Από τον Κασιδιάρη μέχρι τον Σαμαρά: Τι δεν απαντά ο Παύλος Μαρινάκης

Μαρινάκης: «Εμείς δεν δίνουμε εξετάσεις» – Όταν η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να δίνει απαντήσεις

Άρθρο πολιτικής κριτικής

«Εμείς δεν δίνουμε εξετάσεις». Με αυτή τη φράση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχείρησε να αποκρούσει τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για τη συγκέντρωση του Ηλία Κασιδιάρη στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που σε μια δημοκρατία καμία κυβέρνηση δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση λογοδοσίας. Ούτε για τις αστυνομικές αποφάσεις ούτε για την ακρίβεια ούτε για την εξωτερική πολιτική. Και ασφαλώς δεν μπορεί να μετατρέπει τη διαφορετική αντιμετώπιση των πρώην πρωθυπουργών σε ζήτημα «ευπρέπειας», αφήνοντας στο περιθώριο την ουσία των πολιτικών τους διαφωνιών.

«Δεν δίνουμε εξετάσεις»; Σε ποιον ακριβώς απευθύνεται αυτή η φράση;

Η δήλωση του Παύλου Μαρινάκη για τη συγκέντρωση που συνδέθηκε με τον Ηλία Κασιδιάρη στη Θεσσαλονίκη αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθύμισε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τον αποκλεισμό συγκεκριμένων εκλογικών σχηματισμών και κατέληξε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει να αποδείξει τίποτα για τη στάση της απέναντι στην Ακροδεξιά.

Εδώ βρίσκεται το πρώτο σοβαρό πρόβλημα της επιχειρηματολογίας του.

Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση έχει ψηφίσει νομοθετικές ρυθμίσεις δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη απόφαση της αστυνομίας βρίσκεται αυτομάτως στο απυρόβλητο.

Η αντιπολίτευση δεν έθεσε μόνο ζήτημα ιστορικής στάσης της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στη Χρυσή Αυγή.

Έθεσε ερωτήματα για μια συγκεκριμένη συγκέντρωση και για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν οι αρχές τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν.

Αυτά τα ερωτήματα απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις.

Ποιος αποφάσισε τους αστυνομικούς περιορισμούς; Με ποια αιτιολογία; Ποιες ήταν οι εισηγήσεις των αρμόδιων αρχών; Πώς αξιολογήθηκε ο κίνδυνος επεισοδίων;

Η επίκληση της νομοθεσίας για τις εκλογές δεν απαντά από μόνη της σε κανένα από αυτά.

Η κυβέρνηση μπορεί να υπερασπιστεί τις επιλογές της. Δεν μπορεί, όμως, να αντιμετωπίζει την απαίτηση λογοδοσίας ως περιττή εξέταση στην οποία αρνείται να συμμετάσχει.

Κασιδιάρης: Άλλο η νομική αδυναμία απαγόρευσης, άλλο η πολιτική ευθύνη

Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να απαγορεύσει μια κλειστή συγκέντρωση.

Η θέση αυτή δεν διατυπώθηκε μόνο από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εξήγησε ότι ζητήθηκε από τις δικαστικές αρχές να μην επιτραπεί η συγκέντρωση, αλλά η απάντηση ήταν πως δεν υπήρχε νόμιμη δυνατότητα απαγόρευσης της εκδήλωσης σε κλειστό χώρο.

Πρόσθεσε ότι η αστυνομία, με τη σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελίας, απαγόρευσε συγκεντρώσεις στους γύρω δρόμους για να αποτραπούν συγκρούσεις.

Πρόκειται για ουσιαστικές διευκρινίσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Ωστόσο, ακόμη και όταν οι αρχές ενεργούν εντός των νομικών τους αρμοδιοτήτων, οι επιλογές τους υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο.

Η νομιμότητα μιας απόφασης και η αναλογικότητα της εφαρμογής της είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.

Οι εικόνες από τις συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών δυνάμεων δημιουργούν ερωτήματα για τη διαχείριση της έντασης, τα οποία δεν εξαφανίζονται με μια γενική αναφορά στην ανάγκη αποτροπής επεισοδίων.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ορθώς επισημαίνει ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων αξιολογούνται.

Το κρίσιμο είναι να υπάρξει ενημέρωση για το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης, εφόσον προκύψουν συγκεκριμένες καταγγελίες ή ευρήματα.

Διαφορετικά, η διαβεβαίωση περί ελέγχου κινδυνεύει να παραμείνει μια τυπική απάντηση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η επίκληση του ΣΥΡΙΖΑ δεν απαντά για τη Θεσσαλονίκη

Ο Παύλος Μαρινάκης επέλεξε να υπενθυμίσει ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα δεν υπερψήφισε συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία για τον αποκλεισμό εκλογικών σχηματισμών.

Η στάση κάθε κόμματος σε μια κοινοβουλευτική ψηφοφορία αποτελεί θεμιτό αντικείμενο κριτικής.

Όμως η αναφορά σε μια παλαιότερη ψηφοφορία δεν αποτελεί απάντηση για τη σημερινή επιχειρησιακή διαχείριση μιας συγκέντρωσης.

Πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα.

Το πρώτο αφορά τη νομοθεσία και τις πολιτικές επιλογές των κομμάτων.

Το δεύτερο αφορά τις αποφάσεις της αστυνομίας, τα δικαιώματα των πολιτών και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.

Η μεταφορά της συζήτησης από το δεύτερο στο πρώτο επιτρέπει στον κυβερνητικό εκπρόσωπο να ασκήσει κριτική στην αντιπολίτευση, αλλά αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα για τα συγκεκριμένα γεγονότα.

Και η διαφορά αυτή δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι η ουσία της πολιτικής λογοδοσίας.

Καύσιμα: Οι διεθνείς κρίσεις εξηγούν τις αυξήσεις, δεν αρκούν ως κυβερνητική απάντηση

Στο μέτωπο της ακρίβειας, ο Παύλος Μαρινάκης απέδωσε την αύξηση των τιμών των καυσίμων στην παγκόσμια ενεργειακή κρίση.

Πράγματι, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου επηρεάζουν την ελληνική αγορά.

Αυτό, όμως, είναι μόνο η αρχή της συζήτησης.

Για τον καταναλωτή, το κρίσιμο ζήτημα είναι η τελική τιμή στην αντλία και η δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις καθημερινές του ανάγκες.

Η κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της εργαλεία φορολογικής, εισοδηματικής και ελεγκτικής πολιτικής.

Κάθε εργαλείο έχει κόστος, περιορισμούς και διαφορετικές επιπτώσεις.

Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται συγκεκριμένη συζήτηση για τις επιλογές της.

Πόσο αποτελεσματικά είναι τα υφιστάμενα μέτρα; Πόσο μειώνουν την επιβάρυνση ανά νοικοκυριό; Ποιοι δικαιούνται ενίσχυση; Τι περιθώριο υπάρχει για διαφορετική κατανομή της στήριξης;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει προηγουμένως επικαλεστεί τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και την ανάγκη ευρωπαϊκών αποφάσεων για πρόσθετες παρεμβάσεις.

Οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να συνεκτιμώνται.

Δεν αναιρούν, ωστόσο, την υποχρέωση της κυβέρνησης να εξηγεί με αριθμούς τι μπορεί να κάνει και γιατί επιλέγει συγκεκριμένα μέτρα αντί άλλων.

Η ανακοίνωση ότι θα υπάρξουν νέες αποφάσεις στο τέλος του μήνα δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά τους.

Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με διαβεβαιώσεις περί προσπάθειας, αλλά με μέτρα των οποίων το αποτέλεσμα μπορεί να μετρηθεί.

Καραμανλής και Σαμαράς: Η «ευπρέπεια» ως κριτήριο πολιτικής αντιμετώπισης

Ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον έχει η τοποθέτηση του Παύλου Μαρινάκη για τον Κώστα Καραμανλή.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι ο πρώην πρωθυπουργός εκφράζει τις θέσεις του με ευπρέπεια και δεν επιτίθεται.

Η φράση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της αντιπαράθεσης της σημερινής ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας με τον Αντώνη Σαμαρά.

Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να απαντά στην κριτική και να επισημαίνει διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται δημόσια οι δύο πρώην πρωθυπουργοί.

Αλλά η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται πρωτίστως με όρους ύφους.

Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν μια τοποθέτηση θεωρείται ευπρεπής ή επιθετική.

Είναι αν τα επιχειρήματά της ευσταθούν.

Ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς έχουν εκφράσει, με διαφορετικό τρόπο, προβληματισμούς για ζητήματα εθνικής στρατηγικής.

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντά στο περιεχόμενο αυτών των προβληματισμών.

Ποιες είναι οι συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου; Πώς αντιμετωπίζονται οι τουρκικές διεκδικήσεις; Ποια είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής του διαλόγου; Ποιοι στόχοι έχουν επιτευχθεί και ποιοι παραμένουν ανοιχτοί;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία.

Ο χαρακτηρισμός μιας παρέμβασης ως ευπρεπούς δεν αποδεικνύει ότι είναι ορθή.

Όπως και ο χαρακτηρισμός μιας άλλης ως επιθετικής δεν αποδεικνύει ότι είναι λανθασμένη.

Η ιστορική σχέση Μητσοτάκη – Σαμαρά που δεν μπορεί να αγνοείται

Υπάρχει, επιπλέον, ένα ιστορικό στοιχείο που αποκτά ενδιαφέρον μέσα στη σημερινή αντιπαράθεση.

Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν ο πρωθυπουργός που επέλεξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης τον Ιούνιο του 2013.

Ο σημερινός πρωθυπουργός παρέμεινε στο υπουργείο μέχρι τον Ιανουάριο του 2015.

Η υπουργική αυτή θητεία αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της πολιτικής διαδρομής του.

Το γεγονός δεν δημιουργεί υποχρέωση πολιτικής συμφωνίας ανάμεσα στους δύο άνδρες.

Ούτε αποδεικνύει ότι ο Αντώνης Σαμαράς έχει δίκιο στις σημερινές διαφωνίες του.

Αποτελεί, όμως, μέρος της ιστορίας της Νέας Δημοκρατίας και της πολιτικής τους σχέσης.

Όταν η σημερινή κυβερνητική ηγεσία επιλέγει να αναδεικνύει τις διαφορές της με τον πρώην πρωθυπουργό, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις σημερινές συγκρούσεις.

Οφείλει να αναγνωρίζει και την προηγούμενη συνεργασία τους.

Η ουσία δεν είναι ποιος μιλά πιο ήπια, αλλά ποιος απαντά στα ερωτήματα

Οι δηλώσεις Μαρινάκη έχουν έναν κοινό άξονα.

Στην υπόθεση Κασιδιάρη, η κυβέρνηση επικαλείται το νομοθετικό της έργο για να αποκρούσει την κριτική σχετικά με συγκεκριμένες αστυνομικές αποφάσεις.

Στο ζήτημα των καυσίμων, επικαλείται τη διεθνή κρίση και αναμένει νέες αποφάσεις.

Στην αντιπαράθεση με τους πρώην πρωθυπουργούς, προβάλλει τη διαφορά ύφους ανάμεσα στον Καραμανλή και τον Σαμαρά.

Καθεμία από αυτές τις απαντήσεις περιέχει στοιχεία που μπορούν να εξεταστούν.

Καμία, όμως, δεν πρέπει να θεωρείται πλήρης μόνο και μόνο επειδή διατυπώνεται με κατηγορηματικό τρόπο.

Η δημόσια λογοδοσία απαιτεί συγκεκριμένα δεδομένα, αιτιολόγηση αποφάσεων και απαντήσεις επί της ουσίας.

Το σημαντικότερο πρόβλημα με τη φράση «εμείς δεν δίνουμε εξετάσεις» είναι η αντίληψη που μπορεί να εκφράζει: ότι το κυβερνητικό παρελθόν αρκεί για να αποκλείσει τον έλεγχο του κυβερνητικού παρόντος.

Στη δημοκρατία ισχύει το αντίθετο.

Κάθε κυβέρνηση αξιολογείται διαρκώς για τις αποφάσεις της.

Και όσο πιο κατηγορηματικά ζητά να γίνει πιστευτή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να απαντά με στοιχεία, όχι μόνο με πολιτικές διαβεβαιώσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ