Το ζήτημα με τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ και τα ελληνικά κειμήλια γίνεται κάθε ημέρα σοβαρότερο. Γιατί πλέον δεν συζητάμε απλώς αν η Ελλάδα έκανε μια καλή ή κακή ανταλλαγή. Συζητάμε εάν μια διεθνής αξίωση της χώρας για την επιστροφή αντικειμένων που αφαιρέθηκαν από ελληνικό έδαφος κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης. Και όσο το πλήρες Μνημόνιο Κατανόησης δεν βρίσκεται μπροστά στους Έλληνες πολίτες, τα ερωτήματα γίνονται βαρύτερα.
Η κυβέρνηση πανηγύρισε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «επαναπατρισμό», για πολιτιστική διπλωματία και για τη μετατροπή δύσκολων στιγμών του παρελθόντος σε γέφυρες για το κοινό μέλλον Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Ωραία λόγια.
Μόνο που όσο περνούν οι ημέρες, πίσω από τις πανηγυρικές τελετές εμφανίζονται ερωτήματα που δεν μπορούν να καλυφθούν από επικοινωνιακές κορδέλες.
Και τώρα πλέον τα ερωτήματα δεν προέρχονται μόνο από την αντιπολίτευση.
Προέρχονται από τον Αντώνη Σαμαρά.
Από πρώην υπουργό Πολιτισμού.
Από τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων.
Και ακόμη και από βουλευτή της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.
Άρα κάτι υπάρχει εδώ που πρέπει να εξηγηθεί.
Και να εξηγηθεί τώρα.
Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο: τα κειμήλια δεν βρέθηκαν στη Βουλγαρία
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που κινδυνεύει να χαθεί πίσω από την προσεκτική διπλωματική γλώσσα.
Τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ βρέθηκαν από ελληνική αρχαιολογική έρευνα σε ελληνικό έδαφος, στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες, το 1965.
Τα 48 ελληνικά κειμήλια που έφτασαν τώρα στην Ελλάδα έχουν εντελώς διαφορετική ιστορική διαδρομή.
Δεν τα ανακάλυψαν Βούλγαροι αρχαιολόγοι μέσα στη Βουλγαρία.
Προέρχονται από ελληνικά μοναστήρια και εκκλησιαστικούς φορείς και αφαιρέθηκαν από ελληνικό έδαφος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αυτή η διαφορά δεν είναι λεκτική.
Είναι η καρδιά ολόκληρης της υπόθεσης.
**Εμείς βρήκαμε τα λείψανα του Σαμουήλ.
Τα ελληνικά κειμήλια αφαιρέθηκαν από την Ελλάδα.**
Και γι’ αυτό ακριβώς εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε:
Πού βρίσκεται η αμοιβαιότητα;
Και τώρα εμφανίζεται μια ακόμη πιο ανησυχητική λέξη: «κατάθεση»
Η ίδια η επίσημη ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης αναφέρει ότι υπογράφηκε Μνημόνιο Κατανόησης για την αμοιβαία «κατάθεση» κειμηλίων ιστορικής αξίας.
Προσέξτε τη λέξη.
Όχι απλώς επιστροφή.
Όχι απόδοση.
Όχι αναγνώριση ελληνικής κυριότητας και οριστική επιστροφή των αντικειμένων στους νόμιμους κατόχους τους.
«Κατάθεση».
Και εδώ αρχίζει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα.
Τι ακριβώς σημαίνει νομικά αυτή η λέξη;
Ποιος αναγνωρίζεται ως κύριος των 48 αντικειμένων;
Παραδόθηκαν οριστικά στην Ελλάδα;
Παραδόθηκαν προς φύλαξη;
Υπάρχει οποιοσδήποτε όρος επιστροφής τους στη Βουλγαρία;
Υπάρχει οποιαδήποτε αναγνώριση βουλγαρικού δικαιώματος επάνω τους;
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια τις απαντήσεις όσο το πλήρες κείμενο του Μνημονίου δεν βρίσκεται δημόσια στο τραπέζι.
Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να δημοσιοποιηθεί.
Υπάρχει όμως η Συνθήκη του Νεϊγύ
Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη σοβαρότερη.
Γιατί υπάρχει το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ.
Και το περιεχόμενό του είναι κρίσιμο.
Προβλέπει υποχρέωση της Βουλγαρίας να αναζητήσει και να αποδώσει στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων χωρών, αρχεία και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που αφαιρέθηκαν από τα εδάφη τους κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Δηλαδή εδώ δεν έχουμε μια απλή διμερή διαφορά όπου δύο χώρες κατέχουν αντικείμενα η μία της άλλης και αποφασίζουν, έναν αιώνα αργότερα, να τα ανταλλάξουν.
Υπάρχει συγκεκριμένη διεθνής συμβατική βάση.
Και σύμφωνα με τις σοβαρές ενστάσεις που έχουν πλέον διατυπωθεί δημόσια, η ελληνική αξίωση βάσει της Συνθήκης είναι μη αμοιβαία.
Με απλά λόγια:
Εάν τα συγκεκριμένα αντικείμενα εμπίπτουν στο άρθρο 126, η Βουλγαρία έχει υποχρέωση επιστροφής.
Όχι υποχρέωση επιστροφής με αντάλλαγμα.
Και αυτή ακριβώς είναι η τεράστια διαφορά.
Γιατί λοιπόν τα βάλαμε στο ίδιο τραπέζι;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση.
Γιατί συνδέθηκε η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ με την επιστροφή των 48 κειμηλίων;
Γιατί δύο υποθέσεις διαφορετικής ιστορικής και ενδεχομένως νομικής φύσης παρουσιάστηκαν ως «αμοιβαία κατάθεση»;
Και κυρίως:
Γιατί μια ελληνική αξίωση που μπορεί να απορρέει από διεθνή συνθήκη χρειάστηκε να συνδεθεί με ελληνικό αντάλλαγμα;
Εάν η κυβέρνηση έχει απολύτως πειστική νομική απάντηση, τόσο το καλύτερο.
Ας τη δώσει.
Κανείς δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει μια συμφωνία εάν αυτή προστατεύει πλήρως τα ελληνικά δικαιώματα.
Αλλά για να το διαπιστώσουμε πρέπει πρώτα να δούμε τι υπεγράφη.
Και δεν είναι μόνο 48
Υπάρχει και κάτι ακόμη.
Η υπόθεση δεν τελειώνει στα 48 κειμήλια.
Η ίδια η κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρει ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για την ταυτοποίηση και ένταξη σε «επακόλουθη συμφωνία» άλλων ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
Σταθείτε εδώ.
«Επακόλουθη συμφωνία».
Για ποια αντικείμενα;
Πόσα;
Με ποιο νομικό καθεστώς;
Με ποια διαδικασία;
Θα απαιτηθούν νέα ανταλλάγματα από την Ελλάδα;
Θα θεωρούνται και αυτά αντικείμενα «αμοιβαίου ενδιαφέροντος»;
Και τι συμβαίνει με όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα που η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι πρέπει να επιστραφούν βάσει της Συνθήκης του Νεϊγύ;
Δεν είναι λεπτομέρειες.
Είναι η ουσία.
Ο Χρυσομάλλης ζητά τα χαρτιά
Και κάπου εδώ αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία η παρέμβαση του βουλευτή Μεσσηνίας της ΝΔ Μίλτου Χρυσομάλλη.
Δεν μιλάμε για βουλευτή της αντιπολίτευσης.
Μιλάμε για βουλευτή της κυβερνητικής παράταξης.
Ζήτησε να κατατεθούν στη Βουλή το Μνημόνιο Κατανόησης, το πρωτόκολλο και τα σχετικά έγγραφα.
Γιατί;
Διότι οι λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν έχουν καταστεί επαρκώς γνωστές στη δημόσια συζήτηση.
Και αυτή η κίνηση είναι εξαιρετικά σημαντική.
Διότι μεταφέρει το ζήτημα από την πολιτική αντιπαράθεση στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Φέρτε τα έγγραφα.
Τόσο απλά.
Τι ακριβώς συμφωνήθηκε;
Τι αναγνωρίζει η Ελλάδα;
Τι αναγνωρίζει η Βουλγαρία;
Ποιος έχει την κυριότητα;
Τι σημαίνει «κατάθεση»;
Τι θα γίνει με τα υπόλοιπα;
Ο Σαμαράς άνοιξε τον ασκό του Αιόλου
Η αντίδραση του Αντώνη Σαμαρά ήταν αναμενόμενα σκληρή.
Ο πρώην πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα με τον πιο απλό πολιτικό τρόπο:
Η Βουλγαρία απέκτησε τα λείψανα ενός προσώπου τεράστιας συμβολικής σημασίας για την εθνική ιστορική της αφήγηση.
Η Ελλάδα πήρε 48 από τα κειμήλια που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικό έδαφος.
Ανεξαρτήτως της πολιτικής σχέσης οποιουδήποτε με τον Αντώνη Σαμαρά, το ερώτημα δεν εξαφανίζεται επειδή το έθεσε εκείνος.
Το αντίθετο.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει επί της ουσίας.
Όχι να μετατρέψει τη συζήτηση σε ακόμη ένα επεισόδιο της σύγκρουσής της με τον πρώην πρωθυπουργό.
Και ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θέτει ακόμη βαρύτερο ζήτημα
Η παρέμβαση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων είναι ίσως ακόμη σοβαρότερη.
Διότι δεν περιορίζεται στην πολιτική κριτική.
Θέτει ερωτήματα για τις πιθανές νομικές συνέπειες της συμφωνίας.
Ο Σύλλογος επισημαίνει ότι, χωρίς το πλήρες κείμενο του Μνημονίου, δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ασφάλεια τι σημαίνει η «αμοιβαία κατάθεση» και τι συνέπειες μπορεί να έχει για το καθεστώς κυριότητας και τις διεθνείς αξιώσεις της Ελλάδας.
Και προσέξτε κάτι πολύ σημαντικό.
Ο ίδιος ο Σύλλογος διευκρινίζει ότι δεν ισχυρίζεται πως έχει ήδη αποδειχθεί ότι οι ελληνικές αξιώσεις αποδυναμώθηκαν.
Θέτει όμως τον κίνδυνο.
Και ζητά απαντήσεις.
Αυτό είναι η σοβαρή στάση.
Και αυτό πρέπει να κάνουμε και εμείς.
Όχι να κατασκευάσουμε συμπέρασμα πριν δούμε τη συμφωνία.
Αλλά να απαιτήσουμε να δούμε τη συμφωνία πριν μας ζητήσουν να πανηγυρίσουμε γι’ αυτήν.
Το οξύμωρο του Κυριάκου Μητσοτάκη
Υπάρχει όμως και κάτι που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση.
Στην τελετή ο πρωθυπουργός μίλησε για την ανάγκη τα μνημεία και τα ιστορικά κειμήλια να μη θεωρούνται λάφυρα πολέμου.
Σωστά.
Απολύτως σωστά.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να απαντηθεί το αυτονόητο:
Εάν τα συγκεκριμένα ελληνικά κειμήλια αφαιρέθηκαν από ελληνικό έδαφος σε συνθήκες πολέμου, γιατί χρειάζεται η Ελλάδα να παραδώσει κάτι για να πάρει πίσω έστω ένα μέρος τους;
Αυτό δεν είναι αντιπολιτευτικό σύνθημα.
Είναι ερώτηση κοινής λογικής.
Και γίνεται ακόμη πιο επιτακτική εφόσον υπάρχει διεθνής συνθήκη που προβλέπει την απόδοσή τους.
Μην παίζετε με τις λέξεις
Υπάρχει επίσης ένα γλωσσικό ζήτημα που δεν είναι καθόλου αθώο.
Η επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρει ότι τα αντικείμενα είχαν «μεταφερθεί» στη Σόφια το 1917.
Μεταφερθεί;
Από ποιον;
Με ποια άδεια;
Με ποια διαδικασία;
Γιατί το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ χρησιμοποιεί πολύ διαφορετική λογική για τα αντικείμενα που απομακρύνθηκαν από τα εδάφη των συγκεκριμένων χωρών κατά τον πόλεμο.
Οι λέξεις έχουν σημασία.
Ιδίως όταν μιλάμε για διεθνείς αξιώσεις.
Ιδίως όταν μιλάμε για κυριότητα.
Ιδίως όταν μιλάμε για πολιτιστική κληρονομιά.
Δεν μπορεί κάτι που αφαιρέθηκε από ελληνικό έδαφος να μετατρέπεται επικοινωνιακά σε κάτι που απλώς «μεταφέρθηκε».
Τα πράγματα πρέπει να αποκαλούνται με το όνομά τους.
Το προηγούμενο των Γλυπτών του Παρθενώνα
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα.
Η Ελλάδα δίνει εδώ και δεκαετίες μια τεράστια διεθνή μάχη για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η βασική ελληνική θέση είναι σαφής:
Δεν ζητάμε να μας δανείσουν κάτι που θεωρούμε δικό μας.
Δεν αναγνωρίζουμε βρετανική κυριότητα προκειμένου να πάρουμε τα Γλυπτά ως δάνειο.
Ζητάμε επανένωση.
Ζητάμε επιστροφή.
Ζητάμε αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν την ίδια στιγμή να δημιουργείται έστω και η υποψία ότι σε άλλη υπόθεση πολιτιστικών αγαθών η Ελλάδα αποδέχεται μια λογική «αμοιβαίας κατάθεσης»;
Μπορεί να μην υπάρχει καμία νομική σύνδεση μεταξύ των δύο υποθέσεων.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να δοθούν πλήρεις εξηγήσεις.
Για να μη δημιουργηθεί ούτε προηγούμενο ούτε επιχείρημα που αύριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον των ελληνικών θέσεων.
Εδώ δεν χωρούν μυστικά
Και καταλήγουμε στο απλούστερο από όλα.
Γιατί δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα ολόκληρο το Μνημόνιο;
Τι λόγος υπάρχει να μην το διαβάσουν οι πολίτες;
Τι λόγος υπάρχει να μην το μελετήσουν συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι, αρχαιολόγοι και ειδικοί στο Διεθνές Δίκαιο;
Πρόκειται για πολιτιστική κληρονομιά.
Όχι για μυστική αμυντική συμφωνία.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να βασίζεται η δημόσια συζήτηση σε ανακοινώσεις, δηλώσεις και ερμηνείες όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο κείμενο που μπορεί να λύσει τις απορίες.
Δημοσιοποιήστε το.
Ολόκληρο.
Χωρίς αποσπάσματα.
Χωρίς περιλήψεις.
Χωρίς επικοινωνιακές μεταφράσεις.
Και μαζί του δημοσιοποιήστε τα σχετικά πρωτόκολλα και όσα έγγραφα καθορίζουν το καθεστώς των 48 κειμηλίων.
Έξι απαντήσεις που οφείλει η κυβέρνηση
Η κυβέρνηση πρέπει πλέον να απαντήσει καθαρά:
Πρώτον: Αναγνωρίζει η Βουλγαρία ότι τα 48 κειμήλια ανήκουν στην Ελλάδα ή στους αντίστοιχους ελληνικούς εκκλησιαστικούς φορείς;
Δεύτερον: Η παράδοσή τους είναι οριστική και ανεπιφύλακτη ή πρόκειται νομικά για κάποια μορφή κατάθεσης ή παρακαταθήκης;
Τρίτον: Παραμένουν στο ακέραιο όλες οι ελληνικές αξιώσεις που απορρέουν από το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ;
Τέταρτον: Γιατί συνδέθηκε η επιστροφή των ελληνικών κειμηλίων με την παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ;
Πέμπτον: Πόσα ακόμη ελληνικά αντικείμενα θεωρεί η κυβέρνηση ότι πρέπει να επιστραφούν από τη Βουλγαρία;
Έκτον: Τι ακριβώς σημαίνει η «επακόλουθη συμφωνία» που ήδη ανακοινώθηκε και τι μπορεί να ζητήσει η Βουλγαρία στο πλαίσιο αυτής;
Αυτές δεν είναι ερωτήσεις κομματικής αντιπαράθεσης.
Είναι ερωτήσεις εθνικού και θεσμικού ενδιαφέροντος.
Πρώτα οι απαντήσεις και μετά οι πανηγυρισμοί
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η βελτίωση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων είναι θετική.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι Ελλάδα και Βουλγαρία πρέπει να παραμένουν αιώνια εγκλωβισμένες στις συγκρούσεις του προηγούμενου αιώνα.
Η συμφιλίωση είναι δύναμη.
Η συνεργασία είναι πρόοδος.
Η πολιτιστική διπλωματία μπορεί πραγματικά να χτίζει γέφυρες.
Αλλά συμφιλίωση δεν σημαίνει ιστορική αμνησία.
Και συνεργασία δεν σημαίνει ότι μια χώρα εγκαταλείπει δικαιώματα που ενδεχομένως της παρέχει μια διεθνής συνθήκη.
Τα λείψανα του Σαμουήλ μπορούν να αποτελέσουν γέφυρα φιλίας με τον βουλγαρικό λαό.
Τα ελληνικά κειμήλια όμως δεν μπορούν να μετατρέπονται σε μάρκες πάνω σε ένα διπλωματικό τραπέζι.
Εάν η κυβέρνηση πέτυχε μια συμφωνία που προστατεύει απολύτως τα ελληνικά δικαιώματα, θα είμαστε οι πρώτοι που θα το αναγνωρίσουμε.
Αλλά πρώτα πρέπει να τη δούμε.
Γιατί μέχρι τότε υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να καλυφθεί από καμία πανηγυρική τελετή:
Γιατί η Ελλάδα έπρεπε να δώσει κάτι για να πάρει πίσω 48 αντικείμενα που αφαιρέθηκαν από ελληνικό έδαφος, όταν υπάρχει διεθνής συνθήκη που θεμελιώνει αξίωση επιστροφής των αντικειμένων που αρπάχθηκαν κατά τον πόλεμο;
Και τώρα υπάρχει ένα δεύτερο:
Τα πήραμε πράγματι πίσω ως δικά μας ή απλώς μας τα «κατέθεσαν»;
Κύριε Μητσοτάκη, κυρία Μενδώνη, η απάντηση είναι πολύ απλή.
Δώστε στη δημοσιότητα ολόκληρη τη συμφωνία.
Και μετά μπορούμε όλοι να κρίνουμε αν υπάρχει πραγματικά λόγος για πανηγυρισμούς.



