Κύριε Σκέρτσο, η προστασία των παιδιών δεν είναι λευκή επιταγή στην κυβέρνηση – Και η διαφωνία δεν είναι υποκρισία!

Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως ο μοναδικός υπερασπιστής των ανηλίκων απέναντι στους ψηφιακούς κολοσσούς και αντιμετωπίζει όσους αμφισβητούν το νομοσχέδιό της ως υπεύθυνους για την καθυστέρηση της προστασίας τους. Μόνο που η πραγματική υπευθυνότητα δεν μετριέται με το πόσο γρήγορα ψηφίζεται μια απαγόρευση, αλλά με το αν αυτή προστατεύει αποτελεσματικά τα παιδιά, χωρίς να δημιουργεί νέους κινδύνους.

Όταν η κυβέρνηση βαφτίζει τη διαφωνία «ανευθυνότητα»

Ο Άκης Σκέρτσος επέλεξε να μετατρέψει μια εξαιρετικά σοβαρή συζήτηση για την προστασία των παιδιών από τους κινδύνους των κοινωνικών δικτύων σε ακόμη μία κοινοβουλευτική αντιπαράθεση με όρους πολιτικής ηθικής υπεροχής.

Από το βήμα της Βουλής κατηγόρησε την αντιπολίτευση για υποκρισία, καθυστερήσεις και στείρα αντιπαράθεση, παρουσιάζοντας την κυβερνητική πρόταση ως τη μοναδική υπεύθυνη επιλογή.

Το μήνυμα ήταν απλό: Εμείς προστατεύουμε τα παιδιά. Όποιος διαφωνεί, εμποδίζει την προστασία τους.

Πρόκειται για ένα πολιτικά βολικό αλλά εξαιρετικά προβληματικό σχήμα.

Διότι η διαφωνία με τον τρόπο εφαρμογής ενός μέτρου δεν σημαίνει διαφωνία με τον σκοπό του.

Και η αμφισβήτηση μιας οριζόντιας απαγόρευσης δεν ισοδυναμεί με υπεράσπιση των συμφερόντων των ψηφιακών πλατφορμών.

Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί ακριβώς την προσπάθεια να θεσπιστεί ένα πλαίσιο περισσότερο αποτελεσματικό, περισσότερο αναλογικό και ασφαλέστερο για τα ίδια τα παιδιά.

Το ψευδές δίλημμα: Ή ψηφίζετε τον νόμο μας ή αφήνετε τα παιδιά απροστάτευτα

Η πρώτη μεγάλη αδυναμία της επιχειρηματολογίας του υπουργού βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις ενστάσεις.

Ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει χρόνος για αναμονή και ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση εξυπηρετεί τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες.

Όμως εδώ συγχέονται δύο διαφορετικά πράγματα.

Η ανάγκη άμεσης παρέμβασης είναι ένα ζήτημα.

Η ορθότητα της συγκεκριμένης κυβερνητικής παρέμβασης είναι άλλο.

Το ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα δεν αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι το καταλληλότερο.

Αν ίσχυε αυτή η λογική, κάθε κυβέρνηση θα μπορούσε να επικαλείται ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα και να απαιτεί την άνευ όρων υπερψήφιση της λύσης που η ίδια επέλεξε.

Η δημοκρατική διαδικασία, όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Η αντιπολίτευση δεν βρίσκεται στη Βουλή για να επικυρώνει κυβερνητικές αποφάσεις. Βρίσκεται και για να ελέγχει αν οι αποφάσεις αυτές είναι αναγκαίες, αναλογικές και εφαρμόσιμες.

Αυτό δεν λέγεται υποκρισία.

Λέγεται κοινοβουλευτικός έλεγχος.

Ποιος εγγυάται ότι η απαγόρευση θα λειτουργήσει;

Το ουσιαστικό ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με πολιτικές επιθέσεις είναι πολύ συγκεκριμένο:

Πώς θα εφαρμοστεί αποτελεσματικά ο περιορισμός;

Πώς θα επαληθεύεται η ηλικία;

Τι θα συμβαίνει όταν ένας ανήλικος χρησιμοποιεί λογαριασμό μεγαλύτερου προσώπου;

Πώς θα αντιμετωπίζονται οι προσπάθειες παράκαμψης;

Και, κυρίως, πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι μηχανισμοί ελέγχου δεν θα δημιουργούν νέους κινδύνους για την ιδιωτικότητα;

Αυτά δεν είναι προσχήματα για καθυστέρηση.

Είναι τα βασικά ερωτήματα που καθορίζουν αν μια απαγόρευση θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα ή θα παραμείνει μια εντυπωσιακή νομοθετική εξαγγελία.

Ο υπουργός δηλώνει ότι η κυβερνητική λύση είναι εφαρμόσιμη.

Αυτό, όμως, είναι ένας ισχυρισμός που πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένες τεχνικές εγγυήσεις, ελεγκτικούς μηχανισμούς και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Η ψήφιση ενός νόμου δεν σημαίνει αυτομάτως και επιτυχημένη εφαρμογή του.

Τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια

Η κυβέρνηση εμφανίζει την επαλήθευση ηλικίας ως τεχνικό εργαλείο προστασίας.

Πράγματι, η ύπαρξη αξιόπιστων μηχανισμών επαλήθευσης είναι κρίσιμη για την εφαρμογή ηλικιακών περιορισμών.

Αυτό, όμως, δεν καταργεί τις εύλογες ανησυχίες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ποια πληροφορία θα συλλέγεται;

Ποιος θα τη διαχειρίζεται;

Θα μπορεί να συνδεθεί η επαλήθευση με την ταυτότητα και τη διαδικτυακή συμπεριφορά του χρήστη;

Θα υπάρχουν ανεξάρτητοι έλεγχοι;

Οι απαντήσεις πρέπει να είναι σαφείς και ελέγξιμες.

Δεν αρκεί η διαβεβαίωση ότι η κυβέρνηση έχει προβλέψει τα πάντα.

Όταν μια ρύθμιση αφορά εκατομμύρια χρήστες και ιδιαίτερα ανηλίκους, η προστασία της ιδιωτικότητας δεν είναι δευτερεύον ζήτημα.

Είναι αναπόσπαστο μέρος της προστασίας τους.

Το επιχείρημα του 80%: Η κοινωνική αποδοχή δεν αντικαθιστά την τεκμηρίωση

Ο κ. Σκέρτσος επικαλέστηκε ότι το 80% της ελληνικής κοινωνίας ζητά τη συγκεκριμένη ρύθμιση.

Ακόμη κι αν δεχθούμε το ποσοστό που επικαλείται, υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση.

Άλλο πράγμα είναι να συμφωνεί κάποιος ότι τα παιδιά χρειάζονται προστασία από την ανεξέλεγκτη χρήση των κοινωνικών δικτύων.

Και άλλο να εγκρίνει κάθε επιμέρους διάταξη ενός συγκεκριμένου νομοσχεδίου.

Ένας γονέας μπορεί να θέλει αυστηρότερα όρια, αλλά ταυτόχρονα να ανησυχεί για την ιδιωτικότητα.

Μπορεί να υποστηρίζει περιορισμούς, αλλά να προτιμά ηλικιακά διαβαθμισμένη πρόσβαση.

Μπορεί να συμφωνεί με την ανάγκη κρατικής παρέμβασης, αλλά να ζητά περισσότερη ψηφιακή εκπαίδευση και μεγαλύτερη ευθύνη από τις ίδιες τις πλατφόρμες.

Η κοινωνική συναίνεση στον στόχο δεν ισοδυναμεί με ανεπιφύλακτη συναίνεση στο κυβερνητικό σχέδιο.

Αυτό είναι το σημείο που η πολιτική επιχειρηματολογία του υπουργού επιχειρεί να προσπεράσει.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως σφραγίδα που σταματά τη συζήτηση

Ο υπουργός επικαλέστηκε επίσης τη συμβατότητα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας με το ενωσιακό δίκαιο και τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα, ιδιαίτερα όταν οι ρυθμίσεις αφορούν ψηφιακές πλατφόρμες που λειτουργούν σε πολλές χώρες.

Αλλά ακόμη και η νομική συμβατότητα μιας πρότασης δεν αποδεικνύει ότι αυτή αποτελεί την καλύτερη δυνατή πολιτική επιλογή.

Η νομιμότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση.

Δεν είναι από μόνη της απόδειξη αποτελεσματικότητας.

Επιπλέον, η αντιπολίτευση έχει δικαίωμα να προτείνει διαφορετικό μοντέλο, όπως ηλικιακά διαβαθμισμένη πρόσβαση, εφόσον αυτό μπορεί να διαμορφωθεί μέσα στο ισχύον νομικό πλαίσιο.

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει συγκεκριμένα γιατί θεωρεί μια εναλλακτική πρόταση ανεφάρμοστη ή αντίθετη με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Όχι απλώς να την απορρίπτει με έναν πολιτικό χαρακτηρισμό.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι πλατφόρμες – Όχι η κοινοβουλευτική διαφωνία

Υπάρχει, πάντως, ένα σημείο στο οποίο ο κ. Σκέρτσος έχει δίκιο.

Οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ουδέτεροι πάροχοι υπηρεσιών, χωρίς ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουν τα προϊόντα τους.

Οι μηχανισμοί συνεχούς κύλισης, οι ειδοποιήσεις, η αλγοριθμική προώθηση περιεχομένου και οι πρακτικές που ενθαρρύνουν την παρατεταμένη χρήση αξίζουν αυστηρή εποπτεία.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν ένα παιδί έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του.

Πρέπει να αφορά και το πώς λειτουργούν οι ίδιες οι πλατφόρμες.

Διότι ένα περιβάλλον που μπορεί να είναι επιβλαβές για ένα παιδί δεκατεσσάρων ετών δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ασφαλές την ημέρα που το παιδί γίνεται δεκαπέντε.

Χρειάζονται κανόνες ασφαλούς σχεδιασμού, περιορισμός επιβλαβών πρακτικών, αποτελεσματική εποπτεία και ουσιαστική ψηφιακή παιδεία.

Η ηλικιακή απαγόρευση μπορεί να αποτελεί ένα εργαλείο.

Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ολόκληρη η λύση.

Η κυβέρνηση δεν έχει το μονοπώλιο της υπευθυνότητας

Το πιο ενοχλητικό στοιχείο στην τοποθέτηση του υπουργού δεν είναι ότι υπερασπίζεται το νομοσχέδιο.

Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.

Είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει τη δική του νομοθετική επιλογή σε κριτήριο πολιτικής υπευθυνότητας για όλους τους υπόλοιπους.

Όποιος συμφωνεί, είναι υπεύθυνος.

Όποιος διαφωνεί, είναι υποκριτής.

Όποιος ζητά αλλαγές, καθυστερεί.

Όποιος θέτει ερωτήματα, εξυπηρετεί αντικειμενικά τους ψηφιακούς κολοσσούς.

Αυτή η λογική δεν προάγει τη συναίνεση.

Την υπονομεύει.

Διότι η πραγματική συναίνεση απαιτεί να αναγνωρίζεις ότι ο συνομιλητής σου μπορεί να συμφωνεί με τον στόχο και να διαφωνεί έντιμα με τα μέσα.

Και η πραγματική υπευθυνότητα απαιτεί να απαντάς στις ενστάσεις επί της ουσίας, αντί να αποδίδεις πολιτικά κίνητρα σε όσους τις διατυπώνουν.

Κύριε Σκέρτσο, προστασία των παιδιών σημαίνει αποτελεσματική πολιτική – Όχι επικοινωνιακή νίκη

Η προστασία των ανηλίκων από τους κινδύνους των κοινωνικών δικτύων είναι μια σοβαρή κοινωνική προτεραιότητα.

Δεν χωρά αδιαφορία.

Δεν χωρά όμως ούτε κυβερνητική αυταρέσκεια.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται ένα νομοσχέδιο που απλώς θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να δηλώσει ότι ανέλαβε δράση.

Χρειάζεται μέτρα που θα λειτουργήσουν.

Με σαφή όρια, πραγματική λογοδοσία των πλατφορμών, ουσιαστική προστασία προσωπικών δεδομένων, ψηφιακή εκπαίδευση και δυνατότητα αξιολόγησης των αποτελεσμάτων.

Και χρειάζεται μια κοινοβουλευτική συζήτηση στην οποία οι διαφωνίες δεν θα αντιμετωπίζονται ως εχθρικές ενέργειες.

Ο Άκης Σκέρτσος μπορεί να θεωρεί ότι η κυβερνητική πρόταση είναι η καλύτερη δυνατή.

Δεν μπορεί, όμως, να απαιτεί να θεωρούν το ίδιο και όλοι οι υπόλοιποι.

Ούτε να παρουσιάζει τη διαφωνία ως απόδειξη ότι κάποιοι δεν ενδιαφέρονται για τα παιδιά.

Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει η κυβέρνηση άλλη μία ψηφοφορία ή άλλη μία επικοινωνιακή αντιπαράθεση.

Το ζητούμενο είναι να προστατευτούν πραγματικά οι ανήλικοι.

Και αυτό θα κριθεί στην πράξη, όχι από τις επιθέσεις του υπουργού στην αντιπολίτευση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ