Μητσοτάκης: Κερδίζει χρόνο για να αποφύγει την εκλογική φθορά – Σενάρια για κάλπες ακόμη και τον Ιούλιο και ο παράγοντας Σαμαράς
Ο δύσκολος χειμώνας, η ακρίβεια και οι δημοσκοπικές πιέσεις επαναφέρουν στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας τη συζήτηση για τον χρόνο των επόμενων εκλογών. Στο κυβερνών κόμμα ενισχύεται η άποψη ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να εξαντλήσει όσο περισσότερο γίνεται την τετραετία, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς περνά σε μια νέα φάση πολιτικών παρεμβάσεων, παρουσιάζοντας συγκεκριμένες οικονομικές προτάσεις και διατηρώντας ανοιχτή τη συζήτηση για τις μελλοντικές του κινήσεις.
Η ακρίβεια αλλάζει τους εκλογικούς υπολογισμούς στο Μαξίμου
Η κυβέρνηση αναζητά τρόπους να περιορίσει την πολιτική φθορά και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, με το αυξημένο κόστος ζωής να παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Παρά το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η εικόνα που περιγράφεται από τις τελευταίες μετρήσεις προκαλεί προβληματισμό στο κυβερνητικό επιτελείο.
Οι ενδείξεις ήπιας υποχώρησης σε σχέση με τις αρχές του φθινοπώρου, σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια για τις τιμές των βασικών αγαθών, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση επιδιώκει να κερδίσει πολιτικό χρόνο.
Σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ευρήματα που επικαλούνται οι σχετικές εκτιμήσεις, περίπου ένας στους δύο πολίτες θεωρεί ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την ακρίβεια.
Η πίεση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία ενόψει του χειμώνα, καθώς οι ενεργειακές ανάγκες και οι οικογενειακές δαπάνες αναμένεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.
Στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για τη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα οδηγηθεί στις εκλογές του 2027.
Γιατί στη ΝΔ συζητούν εκλογές όσο το δυνατόν αργότερα
Στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης κερδίζει έδαφος η άποψη ότι οι εκλογές δεν πρέπει απλώς να πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας, αλλά να τοποθετηθούν όσο το δυνατόν αργότερα μέσα στα θεσμικά χρονικά περιθώρια.
Η συζήτηση αυτή στηρίζεται κυρίως σε δύο πολιτικούς υπολογισμούς.
Ο πρώτος αφορά την ανάγκη να υπάρξει χρονική απόσταση ανάμεσα στον δύσκολο χειμώνα και στην προσφυγή στις κάλπες.
Κυβερνητικά στελέχη θεωρούν ότι μια εκλογική αναμέτρηση αμέσως μετά από μια περίοδο έντονων οικονομικών πιέσεων θα μπορούσε να ενισχύσει την ψήφο δυσαρέσκειας.
Αντίθετα, μια μεταγενέστερη ημερομηνία θα έδινε στην κυβέρνηση περισσότερο χρόνο για νέες παρεμβάσεις, πιθανή αποκλιμάκωση των τιμών και προσπάθεια βελτίωσης του πολιτικού κλίματος.
Ο δεύτερος υπολογισμός αφορά την εκλογική συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας.
Στο κυβερνών κόμμα υπάρχουν στελέχη που θεωρούν ότι η εξάντληση της τετραετίας μπορεί να ενισχύσει το επιχείρημα πως οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν οριστικά για την επόμενη κυβέρνηση.
Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να περιοριστεί η χαλαρή ψήφος και να κινητοποιηθούν ψηφοφόροι που ενδέχεται να επιλέξουν την αποχή.
Το μήνυμα Μητσοτάκη για τον δύσκολο χειμώνα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη αναφερθεί στις δυσκολίες των επόμενων μηνών, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσαρμογής των κυβερνητικών παρεμβάσεων ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις.
Στην κυριακάτικη ανασκόπησή του σημείωσε:
«Η σύνοδος ζήτησε από την Κομισιόν να έρθει με προτάσεις. Θα παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις και θα προσαρμόζουμε τις παρεμβάσεις μας, κρατώντας δυνάμεις και για τους δύσκολους μήνες που έχουμε μπροστά μας».
Η αναφορά αυτή αποτυπώνει την κυβερνητική πρόθεση να διατηρηθούν διαθέσιμοι πόροι για πιθανές νέες ανάγκες στήριξης των πολιτών.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προσβλέπει σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των οικονομικών πιέσεων.
Ωστόσο, οι σχετικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, γεγονός που διατηρεί την αβεβαιότητα για το εύρος των παρεμβάσεων.
Κάλπες τον Ιούνιο ή ακόμη και τον Ιούλιο του 2027;
Οι συζητήσεις για τον χρόνο των εκλογών δεν περιορίζονται πλέον στο παρασκήνιο.
Ο Δημήτρης Μαρκόπουλος, σε τοποθέτησή του στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο εκλογών τον Ιούλιο.
«Θέλετε – δεν θέλετε, θα κυβερνήσουμε μέχρι και τον Μάιο του 2027. Μπορεί να πάμε και τον Ιούλιο, θα το δούμε αυτό», ανέφερε.
Από την πλευρά του, ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, Μάξιμος Χαρακόπουλος, έχει εκφράσει προτίμηση για εκλογές τον Ιούνιο.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα ισχυρότερο εκλογικό δίλημμα και να περιοριστούν οι τάσεις αποσυσπείρωσης.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η αναφορά του πρωθυπουργού στην ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αρχίζει την 1η Ιουλίου 2027.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επισημάνει:
«Οι πολίτες θα επιλέξουν ποιος πρωθυπουργός και ποια κυβέρνηση μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα σε αυτή την πολύ σημαντική ευρωπαϊκή υποχρέωση».
Το συγκεκριμένο επιχείρημα εντάσσει την εκλογική αναμέτρηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυβερνητικής σταθερότητας και διεθνούς εκπροσώπησης.
Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχει επίσημη απόφαση για την ημερομηνία των εκλογών.
Ο φόβος της αποσυσπείρωσης και της κυβερνητικής αδράνειας
Η επιλογή μιας μεταγενέστερης εκλογικής ημερομηνίας δεν αντιμετωπίζεται χωρίς επιφυλάξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Υπάρχουν στελέχη που εκφράζουν ανησυχία ότι μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος μπορεί να επιδεινώσει την κυβερνητική φθορά.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, είναι να δημιουργηθεί στους πολίτες η εντύπωση ότι η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τον κύκλο της και ότι οι υπουργοί επικεντρώνονται περισσότερο στις προσωπικές εκλογικές τους στρατηγικές παρά στο κυβερνητικό έργο.
Μια τέτοια εικόνα θα μπορούσε να ενισχύσει τη δυσαρέσκεια και να περιορίσει τα περιθώρια ανάκτησης της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων.
Έτσι, το κυβερνητικό επιτελείο βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: να αξιοποιήσει τον χρόνο που απομένει χωρίς να δημιουργήσει αίσθηση πολιτικής στασιμότητας.
Ο Σαμαράς περνά από την κριτική στις οικονομικές προτάσεις
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική κινητικότητα του Αντώνη Σαμαρά.
Στο παρασκήνιο εξακολουθούν να κυκλοφορούν σενάρια για ενδεχόμενη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον πρώην πρωθυπουργό, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημη ανακοίνωση.
Παράλληλα, ο ίδιος φαίνεται να δίνει μεγαλύτερο βάρος στην παρουσίαση συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων, επιχειρώντας να αναδείξει τις διαφωνίες του με την οικονομική κατεύθυνση της κυβέρνησης.
Στην ομιλία του στο συνέδριο της εφημερίδας «Το Βήμα», άσκησε κριτική στη «σκέτη νεοφιλελεύθερη διαχείριση», ζητώντας επιστροφή στην «πολιτική των ιδεών».
Ανάλογη προσέγγιση ακολούθησε και κατά την παρέμβασή του στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Επαγγελματικών, Βιοτεχνικών και Εμπορικών Σωματείων Μεσσηνίας.
Εκεί αντιπαρέβαλε τον «κοινωνικό φιλελευθερισμό» με τη «διαχειριστική, νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση».
Η διαφοροποίησή του αφορά πλέον συγκεκριμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής και όχι αποκλειστικά τη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης.
Μείωση ΦΠΑ, φθηνότερη ενέργεια και τράπεζα για μικρομεσαίους
Στο επίκεντρο των προτάσεων Σαμαρά βρίσκεται η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ο πρώην πρωθυπουργός ζητά παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, περιορισμό των έμμεσων φόρων και ειδικά μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση.
«Πρέπει ο ΦΠΑ στην εστίαση να επανέλθει στο 13%», υποστήριξε.
Παράλληλα, πρότεινε τη δημιουργία ενός «εθνικού ταμείου» ή μιας «τράπεζας ειδικού σκοπού», που θα έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις επιχειρεί να παρουσιάσει μια εναλλακτική οικονομική προσέγγιση, με έμφαση στην επιχειρηματικότητα, τη φορολογική ελάφρυνση και την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Η κινητικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς εξελίσσεται παράλληλα με τη συζήτηση για τις επόμενες εκλογές και τις ανησυχίες της Νέας Δημοκρατίας για τη συσπείρωση των ψηφοφόρων της.
Το διπλό στοίχημα του Μητσοτάκη
Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο παράλληλες προκλήσεις.
Η πρώτη είναι οικονομική και κοινωνική: να περιορίσει τις επιπτώσεις της ακρίβειας και να δημιουργήσει συνθήκες βελτίωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η δεύτερη είναι πολιτική: να διατηρήσει τη συνοχή και την εκλογική δυναμική της Νέας Δημοκρατίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά και τα σενάρια για νέους πολιτικούς σχηματισμούς προσθέτουν αβεβαιότητα.
Η επιλογή του χρόνου των εκλογών θα εξαρτηθεί από τη συνολική εκτίμηση αυτών των παραγόντων.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να φτάσει στο τέλος της τετραετίας. Είναι να μπορέσει μέχρι τότε να μετατρέψει τον χρόνο που απομένει σε πολιτικό πλεονέκτημα.



