Άρθρο γνώμης | Kefalonia Magazine
Με αφορμή την υπόθεση της Pizza Fan και τις καταγγελίες για φοροδιαφυγή, ένας σχολιαστής που εμφανίζεται να υπερασπίζεται την κυβερνητική πολιτική επιχειρεί να παραδώσει μαθήματα οικονομίας στους πολίτες. Υποστηρίζει ότι ο ΦΠΑ είναι ένας από τους δικαιότερους φόρους και χαρακτηρίζει «άσχετους» και «βλαμμένους» όσους ζητούν την κατάργησή του. Μόνο που η οικονομική πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από τα συνθήματα των διαδικτυακών υπερασπιστών της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Όταν η υπεράσπιση της κυβέρνησης μετατρέπεται σε μάθημα οικονομικής υπεροψίας
Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τύπος πολιτικού σχολιαστή στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν αρκείται στο να υπερασπίζεται την κυβέρνηση. Αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει στους υπόλοιπους πολίτες ότι δεν καταλαβαίνουν ούτε τα στοιχειώδη.
Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση για την υπόθεση της Pizza Fan, ένα σχόλιο που κινείται σε αυτή τη λογική ξεκινά με τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες είναι «άσχετοι στα οικονομικά».
Στη συνέχεια εξηγεί ότι ο ΦΠΑ είναι φόρος που πληρώνει ο καταναλωτής και ότι όποιος τον εισπράττει αλλά δεν τον αποδίδει στο κράτος παρακρατεί δημόσια έσοδα.
Μέχρι εδώ, υπάρχει ένας σωστός πυρήνας.
Πράγματι, ο ΦΠΑ είναι έμμεσος φόρος κατανάλωσης. Οι επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να τον υπολογίζουν, να τον δηλώνουν και να αποδίδουν το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία.
Η μη απόδοσή του, όταν στοιχειοθετείται, συνιστά σοβαρή φορολογική παράβαση.
Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι ο ΦΠΑ είναι δίκαιος φόρος.
Και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει ότι όποιος ζητά τη μείωσή του είναι οικονομικά αγράμματος.
Το μεγάλο λάθος: «Όσο περισσότερο ξοδεύεις, τόσο πιο δίκαια φορολογείσαι»
Ο σχολιαστής διατυπώνει μια άποψη που ακούγεται λογική στην πρώτη ανάγνωση:
«Είναι απ’ τους πιο δίκαιους φόρους διότι βασίζεται στην κατανάλωση του καθενός, όσο πιο πολύ ξοδεύεις τόσο πιο πολύ φόρο πληρώνεις».
Εδώ βρίσκεται η βασική οικονομική σύγχυση.
Άλλο πράγμα είναι να πληρώνει κάποιος μεγαλύτερο ποσό φόρου επειδή καταναλώνει περισσότερο και άλλο πράγμα να υφίσταται δίκαιη φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με το εισόδημά του.
Ο ΦΠΑ δεν εξετάζει αν κάποιος είναι άνεργος, χαμηλοσυνταξιούχος, εργαζόμενος με κατώτατο μισθό ή υψηλόμισθο στέλεχος.
Δεν εξετάζει αν ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο.
Δεν εξετάζει αν ένας γονιός χρειάζεται να περιορίσει άλλες δαπάνες για να αγοράσει τα απαραίτητα.
Επιβάλλεται στην κατανάλωση, με βάση τον συντελεστή που ισχύει για κάθε αγαθό ή υπηρεσία.
Και ακριβώς γι’ αυτό οι έμμεσοι φόροι μπορούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Ένα απλό παράδειγμα που καταρρίπτει το επιχείρημα
Ας υποθέσουμε ότι δύο πολίτες αγοράζουν προϊόντα που υπάγονται στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ 24%.
Ο πρώτος έχει μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ.
Ο δεύτερος έχει μηνιαίο εισόδημα 9.000 ευρώ.
Και οι δύο αγοράζουν ένα προϊόν με τελική τιμή 124 ευρώ, στην οποία περιλαμβάνονται 24 ευρώ ΦΠΑ.
Ο φόρος είναι ακριβώς ο ίδιος.
Αλλά για τον πρώτο πολίτη τα 24 ευρώ αντιστοιχούν περίπου στο 2,67% του μηνιαίου εισοδήματός του.
Για τον δεύτερο αντιστοιχούν περίπου στο 0,27%.
Δηλαδή, η ίδια αγορά επιβαρύνει αναλογικά το εισόδημα του χαμηλόμισθου δέκα φορές περισσότερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΦΠΑ είναι πάντοτε ο πιο άδικος φόρος ή ότι κάθε μορφή του πρέπει να καταργηθεί.
Σημαίνει, όμως, ότι η φορολογική δικαιοσύνη δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το απόλυτο ποσό που πληρώνει κάποιος.
Ο πλούσιος μπορεί να καταβάλλει περισσότερο ΦΠΑ συνολικά και ταυτόχρονα ο φτωχός να επιβαρύνεται περισσότερο ως ποσοστό του εισοδήματός του.
Αυτή είναι μια βασική διάκριση της φορολογικής οικονομίας.
Ο ΦΠΑ δεν είναι φόρος πολυτελείας
Το δεύτερο πρόβλημα του επιχειρήματος είναι ότι αντιμετωπίζει την κατανάλωση περίπου ως ένδειξη οικονομικής άνεσης.
Σαν να ξοδεύει περισσότερο όποιος έχει περισσότερα.
Μόνο που μεγάλο μέρος της κατανάλωσης δεν αποτελεί επιλογή πολυτελείας.
Είναι ανάγκη.
Ένα νοικοκυριό πρέπει να αγοράσει τρόφιμα, είδη υγιεινής, φάρμακα, σχολικά είδη και βασικές υπηρεσίες.
Πρέπει να συντηρήσει το σπίτι του και να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες.
Ο χαμηλόμισθος συνήθως αναγκάζεται να δαπανά μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για κατανάλωση.
Αντίθετα, ένα υψηλό εισόδημα επιτρέπει μεγαλύτερη αποταμίευση ή επένδυση.
Έτσι, η συνολική επιβάρυνση από φόρους κατανάλωσης μπορεί να είναι αναλογικά μεγαλύτερη για όσους έχουν μικρότερη οικονομική δυνατότητα.
Δεν πρόκειται για κάποια ακραία πολιτική θεωρία.
Πρόκειται για έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η φορολογική πολιτική εξετάζει την προοδευτικότητα και την αναδιανεμητική επίδραση των φόρων.
Το ψεύτικο δίλημμα των 1.000 ευρώ
Ο σχολιαστής θέτει στη συνέχεια το ερώτημα:
«Θα θέλατε να καταργηθεί εντελώς και μπει ένα πλαφόν π.χ. 1.000 ευρώ ετησίως οριζόντια σε όλους;»
Αυτό είναι ένα κατασκευασμένο δίλημμα.
Η φορολογική πολιτική δεν περιορίζεται σε δύο επιλογές: είτε διατηρούμε όλους τους συντελεστές ΦΠΑ είτε επιβάλλουμε έναν ενιαίο ετήσιο φόρο 1.000 ευρώ σε κάθε πολίτη.
Υπάρχουν πολλές διαφορετικές δυνατότητες.
Μπορεί να συζητηθεί η μείωση συντελεστών σε συγκεκριμένα βασικά αγαθά.
Μπορεί να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα στοχευμένων ενισχύσεων προς τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Μπορεί να αξιολογηθεί η συνολική σχέση άμεσων και έμμεσων φόρων.
Μπορεί, επίσης, να συζητηθεί πώς θα διασφαλίζεται ότι μια ενδεχόμενη μείωση ΦΠΑ μεταφέρεται πράγματι στις τελικές τιμές και δεν απορροφάται από την αγορά.
Όλα αυτά είναι πραγματικά ερωτήματα οικονομικής πολιτικής.
Το υποθετικό παράδειγμα ενός οριζόντιου φόρου 1.000 ευρώ δεν απαντά σε κανένα από αυτά.
Απλώς παρουσιάζει μια ακραία εναλλακτική για να φανεί λογική η υπάρχουσα κατάσταση.
Άλλο η φοροδιαφυγή και άλλο η κριτική στον ΦΠΑ
Εδώ χρειάζεται να ξεκαθαριστεί και κάτι ακόμη.
Η συζήτηση για την υπόθεση της Pizza Fan δεν πρέπει να συγχέεται με τη συζήτηση για το ύψος του ΦΠΑ.
Εάν αποδειχθεί ότι μια επιχείρηση απέκρυψε φορολογητέες συναλλαγές ή δεν απέδωσε φόρους που όφειλε, πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος.
Αυτό ισχύει για κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα από το μέγεθός της ή την πολιτική της επιρροή.
Οι συγκεκριμένες καταγγελίες και οι τυχόν ποινικές ευθύνες πρέπει, φυσικά, να αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.
Αλλά η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν σημαίνει ότι η κοινωνία οφείλει να αποδέχεται άκριτα το ύψος κάθε φόρου.
Μπορεί κάποιος να υποστηρίζει ταυτόχρονα δύο απολύτως συμβατές θέσεις:
Ότι ο ΦΠΑ πρέπει να αποδίδεται κανονικά από τις επιχειρήσεις.
Και ότι ορισμένοι συντελεστές ΦΠΑ πρέπει να μειωθούν για να περιοριστεί η επιβάρυνση των νοικοκυριών.
Δεν υπάρχει καμία αντίφαση.
Η νομιμότητα στην είσπραξη ενός φόρου δεν αποδεικνύει από μόνη της τη δικαιοσύνη του φορολογικού συστήματος.
Οι διαδικτυακοί υπερασπιστές της ΝΔ και του Μητσοτάκη
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο του σχολίου δεν είναι μόνο η οικονομική του επιχειρηματολογία.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους πολίτες που διαφωνούν.
Πρώτα τους χαρακτηρίζει «άσχετους».
Στη συνέχεια χρησιμοποιεί ακόμη και τον χαρακτηρισμό «βλαμμένοι» για όσους ζητούν την κατάργηση του ΦΠΑ.
Πρόκειται για μια χαρακτηριστική μορφή διαδικτυακής πολιτικής αντιπαράθεσης, την οποία συναντά κανείς και σε λογαριασμούς που λειτουργούν ως ένθερμοι υπερασπιστές της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αντί να εξετάζεται η ουσία της οικονομικής πολιτικής, απαξιώνεται ο πολίτης που την αμφισβητεί.
Αντί να συζητείται το πραγματικό βάρος της έμμεσης φορολογίας, εμφανίζεται περίπου ως αμαθής όποιος ζητά ελαφρύνσεις.
Δεν γνωρίζουμε αν ο συγκεκριμένος σχολιαστής έχει οποιαδήποτε οργανωμένη κομματική σχέση. Το ύφος του, όμως, θυμίζει έντονα τη λογική των διαδικτυακών «τρολ» που αντιμετωπίζουν κάθε κριτική προς την κυβέρνηση ως απόδειξη άγνοιας ή κακής πρόθεσης.
Και αυτό δεν αποτελεί σοβαρή υπεράσπιση μιας κυβερνητικής πολιτικής.
Αποτελεί προσπάθεια απαξίωσης της αντίθετης άποψης.
Η κυβέρνηση κρίνεται από το διαθέσιμο εισόδημα, όχι από τα μαθήματα των υποστηρικτών της
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επανειλημμένα αναδείξει την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής ως στοιχεία της οικονομικής της πολιτικής.
Η αποτελεσματικότερη είσπραξη των νόμιμων φόρων μπορεί πράγματι να συμβάλλει στη χρηματοδότηση δημόσιων υπηρεσιών και στη δικαιότερη κατανομή των υποχρεώσεων μεταξύ επιχειρήσεων.
Αλλά το ερώτημα που αφορά τον πολίτη είναι ευρύτερο.
Πόσα χρήματα του απομένουν στο τέλος του μήνα;
Πόσο έχει αυξηθεί το κόστος των βασικών αγαθών;
Πόσο επιβαρύνεται από άμεσους και έμμεσους φόρους;
Και τι λαμβάνει ως αντάλλαγμα μέσα από τις δημόσιες υπηρεσίες;
Η επιτυχία στην είσπραξη του ΦΠΑ δεν αρκεί για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα.
Η φορολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται συνολικά, με κριτήριο τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και την οικονομική αντοχή της κοινωνίας.
Λίγος σεβασμός σε αυτούς που πληρώνουν
Το πιο ενοχλητικό σε τέτοιου είδους σχόλια είναι η ευκολία με την οποία κάποιοι απαξιώνουν ανθρώπους που αγωνίζονται να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες.
Ο εργαζόμενος που διαμαρτύρεται για την ακρίβεια δεν είναι υποχρεωτικά άσχετος στα οικονομικά.
Ο συνταξιούχος που ζητά χαμηλότερο ΦΠΑ σε βασικά αγαθά δεν είναι ανόητος.
Ο οικογενειάρχης που υπολογίζει το κόστος κάθε αγοράς δεν χρειάζεται μαθήματα υπεροψίας από κανέναν.
Χρειάζεται μια οικονομική πολιτική που να λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πραγματική αγοραστική του δύναμη.
Η φοροδιαφυγή πρέπει να αντιμετωπίζεται.
Οι φόροι πρέπει να εισπράττονται σύμφωνα με τον νόμο.
Αλλά οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να συζητούν αν το φορολογικό σύστημα είναι δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ισορροπημένο.
Προς τους διαδικτυακούς υπερασπιστές της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη, λοιπόν, μια απλή υπενθύμιση:
Δεν είναι οικονομική γνώση να γνωρίζεις μόνο ότι ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην κατανάλωση.
Οικονομική γνώση είναι να καταλαβαίνεις και ποιον επιβαρύνει περισσότερο.
Και δεν είναι πολιτικό επιχείρημα να αποκαλείς «βλαμμένο» τον πολίτη που ζητά χαμηλότερους φόρους.
Γιατί ο πολίτης μπορεί να μην έχει πτυχίο Οικονομικών. Ξέρει, όμως, πολύ καλά πόσα χρήματα έχει στην τσέπη του και πόσα του απομένουν μετά το ταμείο του σούπερ μάρκετ.



