Καραμανλής και Σαμαράς «πέμπτη φάλαγγα» επειδή διαφωνούν με τον Μητσοτάκη; Όταν η κριτική στα εθνικά θέματα βαφτίζεται υπονόμευση

Άρθρο πολιτικής ανάλυσης | Kefalonia Magazine

Ένα ιδιαίτερα επιθετικό δημοσίευμα κατά των Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά ανοίγει νέο κύκλο αντιπαράθεσης για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί κατηγορούνται ότι καλλιεργούν ηττοπάθεια, επιδιώκουν να αποδομήσουν τον σημερινό πρωθυπουργό και λειτουργούν ως «πέμπτη φάλαγγα» σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για χαρακτηρισμούς που υπερβαίνουν την πολιτική διαφωνία και εγείρουν ένα σοβαρό ερώτημα: μπορεί η κριτική στην κυβερνητική εξωτερική πολιτική να αντιμετωπίζεται ως υπονόμευση της χώρας;

Από την πολιτική αντιπαράθεση στην κατηγορία περί «πέμπτης φάλαγγας»

Η διαφωνία για την εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί κάτι ασυνήθιστο σε μια δημοκρατία.

Ακόμη και πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο μπορούν να έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τις σχέσεις με την Τουρκία, τη διαχείριση των κρίσεων και τις προτεραιότητες της διπλωματίας.

Αυτό που ξεχωρίζει στο συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι η γλώσσα που επιλέγεται.

Οι Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως δύο πρώην πρωθυπουργοί που διαφωνούν με κυβερνητικές επιλογές.

Τους αποδίδεται πρόθεση πολιτικής αποδυνάμωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη μέσω της καλλιέργειας κλίματος εθνικής ήττας.

Ο χαρακτηρισμός «πέμπτη φάλαγγα» είναι ιδιαίτερα βαρύς, καθώς παραπέμπει ιστορικά σε δυνάμεις που δρουν υπονομευτικά από το εσωτερικό.

Στο δημοσίευμα δεν παρατίθενται στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοια δράση.

Η ύπαρξη σκληρής κριτικής προς μια κυβέρνηση δεν αποτελεί απόδειξη εχθρικής δραστηριότητας απέναντι στη χώρα.

Αυτή είναι η πρώτη και βασικότερη διάκριση που χρειάζεται να γίνει.

Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί έχουν δικαίωμα να παρεμβαίνουν

Το άρθρο υποστηρίζει ότι οι Καραμανλής και Σαμαράς απευθύνονται κυρίως σε εσωκομματικά ακροατήρια και ότι επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τον πρωθυπουργό.

Ακόμη και αν μια δημόσια παρέμβαση έχει εσωκομματικές προεκτάσεις, αυτό δεν αφαιρεί από το περιεχόμενό της την ανάγκη ουσιαστικής εξέτασης.

Ο Κώστας Καραμανλής διετέλεσε πρωθυπουργός από το 2004 έως το 2009.

Ο Αντώνης Σαμαράς από το 2012 έως το 2015.

Οι επιλογές και οι παραλείψεις των κυβερνήσεών τους μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής.

Το προηγούμενο κυβερνητικό τους έργο, όμως, δεν τους στερεί το δικαίωμα να τοποθετούνται για τις σημερινές εξελίξεις.

Αντιθέτως, η εμπειρία τους στη διαχείριση ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον στις παρεμβάσεις τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι απόψεις τους είναι κατ’ ανάγκην ορθές.

Το κατά πόσο έχουν δίκιο πρέπει να εξετάζεται με βάση τα επιχειρήματά τους.

Όχι με βάση το αν οι παρεμβάσεις τους διευκολύνουν ή δυσκολεύουν τον σημερινό πρωθυπουργό.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι φανταστικό πρόβλημα

Στο επίκεντρο της πρόσφατης αντιπαράθεσης βρίσκεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Ο Κώστας Καραμανλής χαρακτήρισε αρνητική εξέλιξη την πρόσφατη κύρωσή του από τη λιβυκή πλευρά, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς άσκησε εντονότερη κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς και ζήτησε την απομάκρυνση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επικαλείται τις διεθνείς αντιδράσεις κατά του μνημονίου, τη συνεργασία με την Αίγυπτο και την ευρύτερη διπλωματική δραστηριότητα της Ελλάδας.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές πολιτικές αξιολογήσεις.

Η μία εστιάζει στις κινήσεις της Τουρκίας και της Λιβύης και στους κινδύνους που αυτές δημιουργούν.

Η άλλη αναδεικνύει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες και τις διεθνείς θέσεις που στηρίζουν τα ελληνικά επιχειρήματα.

Η ύπαρξη διεθνούς αντίδρασης στο μνημόνιο αποτελεί σημαντικό διπλωματικό δεδομένο.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι εξαφανίζεται αυτομάτως κάθε πρόβλημα που δημιουργεί η συνέχιση της τουρκολιβυκής συνεργασίας.

Αντίστοιχα, μια δυσμενής εξέλιξη δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει αποτύχει συνολικά.

Η ουσιαστική συζήτηση βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαπιστώσεις.

Και απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία, όχι χαρακτηρισμούς για τις προθέσεις όσων διαφωνούν.

«Ήρεμα νερά»: Διπλωματική επιλογή ή αντικείμενο πολιτικής κριτικής;

Το δημοσίευμα επικρίνει επίσης την αμφισβήτηση της πολιτικής των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την επιδίωξη μείωσης της έντασης και διατήρησης διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ της.

Η αποφυγή κρίσεων, η διπλωματική επικοινωνία και η δυνατότητα διαχείρισης επεισοδίων μπορούν να υπηρετούν τα συμφέροντα της χώρας.

Υπάρχουν, όμως, και ερωτήματα που είναι θεμιτό να τίθενται.

Πώς αξιολογείται η πολιτική αυτή όταν η Τουρκία συνεχίζει να διατυπώνει διεκδικήσεις;

Ποια είναι τα συγκεκριμένα οφέλη της αποκλιμάκωσης;

Ποια ζητήματα παραμένουν άλυτα;

Και ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική αντίδραση όταν μια διπλωματική πρωτοβουλία δεν αποδίδει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν προκύπτει από την ταμπέλα του «εθνισμού» ή του «απομονωτισμού».

Χρειάζεται εξέταση της πραγματικής διπλωματικής κατάστασης.

Η αντίφαση: Κριτική στον Καραμανλή, αλλά γέφυρες από το Μαξίμου

Υπάρχει και μια αξιοσημείωτη πολιτική διάσταση.

Το δημοσίευμα επιτίθεται ταυτόχρονα στους δύο πρώην πρωθυπουργούς.

Την ίδια περίοδο, όμως, κυβερνητικά στελέχη επιχειρούν δημόσια να διαχωρίσουν τη στάση του Κώστα Καραμανλή από εκείνη του Αντώνη Σαμαρά.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει αναγνωρίσει τη διαχρονική σχέση του Καραμανλή με τη Νέα Δημοκρατία, ενώ ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει τονίσει τη σημασία του για την παράταξη.

Αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αντίφαση της κυβέρνησης, αφού το συγκεκριμένο άρθρο δεν αποτελεί επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση.

Δείχνει, ωστόσο, πόσο διαφορετικές είναι οι προσεγγίσεις στον δημόσιο διάλογο.

Από τη μία πλευρά, διατυπώνονται εκκλήσεις για ενότητα και αναγνώριση της ιστορικής προσφοράς του Καραμανλή.

Από την άλλη, δημοσιεύονται κείμενα που τον τοποθετούν μαζί με τον Σαμαρά στην κατηγορία όσων φέρονται να υπονομεύουν την εθνική στρατηγική.

Η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις είναι πολιτικά αξιοσημείωτη.

Ποιος αποφασίζει πότε επιτρέπεται να μιλούν;

Το πιο χαρακτηριστικό σημείο του δημοσιεύματος βρίσκεται στο τέλος του.

Εκεί προτείνεται στους δύο πρώην πρωθυπουργούς να τηλεφωνούν στον Κυριάκο Μητσοτάκη και να του μεταφέρουν ιδιωτικά τις απόψεις τους, αντί να παρεμβαίνουν δημόσια.

Πρόκειται για μια άποψη σχετικά με τον τρόπο άσκησης πολιτικής επιρροής.

Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο ιδιωτικών συνομιλιών μεταξύ πρώην και νυν πρωθυπουργών.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις επιτρέπουν στους πολίτες να γνωρίζουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις και να αξιολογούν τα επιχειρήματα.

Η ιδιωτική ενημέρωση του πρωθυπουργού μπορεί να είναι χρήσιμη.

Δεν αποτελεί, όμως, υποχρέωση που υποκαθιστά το δικαίωμα δημόσιας τοποθέτησης.

Ούτε η κυβερνητική ευθύνη λήψης αποφάσεων συνεπάγεται αποκλειστικό δικαίωμα διαμόρφωσης του δημόσιου διαλόγου.

Ο πρωθυπουργός αποφασίζει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

Οι πρώην πρωθυπουργοί μπορούν να διαφωνούν.

Και οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ακούνε και τις δύο πλευρές.

Άλλο η διαφωνία και άλλο η υπονόμευση

Το δημοσίευμα θέτει ένα υπαρκτό ζήτημα: οι πρώην πρωθυπουργοί οφείλουν να αξιολογούνται και για τις δικές τους κυβερνητικές επιλογές.

Αυτό είναι θεμιτό.

Ούτε ο Κώστας Καραμανλής ούτε ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκονται υπεράνω κριτικής.

Η δική τους διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες και οι παραλείψεις τους μπορούν να εξεταστούν με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται στη σημερινή κυβέρνηση.

Όμως, η αναδρομή στις δικές τους ευθύνες δεν αποτελεί απάντηση σε κάθε σημερινό επιχείρημά τους.

Αν μια συγκεκριμένη θέση τους είναι λανθασμένη, χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί.

Αν μια πρότασή τους δεν είναι εφαρμόσιμη, χρειάζεται να παρουσιαστούν οι λόγοι.

Αν υποτιμούν κάποιο διπλωματικό επίτευγμα, μπορεί να αναδειχθεί η πραγματική σημασία του.

Η απόδοση, όμως, πρόθεσης εθνικής υπονόμευσης απαιτεί αποδείξεις που δεν προκύπτουν απλώς από μια πολιτική διαφωνία.

Η εξωτερική πολιτική δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία κανενός

Η αντιπαράθεση γύρω από τον Καραμανλή, τον Σαμαρά και τον Μητσοτάκη αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα.

Πώς μπορεί να διεξάγεται ουσιαστική συζήτηση για τα εθνικά θέματα χωρίς κάθε διαφωνία να μετατρέπεται σε κατηγορία περί μειωμένου πατριωτισμού;

Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής και λογοδοτεί για τις αποφάσεις της.

Οι πρώην πρωθυπουργοί έχουν το δικαίωμα να ασκούν κριτική, αλλά και την υποχρέωση να τεκμηριώνουν τις θέσεις τους.

Τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να υποστηρίζουν την κυβερνητική στρατηγική ή να την αμφισβητούν.

Αυτό που χρειάζεται να διατηρείται είναι η διάκριση ανάμεσα στην κριτική των επιχειρημάτων και στην ατεκμηρίωτη απόδοση προθέσεων.

Ο χαρακτηρισμός «πέμπτη φάλαγγα» δεν απαντά στο ερώτημα αν η ελληνική διπλωματία χειρίζεται αποτελεσματικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ούτε εξηγεί αν η πολιτική των «ήρεμων νερών» έχει επιτύχει τους στόχους της.

Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα που απαιτούν απαντήσεις.

Και η συζήτησή τους δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν οι απόψεις που διατυπώνονται είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες για τον εκάστοτε πρωθυπουργό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ