Άδωνις Γεωργιάδης: Από υπουργός Υγείας, σχολιαστής της μάχης Τσίπρα–Ανδρουλάκη – Και η ΝΔ εκτός κάδρου!

Η νέα επίθεση του υπουργού Υγείας στον Αλέξη Τσίπρα, οι αιχμές για το ΠΑΣΟΚ και η αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού. Τι δείχνει η επιμονή ενός κορυφαίου κυβερνητικού στελέχους να αναλύει τις αδυναμίες της αντιπολίτευσης, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει για τη δική της πολιτική.

Μια ακόμη τηλεοπτική παρέμβαση του Άδωνι Γεωργιάδη εξελίχθηκε σε εκτενή ανάλυση της πολιτικής πορείας του Αλέξη Τσίπρα, των σχέσεών του με το ΠΑΣΟΚ και της μάχης για τη δεύτερη θέση στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Ο υπουργός Υγείας, μιλώντας στο Action24, εμφανίστηκε να αναθεωρεί προηγούμενη εκτίμησή του ότι ο πρώην πρωθυπουργός θα καταλάμβανε τη δεύτερη θέση, υποστηρίζοντας ότι οι τελευταίες κινήσεις του Τσίπρα έχουν επιβαρύνει την πολιτική του εικόνα.

Μάλιστα, επιστράτευσε και μια ιδιαίτερα θεατρική παρομοίωση, χαρακτηρίζοντάς τον «Ναπολέοντα σε συσκευασία Ιούλιου Καίσαρος».

Πέρα από τις ατάκες, όμως, η συνέντευξη αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον πολιτικό φαινόμενο: έναν κορυφαίο υπουργό της κυβέρνησης να ασχολείται συστηματικά με τον ανταγωνισμό μεταξύ των αντιπολιτευόμενων κομμάτων.

Και το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν αυτή η συζήτηση φωτίζει τις πραγματικές πολιτικές διαφορές ή απλώς μεταφέρει την προσοχή από την κυβερνητική πολιτική στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις των αντιπάλων της.

Από το «θα είναι δεύτερος» στο «μπορεί να βγει τρίτος»

Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπενθύμισε ότι παλαιότερα είχε εκτιμήσει πως ο Αλέξης Τσίπρας θα επικρατούσε στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης.

Σήμερα εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτικός.

Αποδίδει την αλλαγή της εκτίμησής του σε συγκεκριμένες πολιτικές κινήσεις, όπως η παρουσία του πρώην πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, οι τοποθετήσεις στελεχών για τη φορολόγηση του πλούτου και η φράση «ή εγώ ή κανείς», την οποία απέδωσε στον Τσίπρα.

Πρόκειται για πολιτική αξιολόγηση του υπουργού, όχι για διαπιστωμένο εκλογικό αποτέλεσμα.

Η διάκριση έχει σημασία.

Οι τηλεοπτικές εκτιμήσεις, όσο κατηγορηματικά και αν διατυπώνονται, δεν αντικαθιστούν τις δημοσκοπήσεις, ούτε μπορούν να προεξοφλήσουν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Επιπλέον, η τελική εκλογική κατάταξη εξαρτάται από παράγοντες που δεν περιορίζονται στις δημόσιες εμφανίσεις των πολιτικών αρχηγών: προγραμματικές θέσεις, κοινωνικές συμμαχίες, αξιοπιστία, κυβερνητική φθορά και συμμετοχή στις κάλπες.

Η πολιτική εικόνα μπορεί να μεταβάλλεται. Δεν μπορεί όμως να αποτυπωθεί με ασφάλεια μέσα από μία τηλεοπτική ατάκα.

Ο Άδωνις καταγγέλλει τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης ήταν η αναφορά του υπουργού σε άρθρο του Θανάση Καρτερού με προσβλητικό χαρακτηρισμό για τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης καταδίκασε την προσωπική επίθεση, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να διεξάγεται με τέτοιους όρους.

Η θέση αυτή, ως γενική αρχή, είναι απολύτως θεμιτή.

Μόνο που λίγα λεπτά νωρίτερα ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει τη γνωστή παρομοίωση περί Ναπολέοντα και Ιούλιου Καίσαρα για τον Αλέξη Τσίπρα.

Ασφαλώς μια σατιρική παρομοίωση δεν είναι ταυτόσημη με μια ευθεία προσβολή. Υπάρχει διαφορά στη βαρύτητα και στο περιεχόμενο των εκφράσεων.

Παραμένει, ωστόσο, εύλογο το ερώτημα ποια όρια επιθυμούν πραγματικά να θέσουν οι πολιτικοί στη δημόσια αντιπαράθεση και κατά πόσο τα εφαρμόζουν με συνέπεια.

Η πολιτική συζήτηση δεν γίνεται ουσιαστικότερη όταν μετατρέπεται σε διαγωνισμό χαρακτηρισμών, ανεξαρτήτως του ποιος τους χρησιμοποιεί.

Το πραγματικό ζήτημα πίσω από το «ή εγώ ή κανείς»

Ο υπουργός ερμήνευσε τη συγκεκριμένη φράση, όπως την απέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα, ως ένδειξη αλαζονείας.

Μια τέτοια διατύπωση πράγματι μπορεί να δημιουργεί ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτικός αντιλαμβάνεται τον προσωπικό του ρόλο.

Ωστόσο, η ουσιαστική αξιολόγησή της απαιτεί να γνωρίζουμε το πλήρες περιεχόμενο και το πλαίσιο στο οποίο ειπώθηκε.

Άλλο πράγμα είναι η διεκδίκηση πολιτικής ηγεσίας και άλλο η απόρριψη κάθε δυνατότητας συνεργασίας.

Η διαφορά δεν είναι μικρή.

Αντίστοιχα, η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία έχουν επανειλημμένα παρουσιάσει την αυτοδυναμία ως βασικό ζητούμενο πολιτικής σταθερότητας.

Και αυτή η επιλογή υπόκειται σε πολιτική αξιολόγηση.

Επομένως, η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος εμφανίζεται περισσότερο αποφασιστικός ή περισσότερο αλαζονικός.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια πρόταση διακυβέρνησης καταθέτει κάθε πολιτικός χώρος και ποιες δυνατότητες συνεργασίας αναγνωρίζει.

Η συγκυβέρνηση με τον Καμμένο δεν διαγράφεται

Στο συγκεκριμένο σημείο της παρέμβασής του, ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλέστηκε ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός.

Ο Αλέξης Τσίπρας συγκυβέρνησε με τον Πάνο Καμμένο και τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

Η συνεργασία αυτή αποτελεί μέρος της πολιτικής ιστορίας της περιόδου 2015–2019 και δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Η αναφορά του υπουργού έχει, επομένως, πραγματική βάση.

Αυτό που χρειάζεται να διευκρινιστεί είναι το ακριβές περιεχόμενο της δήλωσης Τσίπρα περί μη συγκυβέρνησης με τη Δεξιά, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο διατυπώθηκε.

Η πολιτική ταυτότητα των Ανεξάρτητων Ελλήνων και του Πάνου Καμμένου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο αυτής της συζήτησης.

Από την άλλη πλευρά, η ιστορική υπενθύμιση δεν απαλλάσσει κανέναν σημερινό κυβερνητικό παράγοντα από την υποχρέωση να εξηγήσει τις δικές του πολιτικές επιλογές.

Η κριτική στο παρελθόν ενός αντιπάλου μπορεί να είναι απολύτως βάσιμη, χωρίς να αποτελεί απάντηση σε όλα τα σημερινά ζητήματα.

Η αναφορά στην Καρυστιανού και η πολιτική διάσταση των Τεμπών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Άδωνι Γεωργιάδη στη Μαρία Καρυστιανού.

Ο υπουργός την ενέταξε στις εκτιμήσεις του για την πολιτική κατάταξη, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει τον Αλέξη Τσίπρα.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι πολιτική πρόβλεψη του ίδιου και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δημοσκοπικά επιβεβαιωμένο δεδομένο.

Παράλληλα, η αναφορά στην Καρυστιανού επαναφέρει τη συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία των Τεμπών, την κοινωνική κινητοποίηση και την πολιτική εκπροσώπηση.

Πρόκειται για διαφορετικά επίπεδα που χρειάζονται προσεκτικό διαχωρισμό.

Η δημόσια παρουσία ενός συγγενή θύματος μπορεί να αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει την ανάγκη πλήρους διερεύνησης της τραγωδίας ούτε υποκαθιστά την απόδοση των ενδεχόμενων ποινικών και πολιτικών ευθυνών.

Η υπόθεση των Τεμπών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως παράγοντας κομματικού ανταγωνισμού.

Αφορά πρωτίστως την ασφάλεια των μεταφορών, τη λειτουργία των θεσμών και την υποχρέωση της πολιτείας να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις.

Ποιος κερδίζει από τη συζήτηση για τη δεύτερη θέση;

Υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική αντιπαράθεση.

Όταν η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο αν ο Τσίπρας θα ξεπεράσει τον Ανδρουλάκη ή αν η Καρυστιανού θα επηρεάσει τις ισορροπίες, περιορίζεται ο διαθέσιμος χώρος για τη συζήτηση των κυβερνητικών επιλογών.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει κάποιο οργανωμένο σχέδιο μετατόπισης της επικαιρότητας.

Αναδεικνύει, όμως, ένα πραγματικό επικοινωνιακό αποτέλεσμα.

Η κυβέρνηση βρίσκεται στο επίκεντρο της εκτελεστικής εξουσίας και λογοδοτεί για συγκεκριμένες πολιτικές.

Η αντιπολίτευση διεκδικεί την εξουσία και οφείλει να παρουσιάζει πειστικές εναλλακτικές.

Και οι δύο πλευρές πρέπει να αξιολογούνται.

Όταν, όμως, η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στην κατάταξη των αντιπάλων, υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμιστούν τα ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες.

Η ακρίβεια, η λειτουργία του ΕΣΥ, οι μισθοί, η στέγαση και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν εξαφανίζονται επειδή η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει εσωτερικές διαφωνίες.

Από τη δημοσκοπική ανάλυση στην πολιτική ουσία

Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει κάθε δικαίωμα να σχολιάζει τις κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα και του Νίκου Ανδρουλάκη.

Όπως και οι πολιτικοί του αντίπαλοι έχουν δικαίωμα να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.

Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις προσωπικές παρομοιώσεις ούτε στις προβλέψεις για το ποιος θα τερματίσει δεύτερος ή τρίτος.

Βρίσκεται στις προγραμματικές επιλογές.

Τι προτείνει ο Τσίπρας για τη φορολογία και το εισόδημα;

Τι προτείνει το ΠΑΣΟΚ για το κράτος και την οικονομία;

Τι αποτελέσματα παρουσιάζει η κυβέρνηση για τη δημόσια υγεία, την αγοραστική δύναμη και την ποιότητα των υπηρεσιών;

Ποιες δεσμεύσεις είναι εφαρμόσιμες και ποιες στηρίζονται περισσότερο στην επικοινωνία;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που επιτρέπουν στους πολίτες να συγκρίνουν πολιτικές προτάσεις.

Οι εύστοχες ή άστοχες ατάκες μπορούν να κυριαρχούν για λίγες ώρες στην τηλεοπτική επικαιρότητα.

Η πραγματική πολιτική αξιολόγηση απαιτεί περισσότερα.

Γιατί οι πολίτες δεν καλούνται να επιλέξουν τον καλύτερο τηλεοπτικό σχολιαστή της αντιπολίτευσης. Καλούνται να κρίνουν ποιος μπορεί να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα της χώρας.

Και αυτή η συζήτηση αφορά εξίσου όσους κυβερνούν και όσους φιλοδοξούν να τους διαδεχθούν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ