Ντόρα Μπακογιάννη: Για την ακρίβεια φταίνε οι πόλεμοι – Και τους φόρους στα καύσιμα ποιος τους αποφασίζει;

Η βουλευτής της ΝΔ χαρακτήρισε τις οικονομικές προτάσεις Σαμαρά «στερούμενες σοβαρότητας», επικαλούμενη τα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όμως ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε συγκεκριμένα για ΦΠΑ και Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι πόσο από την ακρίβεια οφείλεται στις διεθνείς κρίσεις και πόσο μπορεί να αντιμετωπιστεί με εθνικές αποφάσεις.

Από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι την αντλία της βενζίνης

Η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε να απαντήσει στον Αντώνη Σαμαρά με μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση.

Οι προτάσεις του πρώην πρωθυπουργού για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, υποστήριξε, «στερούνται σοβαρότητας».

Και για να εξηγήσει τη θέση της, επικαλέστηκε δύο μεγάλα διεθνή ζητήματα: την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το επιχείρημά της είναι σαφές. Οι διεθνείς γεωπολιτικές κρίσεις επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας και, μέσω αυτών, το κόστος ζωής.

Πράγματι, αυτό είναι ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής πραγματικότητας.

Αλλά είναι ολόκληρη η πραγματικότητα;

Γιατί ο Αντώνης Σαμαράς δεν ισχυρίστηκε ότι μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ούτε ότι διαθέτει κάποιον τρόπο να εξαλείψει τις αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης σε καύσιμα, προϊόντα και υπηρεσίες.

Και σε αυτές ακριβώς τις προτάσεις δεν δόθηκε, μέσα από τις δηλώσεις της Ντόρας Μπακογιάννη, συγκεκριμένη οικονομική απάντηση.

Τα Στενά του Ορμούζ δεν καθορίζουν τον ελληνικό συντελεστή ΦΠΑ. Ούτε ο πόλεμος στην Ουκρανία αποφασίζει το ύψος του ελληνικού Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

Αυτά αποτελούν ζητήματα φορολογικής πολιτικής, μέσα στα όρια που θέτει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η διεθνής ακρίβεια δεν καταργεί τις εθνικές επιλογές

Είναι αυτονόητο ότι μια μικρή, ανοικτή οικονομία όπως η ελληνική δεν μπορεί να ελέγξει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Μπορεί όμως να αποφασίζει, εντός των ευρωπαϊκών περιορισμών, το επίπεδο συγκεκριμένων φόρων.

Αυτή είναι η ουσία της παρέμβασης Σαμαρά.

Ο πρώην πρωθυπουργός προτείνει μειώσεις στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και στον ΦΠΑ των καυσίμων, καθώς και αλλαγές σε άλλους συντελεστές ΦΠΑ.

Οι προτάσεις αυτές έχουν δημοσιονομικό κόστος.

Και χρειάζονται σοβαρή αξιολόγηση, επειδή η μείωση ενός φόρου δεν εγγυάται ότι ολόκληρο το όφελος θα περάσει στην τελική τιμή.

Αλλά αυτό ακριβώς θα έπρεπε να είναι το αντικείμενο της πολιτικής συζήτησης.

Πόσο κοστίζει η μείωση;

Πόσο θα ωφεληθεί ο καταναλωτής;

Πώς θα επηρεαστούν τα δημόσια έσοδα;

Υπάρχουν αποτελεσματικότερα μέτρα;

Η απάντηση ότι πρέπει πρώτα να λυθούν οι διεθνείς κρίσεις δεν αντιμετωπίζει αυτά τα ερωτήματα.

Και το γεγονός ότι οι πόλεμοι επηρεάζουν την ακρίβεια δεν αποδεικνύει ότι κάθε εθνική φορολογική παρέμβαση είναι μάταιη.

Ένα απλό παράδειγμα που δείχνει τη διαφορά

Ας υποθέσουμε ότι ένα λίτρο καυσίμου έχει καθαρή τιμή, πριν από τον ΦΠΑ, 1,50 ευρώ.

Με ΦΠΑ 24%, η τελική τιμή διαμορφώνεται στα 1,86 ευρώ.

Αν ο ΦΠΑ μειωθεί στο 20%, με αμετάβλητη την καθαρή τιμή, η τελική τιμή θα γίνει 1,80 ευρώ.

Το όφελος θα είναι 6 λεπτά ανά λίτρο.

Σε γέμισμα 50 λίτρων, αυτό αντιστοιχεί σε 3 ευρώ.

Το παράδειγμα είναι υποθετικό και δεν αποτελεί πρόβλεψη για τις πραγματικές τιμές ή για την εφαρμογή μιας συγκεκριμένης φορολογικής πρότασης.

Δείχνει όμως κάτι ουσιαστικό.

Μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται να ελέγχει την παγκόσμια αγορά πετρελαίου για να επηρεάσει το φορολογικό μέρος της τελικής τιμής.

Χρειάζεται να αποφασίσει αν η παρέμβαση είναι δημοσιονομικά εφικτή και κοινωνικά αποτελεσματική.

Αυτή είναι η συζήτηση που απουσιάζει από την απάντηση Μπακογιάννη.

«Στερούνται σοβαρότητας» – Με ποια οικονομική τεκμηρίωση;

Η Ντόρα Μπακογιάννη έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τον Αντώνη Σαμαρά.

Μπορεί να θεωρεί ότι οι προτάσεις του κοστίζουν υπερβολικά.

Ότι δεν είναι αρκετά στοχευμένες.

Ότι ενδέχεται να ωφελήσουν περισσότερο όσους καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων.

Ή ότι υπάρχουν καλύτεροι τρόποι αξιοποίησης των δημοσιονομικών περιθωρίων.

Όλα αυτά θα αποτελούσαν συγκεκριμένα επιχειρήματα.

Όμως ο χαρακτηρισμός «στερούνται σοβαρότητας» δεν είναι από μόνος του οικονομική ανάλυση.

Η απόρριψη μιας πρότασης χρειάζεται εξήγηση.

Ιδιαίτερα όταν προέρχεται από πρώην πρωθυπουργό της ίδιας πολιτικής παράταξης και αφορά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τα νοικοκυριά.

Ο Σαμαράς, από την πλευρά του, οφείλει επίσης να παρουσιάσει πλήρη κοστολόγηση των μέτρων που εισηγείται.

Το ότι επικαλείται παρεμβάσεις της δικής του κυβερνητικής περιόδου δεν αποδεικνύει ότι τα ίδια μέτρα θα είχαν σήμερα το ίδιο αποτέλεσμα.

Αλλά αυτή η αναγκαία κριτική δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντήσει συγκεκριμένα.

Η αλαζονεία των υπουργών εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα;

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά της Ντόρας Μπακογιάννη στην αλαζονεία κυβερνητικών στελεχών.

Η ίδια είχε προηγουμένως επισημάνει ότι ορισμένοι υπουργοί είχαν κουράσει με τη συμπεριφορά τους και έπρεπε να αλλάξουν στάση.

Τώρα δηλώνει ότι παρατηρεί μεγάλη πρόοδο και σημαντικό περιορισμό τέτοιων φαινομένων.

Η αλλαγή της εκτίμησής της είναι θεμιτή.

Όμως προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα.

Τι ακριβώς άλλαξε;

Ποιες συμπεριφορές διορθώθηκαν;

Ποιες παρεμβάσεις έγιναν;

Ποια γεγονότα αποδεικνύουν ότι η σχέση υπουργών και κοινωνίας έχει βελτιωθεί;

Η πολιτική συμπεριφορά δεν αξιολογείται μόνο από το πώς περιγράφεται από τα στελέχη ενός κόμματος.

Αξιολογείται από τον τρόπο με τον οποίο οι υπουργοί αντιμετωπίζουν την κριτική, αναγνωρίζουν προβλήματα και λογοδοτούν για τις αποφάσεις τους.

Η ενσυναίσθηση δεν αποδεικνύεται με μια διαβεβαίωση.

Αποδεικνύεται στην πράξη.

Ο Σαμαράς «δεν θα κάνει φοβερή ζημιά» – Αλλά η αντιπαράθεση συνεχίζεται

Η Ντόρα Μπακογιάννη εκτίμησε επίσης ότι ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να προκαλέσει κάποια εκλογική απώλεια στη Νέα Δημοκρατία, όχι όμως ιδιαίτερα μεγάλη.

Πρόκειται για προσωπική πολιτική εκτίμηση, όχι για επιβεβαιωμένο εκλογικό αποτέλεσμα.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται αλλού.

Η ίδια αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα τμήμα στελεχών που έχει αποστασιοποιηθεί από τη Νέα Δημοκρατία.

Και η δημόσια αντιπαράθεση για την οικονομική πολιτική δείχνει ότι οι διαφωνίες δεν περιορίζονται στα εθνικά ζητήματα.

Ο Σαμαράς επιχειρεί να διαφοροποιηθεί και ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κατανέμονται τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτό είναι ουσιαστικότερο πολιτικό ζήτημα από την εκτίμηση για το πόσες ψήφους θα μπορούσε να συγκεντρώσει ένα ενδεχόμενο νέο κόμμα.

Ο Καράογλου και η συζήτηση για τις συνεργασίες

Η Ντόρα Μπακογιάννη κλήθηκε να σχολιάσει και την τοποθέτηση του Θεόδωρου Καράογλου υπέρ της αναζήτησης κυβερνητικών συνεργασιών προς τα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.

Η ίδια επανέλαβε ότι το κόμμα της δεν πρόκειται να συνεργαστεί με ακροδεξιούς σχηματισμούς.

Παράλληλα, απέδωσε τη διαφοροποίηση του Καράογλου στους αυτοδιοικητικούς του στόχους.

Εδώ όμως ανακύπτει ένα ακόμη ερώτημα πολιτικής ουσίας.

Αν ένας βουλευτής προτείνει διαφορετική στρατηγική συνεργασιών, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην εκτίμηση για τα προσωπικά του κίνητρα.

Χρειάζεται να εξετάζεται το ίδιο το περιεχόμενο της πρότασης.

Ποιες συνεργασίες θεωρεί συμβατές με τις αρχές της η Νέα Δημοκρατία;

Ποιες αποκλείει;

Και πώς ορίζει τα πολιτικά όρια μιας πιθανής κυβερνητικής συμφωνίας;

Η διαφωνία με τον Καράογλου είναι σαφής.

Η απόδοση της στάσης του σε αυτοδιοικητικές επιδιώξεις, όμως, αποτελεί πολιτική ερμηνεία της Μπακογιάννη και όχι τεκμηριωμένη εξήγηση των προθέσεών του.

Και μια προσωπική επίθεση στον Τσίπρα

Στο τέλος της παρέμβασής της, η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε και στον Αλέξη Τσίπρα, χρησιμοποιώντας προσωπικό χαρακτηρισμό για να περιγράψει την πολιτική του στάση.

Η κριτική στον πρώην πρωθυπουργό για τη στάση του απέναντι στις κοινωνικές κινητοποιήσεις είναι θεμιτή.

Όπως θεμιτή είναι και η εξέταση ενδεχόμενων αντιφάσεων ανάμεσα στις παλαιότερες και στις σημερινές του θέσεις.

Όμως οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί δεν προσθέτουν από μόνοι τους πολιτική τεκμηρίωση.

Αν υπάρχει συγκεκριμένη αντίφαση, μπορεί να παρουσιαστεί μέσα από τις δηλώσεις και τις πράξεις του.

Αυτό είναι αρκετό για μια ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.

Το ερώτημα που μένει: Γιατί δεν συζητούν επί της ουσίας τους φόρους;

Η Ντόρα Μπακογιάννη έθεσε στο επίκεντρο της απάντησής της τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.

Ο Αντώνης Σαμαράς, αντίθετα, έθεσε το ζήτημα της εθνικής φορολογικής πολιτικής.

Τα δύο θέματα συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται.

Η διεθνής ενεργειακή κρίση μπορεί να αυξάνει το κόστος εισαγωγής καυσίμων.

Η ελληνική φορολογική πολιτική επηρεάζει το ποσό που προστίθεται σε αυτό το κόστος.

Και η δημοσιονομική πολιτική καθορίζει ποιες παρεμβάσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν.

Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση.

Όχι αν ο Σαμαράς συμπαθεί ή αντιπαθεί τον Μητσοτάκη.

Όχι αν θα δημιουργήσει νέο κόμμα.

Ούτε αν η Ντόρα Μπακογιάννη θεωρεί τις προτάσεις του σοβαρές.

Το ερώτημα είναι αν υπάρχει δημοσιονομικά βιώσιμος τρόπος να μειωθεί η επιβάρυνση των πολιτών από τους έμμεσους φόρους και, εφόσον υπάρχει, γιατί η κυβέρνηση επιλέγει ή απορρίπτει συγκεκριμένες λύσεις.

Οι διεθνείς πόλεμοι αποτελούν πραγματική οικονομική πίεση.

Δεν αποτελούν όμως πλήρη εξήγηση κάθε εγχώριας φορολογικής επιλογής.

Και οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί δεν υποκαθιστούν την κοστολόγηση.

Η κοινωνία δεν ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ζητά να εξηγήσει τι μπορεί να κάνει η ίδια για το κόστος ζωής στην Ελλάδα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ