«Τον ήπιαμε» και «πολιτική ήττα»: Δύο βουλευτές της ΝΔ αμφισβητούν τους χειρισμούς για το τουρκολιβυκό

Η δημόσια διαφοροποίηση δύο στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για τις εξελίξεις στη Λιβύη προσθέτει μια νέα διάσταση στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ο Δημήτρης Καλογερόπουλος χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα αιχμηρή λαϊκή έκφραση, ενώ ο Δημήτρης Καιρίδης χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολιτική ήττα», την ώρα που η κυβέρνηση απορρίπτει την κριτική περί διπλωματικής ή εθνικής ήττας.

Το πολιτικό ζήτημα δεν περιορίζεται στις δύο δηλώσεις. Αφορά και το πώς διαχειρίζεται η κυβερνητική πλειοψηφία τις δημόσιες διαφωνίες των βουλευτών της, ιδιαίτερα όταν αυτές διατυπώνονται για ένα θέμα εξωτερικής πολιτικής.

«Τον ήπιαμε»: Η δήλωση Καλογερόπουλου που άνοιξε τη συζήτηση

Η φράση του Δημήτρη Καλογερόπουλου στην τηλεόραση του MEGA News ήταν αρκετή για να προκαλέσει αίσθηση.

Ερωτηθείς για την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας απάντησε με τη φράση «Τον ήπιαμε».

Όταν οι παρουσιαστές ζήτησαν διευκρινίσεις, επέμεινε στην έκφρασή του, λέγοντας «Ελληνικά το είπα».

Δεν περιορίστηκε, όμως, σε αυτή την αποστροφή. Στη συνέχεια επέκρινε τους προηγούμενους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν αστοχίες και υπερβολική αναμονή απέναντι στις εξελίξεις στη Λιβύη.

Η δήλωση προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις, καθώς προερχόταν από βουλευτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας και όχι από εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης.

Καιρίδης: «Πολιτικά είναι μια ήττα για εμάς»

Στο ίδιο ζήτημα τοποθετήθηκε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, Δημήτρης Καιρίδης.

Μιλώντας στον Real FM, σύμφωνα με το δημοσίευμα που παρατέθηκε, χαρακτήρισε την εξέλιξη πολιτική ήττα για την ελληνική πλευρά.

Ο κ. Καιρίδης συνέδεσε την εκτίμησή του με τις ισορροπίες στην Ανατολική Λιβύη και την προσέγγιση του στρατοπέδου Χαφτάρ με την Τουρκία.

Η τοποθέτησή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της θεσμικής του ιδιότητας ως κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κυβερνώντος κόμματος.

Οι δηλώσεις Καλογερόπουλου και Καιρίδη δεν είναι ταυτόσημες ως προς το ύφος. Έχουν, όμως, ένα κοινό στοιχείο: εκφράζουν δημόσια αρνητική αποτίμηση της συγκεκριμένης εξέλιξης από δύο πρόσωπα που ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία.

Η διαφορετική γραμμή του Μαξίμου

Την ίδια ώρα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απορρίπτει την ερμηνεία περί διπλωματικής ή εθνικής ήττας.

Στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών στις 22 Οκτωβρίου υπογράμμισε ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν αλλάζει τον παράνομο και άκυρο, κατά την ελληνική θέση, χαρακτήρα του μνημονίου.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επικεντρώνεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και στη θέση ότι η συμφωνία Τουρκίας και Λιβύης δεν μπορεί να θίγει νόμιμα τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διάκριση της αντιπαράθεσης: η νομική αξιολόγηση του μνημονίου δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την πολιτική αξιολόγηση της απόφασης της λιβυκής πλευράς.

Αυτό επιτρέπει διαφορετικές προσεγγίσεις ακόμη και μέσα στο κυβερνών κόμμα.

Η διευκρίνιση Καλογερόπουλου και τα σενάρια διαγραφής

Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, ο Δημήτρης Καλογερόπουλος προχώρησε σε διευκρινιστική δήλωση, χαρακτηρίζοντας ατυχή την αρχική του έκφραση και επαναβεβαιώνοντας την προσήλωσή του στην εθνική γραμμή.

Παράλληλα, σύμφωνα με το παραπολιτικό ρεπορτάζ, υπήρξε έντονη ενόχληση στο κυβερνητικό επιτελείο, ενώ φέρεται να εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο διαγραφής του βουλευτή.

Πρόκειται, ωστόσο, για δημοσιογραφικές πληροφορίες και όχι για επιβεβαιωμένη επίσημη διαδικασία διαγραφής.

Η εξέλιξη επαναφέρει ένα πολιτικό δίλημμα για την ηγεσία της ΝΔ: πώς αντιμετωπίζονται οι δημόσιες διαφοροποιήσεις χωρίς να δημιουργούνται νέες εσωκομματικές εντάσεις;

Το ζήτημα δεν κλείνει με μια διευκρίνιση

Η δήλωση Καλογερόπουλου μπορεί να αποδόθηκε εκ των υστέρων σε ατυχή διατύπωση, αλλά η παρέμβαση Καιρίδη διατηρεί ανοιχτή τη συζήτηση για την πολιτική διαχείριση του τουρκολιβυκού ζητήματος.

Η κυβέρνηση επιμένει στη νομική ακυρότητα του μνημονίου. Δύο βουλευτές της, από διαφορετική αφετηρία, επέλεξαν να αναδείξουν τις αρνητικές πολιτικές συνέπειες της τελευταίας εξέλιξης.

Το ερώτημα που παραμένει είναι εάν αυτές οι διαφοροποιήσεις θα περιοριστούν στο συγκεκριμένο επεισόδιο ή θα αποτελέσουν αφορμή για ευρύτερη συζήτηση στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ