Ο πρώην πρωθυπουργός ανοίγει μέτωπο για τη φορολογία, τα καύσιμα και το κόστος ζωής, αμφισβητώντας ευθέως την οικονομική φιλοσοφία της κυβέρνησης. Το Μαξίμου επικαλείται τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και την ανάγκη σταθερότητας. Όμως το πραγματικό πολιτικό ερώτημα παραμένει: ποιος επωφελείται από τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας και πόσο από αυτό το όφελος φτάνει στην καθημερινότητα των πολιτών;
Η ακρίβεια γίνεται το νέο μεγάλο μέτωπο Μητσοτάκη – Σαμαρά
Μέχρι πρόσφατα, η αντιπαράθεση του Αντώνη Σαμαρά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη συνδεόταν κυρίως με τα εθνικά ζητήματα, την εξωτερική πολιτική και τον ιδεολογικό προσανατολισμό της Νέας Δημοκρατίας.
Τώρα ο πρώην πρωθυπουργός επιλέγει να ανοίξει ένα διαφορετικό και ενδεχομένως ακόμη πιο επικίνδυνο πολιτικό μέτωπο για την κυβέρνηση.
Το μέτωπο της οικονομίας.
Της ακρίβειας.
Της φορολογίας.
Της καθημερινής οικονομικής πίεσης που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Και αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία.
Γιατί η οικονομία αποτελεί το πεδίο στο οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει μεγάλο μέρος του κυβερνητικού του αφηγήματος.
Ανάπτυξη, επενδύσεις, δημοσιονομική αξιοπιστία, πρωτογενή πλεονάσματα, σταθερότητα.
Μόνο που ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί πλέον να αντιστρέψει το ίδιο επιχείρημα.
Αν η ελληνική οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί οι πολίτες εξακολουθούν να πιέζονται από την ακρίβεια;
Αν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια, γιατί δεν αξιοποιούνται περισσότερο για τη μείωση των έμμεσων φόρων;
Και αν η χώρα έχει αφήσει πίσω της την εποχή των Μνημονίων, γιατί η κυβέρνηση εμφανίζεται τόσο επιφυλακτική απέναντι σε παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος ζωής;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που επιχειρεί να βάλει στο τραπέζι ο πρώην πρωθυπουργός.
«Έχουμε τη δυνατότητα να στηρίξουμε τα νοικοκυριά» – Αλλά με ποιους όρους;
Από το Λαύριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει τη δημοσιονομική δυνατότητα να στηρίξει τα νοικοκυριά απέναντι στις δυσκολίες του χειμώνα.
Η δήλωση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Γιατί ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι η χώρα διαθέτει δυνατότητες παρέμβασης.
Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση προειδοποιεί ότι δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Εδώ βρίσκεται η κεντρική αντίφαση που οφείλει να εξηγήσει το Μέγαρο Μαξίμου.
Πόσος δημοσιονομικός χώρος υπάρχει πραγματικά;
Πόσος από αυτόν μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων;
Και ποιες πολιτικές επιλογές καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται;
Διότι η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναμφίβολα σημαντική.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει πολύ ακριβά στο παρελθόν τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης.
Αλλά η σταθερότητα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε γενική απάντηση απέναντι σε κάθε αίτημα κοινωνικής ανακούφισης.
Χρειάζεται συγκεκριμένη κοστολόγηση, σαφής παρουσίαση των περιορισμών και εξήγηση των προτεραιοτήτων.
Διαφορετικά, οι πολίτες ακούνε δύο μηνύματα που δύσκολα συμβιβάζονται.
Από τη μία ότι η οικονομία διαθέτει ισχυρές αντοχές.
Και από την άλλη ότι τα περιθώρια για ουσιαστικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένα.
Ο Σαμαράς βάζει στο τραπέζι τους φόρους που πληρώνουν όλοι
Η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν επικεντρώνεται μόνο στη φορολογία εισοδήματος.
Στρέφεται στους έμμεσους φόρους.
Στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης των καυσίμων.
Στον ΦΠΑ της βενζίνης.
Στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ, τον οποίο προτείνει να μειωθεί από το 24% στο 23%.
Και στον ΦΠΑ της εστίασης, για τον οποίο ζητά συντελεστή 13%.
Οι προτάσεις αυτές έχουν πολιτική σημασία επειδή οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν την κατανάλωση ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος.
Ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα μπορεί να δαπανά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων του σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες από ένα εύπορο νοικοκυριό.
Επομένως, η επιβάρυνση από την έμμεση φορολογία μπορεί να είναι αναλογικά βαρύτερη για τους οικονομικά ασθενέστερους.
Αυτό είναι ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της εξέτασης στοχευμένων μειώσεων.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε μείωση ΦΠΑ μεταφέρεται αυτομάτως και ολόκληρη στην τελική τιμή.
Η συμπεριφορά της αγοράς, ο ανταγωνισμός και οι μηχανισμοί ελέγχου έχουν καθοριστική σημασία.
Αλλά το γεγονός ότι μια παρέμβαση χρειάζεται προϋποθέσεις για να αποδώσει δεν αποτελεί λόγο να αποκλείεται χωρίς αναλυτική αξιολόγηση.
Πόσο μειώνεται πραγματικά η τιμή αν πέσει ο ΦΠΑ;
Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα προϊόν που κοστίζει 124 ευρώ με ΦΠΑ 24% έχει καθαρή αξία 100 ευρώ.
Αν ο συντελεστής μειωθεί στο 23% και η καθαρή τιμή παραμείνει αμετάβλητη, η τελική τιμή γίνεται 123 ευρώ.
Το όφελος είναι ένα ευρώ.
Δηλαδή η μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στον ΦΠΑ δεν σημαίνει μείωση της τελικής τιμής κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η τελική τιμή μειώνεται κατά περίπου 0,81%.
Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή σε μία αγορά.
Σε πολλές συναλλαγές, όμως, μπορεί να δημιουργήσει σωρευτικό όφελος.
Το κρίσιμο είναι ότι η πρόταση πρέπει να συνοδεύεται από αξιόπιστη εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους και από μηχανισμούς που θα ενισχύουν τη μετακύλιση της μείωσης στον καταναλωτή.
Αυτό ισχύει τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τον Αντώνη Σαμαρά.
Η οικονομική πολιτική δεν αξιολογείται μόνο από την ελκυστικότητα μιας εξαγγελίας.
Αξιολογείται από την εφαρμοσιμότητα και τα αποτελέσματά της.
«Τα έκανα στα Μνημόνια» – Η πρόκληση Σαμαρά προς το Μαξίμου
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να ενισχύσει το επιχείρημά του επικαλούμενος τη δική του κυβερνητική εμπειρία.
Υποστήριξε ότι αντίστοιχες μειώσεις φόρων πραγματοποιήθηκαν ακόμη και σε πολύ δυσκολότερες δημοσιονομικές συνθήκες.
«Και τότε είχαμε Μνημόνια – που τώρα δεν έχουμε. Τότε είχαμε ελλείμματα – ενώ τώρα έχουμε υπερ-πλεονάσματα!», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Και πρόσθεσε ότι οι παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου δεν δημιούργησαν πρόβλημα στα δημόσια έσοδα.
Η αναφορά αυτή αποτελεί πολιτικό επιχείρημα του Σαμαρά, όχι αυτοτελή απόδειξη ότι οι ίδιες μειώσεις θα είχαν σήμερα ακριβώς το ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Οι οικονομικές συνθήκες, η φορολογική βάση και οι ευρωπαϊκοί κανόνες έχουν μεταβληθεί.
Ωστόσο, η ουσία της πρόκλησης παραμένει.
Ο Σαμαράς ζητά από την κυβέρνηση να εξηγήσει γιατί απορρίπτει ή περιορίζει παρεμβάσεις που ο ίδιος θεωρεί εφικτές.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά με επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Χρειάζονται αριθμοί.
Πόσα θα κόστιζε η μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα;
Πόσα έσοδα θα χάνονταν από τη μείωση του ΦΠΑ;
Ποιο θα ήταν το πιθανό όφελος για τα νοικοκυριά;
Και ποιες εναλλακτικές παρεμβάσεις θεωρεί αποτελεσματικότερες η κυβέρνηση;
Αυτή θα ήταν μια ουσιαστική δημόσια αντιπαράθεση.
Από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό στον νεοφιλελευθερισμό
Η παρέμβαση Σαμαρά δεν περιορίζεται στις φορολογικές προτάσεις.
Επιχειρεί να δημιουργήσει και μια καθαρή ιδεολογική διαχωριστική γραμμή.
Από τη μία τοποθετεί τη σημερινή κυβέρνηση, την οποία χαρακτηρίζει νεοφιλελεύθερη.
Από την άλλη προβάλλει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό ως τη γνήσια ιδεολογική παράδοση της Νέας Δημοκρατίας.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική.
Αφορά τον ρόλο του κράτους στην οικονομία.
Το εύρος της κοινωνικής προστασίας.
Τη φορολογική πολιτική.
Και την κατανομή των ωφελειών από την οικονομική ανάπτυξη.
Ο Σαμαράς επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος μιας διαφορετικής οικονομικής αντίληψης μέσα στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς.
Μιας αντίληψης που, σύμφωνα με τη δική του επιχειρηματολογία, δίνει μεγαλύτερο βάρος στην άμεση ανακούφιση της κοινωνίας.
Το κατά πόσο αυτή η διαφοροποίηση θα μετατραπεί σε συγκεκριμένο και συνεκτικό οικονομικό πρόγραμμα μένει να αποδειχθεί.
Πάντως, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν αμφισβητεί μόνο επιμέρους κυβερνητικές αποφάσεις.
Αμφισβητεί την ίδια την οικονομική κατεύθυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το Μαξίμου αποφεύγει την ευθεία σύγκρουση
Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα δημόσιες τοποθετήσεις που παρατίθενται, επιλέγει να μην απαντήσει μετωπικά στον Αντώνη Σαμαρά.
Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι ο ρόλος του είναι να παρουσιάζει τα κυβερνητικά πεπραγμένα και όχι να αντιπαρατίθεται με τον πρώην πρωθυπουργό.
Πρόκειται για μια πολιτικά κατανοητή επιλογή.
Μια ευθεία σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα εσωτερικής αντιπαράθεσης στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας.
Όμως η αποφυγή προσωπικής αντιπαράθεσης δεν πρέπει να σημαίνει και αποφυγή απαντήσεων επί της ουσίας.
Οι προτάσεις για τους έμμεσους φόρους δεν παύουν να υπάρχουν επειδή η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να συζητήσει δημόσια με τον Σαμαρά.
Ούτε τα ερωτήματα για τη χρήση των δημοσιονομικών περιθωρίων εξαφανίζονται.
Το Μαξίμου μπορεί να απορρίπτει τις προτάσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Οφείλει όμως να εξηγεί γιατί.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο Σαμαράς – Είναι η οικονομική πίεση
Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί να διαμορφώσει διαφορετικό πολιτικό πόλο.
Μπορεί να εκτιμά ότι οι παρεμβάσεις του έχουν προσωπικά ή κομματικά κίνητρα.
Αυτές είναι πολιτικές εκτιμήσεις.
Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, είναι άλλο.
Η ακρίβεια δεν αποτελεί εσωκομματική διαφωνία.
Το κόστος των καυσίμων δεν είναι επικοινωνιακό πρόβλημα.
Η δυσκολία ενός νοικοκυριού να καλύψει τις βασικές του ανάγκες δεν αντιμετωπίζεται με αναφορές στην αδυναμία της αντιπολίτευσης.
Απαιτεί συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.
Και όταν ένας πρώην πρωθυπουργός της ίδιας πολιτικής παράταξης αμφισβητεί δημόσια αυτές τις επιλογές, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Όχι επειδή ο Σαμαράς έχει αυτομάτως δίκιο.
Αλλά επειδή η κυβέρνηση καλείται να υπερασπιστεί τις επιλογές της απέναντι σε επιχειρήματα που προέρχονται από το ίδιο το πολιτικό της περιβάλλον.
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι μέσο, όχι αυτοσκοπός
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρά δημόσια οικονομικά.
Χρειάζεται αξιοπιστία στις αγορές.
Χρειάζεται αντοχή απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Αλλά χρειάζεται και πολίτες που μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν χάνει την αξία της όταν συνδυάζεται με κοινωνική προστασία.
Αντιθέτως, αποκτά μεγαλύτερο νόημα όταν τα οφέλη της γίνονται αισθητά στην κοινωνία.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «σταθερότητα ή παροχές».
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματική κοινωνική στήριξη μέσα στα πραγματικά δημοσιονομικά περιθώρια.
Με ποιες προτεραιότητες.
Με ποιους ελέγχους.
Και με ποια κατανομή του κόστους και των ωφελειών.
Η πολιτική πρόκληση για τον Μητσοτάκη
Ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει πλέον να αμφισβητήσει την κυβέρνηση σε ένα πεδίο που αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Δεν είναι βέβαιο ότι οι προτάσεις του μπορούν να εφαρμοστούν όλες όπως παρουσιάζονται.
Δεν έχει επίσης αποδειχθεί ότι οι προτεινόμενες μειώσεις φόρων θα μεταφέρονταν πλήρως στις τιμές.
Αλλά η παρέμβασή του θέτει ένα πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Ποια πρέπει να είναι η προτεραιότητα μιας οικονομίας που εμφανίζει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις;
Η διατήρηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων δημοσιονομικών αποθεμάτων;
Η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων;
Η ενίσχυση των εισοδημάτων;
Ή ένας τεκμηριωμένος συνδυασμός αυτών των επιλογών;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα γενικό σύνθημα.
Πρέπει να προκύπτει από συγκεκριμένο σχέδιο.
Ο Μητσοτάκης μπορεί να αποφύγει την προσωπική αντιπαράθεση με τον Σαμαρά. Δεν μπορεί όμως να αποφύγει επ’ αόριστον την πολιτική συζήτηση για το ποιος πληρώνει την ακρίβεια και ποιος ωφελείται από την οικονομική ανάπτυξη.
Γιατί το πραγματικό μέτρο επιτυχίας μιας οικονομικής πολιτικής δεν είναι μόνο το ύψος των πλεονασμάτων.
Είναι και η δυνατότητα των πολιτών να ζουν καλύτερα.
Και αυτό δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις περί δημοσιονομικής υπεροχής. Αποδεικνύεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων και στον οικογενειακό προϋπολογισμό.



