαστικό βήμα.

Δεν ταυτίζεται, όμως, με την ολοκλήρωση της αδειοδότησης ή με την πραγματική έναρξη των εργασιών στη θάλασσα.

Για την υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι οι αποφάσεις σχετικά με το προσωπικό και τις διπλωματικές τοποθετήσεις των ΗΠΑ ανήκουν στην αμερικανική πλευρά.

Η διάκριση αυτή αφορά τις θεσμικές αρμοδιότητες και δεν επιτρέπει, από μόνη της, συμπεράσματα για την ουσία των διμερών σχέσεων.

Όσο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, επανέλαβε ότι η ελληνική θέση αφορά την επανένωση και όχι τον δανεισμό τους.

Εδώ το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η νομική και θεσμική μορφή οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας, ώστε να είναι σαφές τι συνεπάγεται για τη θέση της Ελλάδας.

Το τελικό ερώτημα: Πόσο μειώνεται πραγματικά η επιβάρυνση;

Τα νέα μέτρα για τη θέρμανση έχουν μετρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα.

Η μείωση κατά 40 λεπτά ανά λίτρο σε σχέση με την εκτιμώμενη τιμή χωρίς παρέμβαση είναι σημαντική, όπως και η αύξηση του επιδόματος κατά 30%.

Ταυτόχρονα, η ενδεικτική τιμή των 1,55 ευρώ παραμένει αισθητά υψηλότερη από την περσινή τιμή εκκίνησης.

Και το αυξημένο επίδομα δεν καλύπτει όλα τα νοικοκυριά ούτε εξουδετερώνει κατ’ ανάγκη ολόκληρη την πρόσθετη δαπάνη.

Επομένως, η αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε στην παρουσίαση των ποσών στήριξης ούτε στην απόρριψη της κριτικής ως υπερβολικής.

Χρειάζεται να εξετάζει το πραγματικό κόστος που απομένει στον καταναλωτή.

Γιατί το ουσιαστικό μέτρο της ανακούφισης δεν είναι πόσο μεγαλύτερο έγινε ένα επίδομα στα χαρτιά, αλλά πόσα περισσότερα ή λιγότερα χρήματα χρειάζεται τελικά να βγάλει από την τσέπη του το νοικοκυριό για να ζεστάνει το σπίτι του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ