Σκάνδαλα κατά παραγγελία ή επικοινωνιακές συμπτώσεις; Τα ερωτήματα πίσω από τις μεγάλες αποκαλύψεις

Όταν τα μεγάλα σκάνδαλα γίνονται τηλεοπτικό θέαμα: Ποιος αποφασίζει τι θα ξεχάσουν οι πολίτες;

Άρθρο γνώμης

Υπάρχουν στιγμές που η ελληνική επικαιρότητα θυμίζει ένα ατελείωτο δελτίο έκτακτων ειδήσεων. Πριν προλάβει ο πολίτης να κατανοήσει μια σοβαρή πολιτική εξέλιξη, μια νέα αποκάλυψη καταλαμβάνει τις οθόνες, τα πρωτοσέλιδα και τις δημόσιες συζητήσεις.

Μια μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής. Ένα κύκλωμα οικονομικού εγκλήματος. Μια εντυπωσιακή αστυνομική επιχείρηση. Μια σύλληψη που γίνεται πρώτο θέμα.

Και στο μεταξύ;

Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Τα ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών παραμένουν. Οι εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική συνεχίζονται, ακόμη κι όταν δεν βρίσκονται στην κορυφή της τηλεοπτικής ατζέντας.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι αποκαλύπτονται σκάνδαλα. Είναι αν η διαδοχή των αποκαλύψεων επιτρέπει τελικά στην εξουσία να αποφεύγει τη διαρκή λογοδοσία για τα μεγάλα ζητήματα.

Τα εκατομμύρια που χάνονται και οι έλεγχοι που αργούν

Οι πρόσφατες καταγγελίες και έρευνες για μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή επαναφέρουν ένα ερώτημα που κάθε φορολογούμενος δικαιούται να θέσει.

Πώς μπορεί μια επιχείρηση να αποκρύπτει σημαντικά έσοδα επί μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να εντοπίζεται εγκαίρως;

Η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον ψηφιακά εργαλεία, ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και συστήματα παρακολούθησης συναλλαγών.

Ο πολίτης ακούει διαρκώς για τη δύναμη των αλγορίθμων, την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και τη δυνατότητα του κράτους να εντοπίζει οικονομικές παραβάσεις.

Επομένως, όταν μια μεγάλη υπόθεση φτάνει στη δημοσιότητα, δεν αρκεί η ανακοίνωση του ποσού που φέρεται να αποκρύφθηκε.

Χρειάζονται απαντήσεις.

Πότε ξεκίνησε η ελεγκτική έρευνα; Ποια στοιχεία ενεργοποίησαν τους ελεγκτές; Πώς λειτουργούσε ο φερόμενος μηχανισμός απόκρυψης εσόδων; Υπήρχαν προηγούμενες ενδείξεις; Ποιο ήταν το πραγματικό χρονικό διάστημα της ελεγχόμενης δραστηριότητας;

Και, κυρίως, γιατί δεν εντοπίστηκε νωρίτερα;

Αυτά είναι ερωτήματα ουσίας. Όχι επειδή κάθε καθυστέρηση αποδεικνύει συγκάλυψη, αλλά επειδή η αποτελεσματικότητα του κράτους πρέπει να αξιολογείται με βάση τα αποτελέσματα και όχι τις ανακοινώσεις του.

Άλλο η φορολογική έρευνα, άλλο η τηλεοπτική διαχείρισή της

Η αποκάλυψη μιας υπόθεσης οικονομικού εγκλήματος είναι θετική εξέλιξη όταν στηρίζεται σε νόμιμη έρευνα και οδηγεί στη διερεύνηση ευθυνών.

Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε τη δουλειά των ελεγκτικών και δικαστικών αρχών με τον τρόπο που αξιοποιείται επικοινωνιακά μια είδηση.

Οι έλεγχοι οφείλουν να πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από το πολιτικό ημερολόγιο.

Η δημοσιογραφική κάλυψή τους, αντίστοιχα, οφείλει να αναδεικνύει τόσο τα ευρήματα όσο και τα ερωτήματα που γεννούν.

Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε εντυπωσιακούς αριθμούς, συλλήψεις και τηλεοπτικές εικόνες, υπάρχει ο κίνδυνος να εξαφανιστεί η ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης.

Ο πολίτης μαθαίνει ότι αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο σκάνδαλο, αλλά δεν μαθαίνει απαραίτητα γιατί το σύστημα ελέγχου δεν το απέτρεψε.

Και αυτή είναι μια διαφορά που έχει τεράστια σημασία.

Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι μεγάλες υποθέσεις που απαιτούν διαρκή λογοδοσία

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με υποθέσεις που ξεπερνούν τον συνηθισμένο κύκλο της ειδησεογραφίας.

Το ζήτημα των παρακολουθήσεων έθεσε ερωτήματα για τη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών, την προστασία των επικοινωνιών και την εποπτεία των κρατικών μηχανισμών.

Η τραγωδία των Τεμπών, με τους 57 νεκρούς, ανέδειξε σοβαρά ζητήματα ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, διοικητικής ευθύνης και θεσμικής λογοδοσίας.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έφερε στο επίκεντρο τη διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και τη διαφάνεια στη διανομή δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.

Καθεμία από αυτές τις υποθέσεις έχει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, διαφορετική θεσμική βαρύτητα και τη δική της πορεία διερεύνησης.

Υπάρχει, όμως, ένα κοινό στοιχείο.

Καμία δεν παύει να απαιτεί απαντήσεις επειδή εμφανίστηκε μια νεότερη και πιο εντυπωσιακή είδηση.

Η δημόσια λογοδοσία δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης ανάλογη με τη διάρκεια του τηλεοπτικού ενδιαφέροντος.

Το Τουρκολιβυκό δεν εξαφανίζεται όταν αλλάζει το πρώτο θέμα

Το ίδιο ισχύει και για την εξωτερική πολιτική.

Οι εξελίξεις γύρω από το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Λιβύη και τα ζητήματα θαλάσσιων δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτούν συνεχή παρακολούθηση.

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της, τους στόχους της και τα αποτελέσματά τους.

Η αντιπολίτευση δικαιούται να ασκεί κριτική στους χειρισμούς της, ενώ η κοινωνία χρειάζεται ενημέρωση που να διαχωρίζει τα πραγματικά δεδομένα από τις πολιτικές εκτιμήσεις.

Δεν αρκεί μια είδηση για οικονομικό έγκλημα να καταλάβει την πρώτη θέση στα δελτία ώστε να θεωρηθεί ότι οι γεωπολιτικές εκκρεμότητες έχασαν τη σημασία τους.

Οι διεθνείς εξελίξεις δεν σταματούν όταν σβήνουν οι τηλεοπτικές κάμερες.

Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με αλλαγή ατζέντας

Υπάρχει και ένα ακόμη μέτωπο που δεν επιτρέπει επικοινωνιακές αναβολές.

Η καθημερινότητα των πολιτών.

Το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας, της στέγασης και των μετακινήσεων αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

Ένα νοικοκυριό δεν πληρώνει λιγότερα στο σούπερ μάρκετ επειδή αποκαλύφθηκε μια μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής.

Ούτε μειώνεται το ενοίκιο επειδή μια αστυνομική επιχείρηση κυριάρχησε στα δελτία ειδήσεων.

Η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι απαραίτητη για τη δικαιοσύνη του φορολογικού συστήματος και την προστασία των δημόσιων εσόδων.

Αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συζήτηση για την αγοραστική δύναμη, την οικονομική πολιτική και την αποτελεσματικότητα των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας.

Η κυβέρνηση πρέπει να κρίνεται ταυτόχρονα για όλα αυτά.

Οι συμπτώσεις δεν είναι αποδείξεις – Αλλά η διαφάνεια είναι υποχρέωση

Εδώ βρίσκεται και το πιο κρίσιμο σημείο.

Το γεγονός ότι μια μεγάλη αστυνομική ή φορολογική υπόθεση δημοσιοποιείται την περίοδο μιας πολιτικής κρίσης δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι κάποιος επέλεξε σκόπιμα τη χρονική στιγμή.

Για να υποστηριχθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός, χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία: αποφάσεις, επικοινωνίες, παρεμβάσεις ή τεκμηριωμένη χειραγώγηση του χρόνου δημοσιοποίησης.

Χωρίς αυτά, η οργανωμένη αλλαγή ατζέντας παραμένει πολιτική υπόθεση προς διερεύνηση, όχι αποδεδειγμένο γεγονός.

Αυτό, ωστόσο, δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντά για τα μεγάλα ζητήματα.

Ούτε απαλλάσσει τα μέσα ενημέρωσης από την ευθύνη να διατηρούν την αναλογικότητα στην κάλυψή τους.

Γιατί ο αποπροσανατολισμός μπορεί να προκύψει και χωρίς κεντρικό σχεδιασμό.

Αρκεί ένα σύστημα ενημέρωσης που προτιμά το εντυπωσιακό από το ουσιαστικό και το καινούργιο από το ανεπίλυτο.

Το πρόβλημα είναι η μνήμη της δημόσιας συζήτησης

Μια δημοκρατία δεν λειτουργεί σωστά όταν κάθε νέα αποκάλυψη σβήνει την προηγούμενη.

Δεν μπορεί να ξεχνιούνται οι υποκλοπές επειδή εμφανίστηκε μια άλλη υπόθεση.

Δεν μπορούν να μπαίνουν στο περιθώριο τα ερωτήματα για τα Τέμπη επειδή η επικαιρότητα γέμισε με συλλήψεις.

Δεν μπορεί να σταματά η συζήτηση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ επειδή ανακοινώθηκε μια νέα φορολογική έρευνα.

Και δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύουσα η εξωτερική πολιτική ή η ακρίβεια επειδή ένα διαφορετικό θέμα συγκεντρώνει περισσότερη τηλεθέαση.

Η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται με την αλλαγή του τίτλου στο δελτίο ειδήσεων.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι μια δημόσια συζήτηση που θα απαιτεί συνέχεια, τεκμηρίωση και απαντήσεις.

Από την κυβέρνηση, από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, από τη Δικαιοσύνη και από τα μέσα ενημέρωσης, με σεβασμό πάντοτε στις διαφορετικές θεσμικές αρμοδιότητές τους.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα έχει πολλές ειδήσεις.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι πολλές ειδήσεις γίνονται η δικαιολογία για να μη φτάνει καμία μεγάλη υπόθεση μέχρι την πλήρη λογοδοσία.

Και τότε το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι ποιο σκάνδαλο θα αποκαλυφθεί αύριο.

Είναι ποια ερωτήματα από τα χθεσινά θα εξακολουθούμε να απαιτούμε να απαντηθούν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ